6 - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, τ.208-209, 15/12/2006

Kαθοριστικά τρίπτυχα για την ελληνική οικονομία

του Χ.Καραμάνου

«Το 2004 ήταν έτος καμπής για την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική της χώρας. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας μέχρι το 2004 στηρίχθηκε στο πλαίσιο δημοσιονομική επέκταση - Ολυμπιακοί αγώνες - κοινοτικά κονδύλια - ιδιωτική κατανάλωση. […] Η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της οικονομικής πολιτικής ήταν απολύτως απαραίτητη, καθώς με την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών αγώνων και την εκτίναξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία ήταν δυσοίωνες. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που τέθηκε σε εφαρμογή από το 2004 στόχευε στην […] εφαρμογή ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος, το οποίο στηρίζεται στο τρίπτυχο: επιχειρηματικότητα - εξωστρέφεια - ανταγωνιστικότητα» (από το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2007, σελ. 7)

Η «ισχυρή Ελλάδα» του 2004, της βαλκανικής εξόρμησης και της ΟΝΕ, δηλαδή το εμβληματικό τρίπτυχο της περιόδου Σημίτη, μοιάζει πράγματι να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Κι αυτό με τη συναίνεση του «νέου ΠΑΣΟΚ», παρά τη για το θεαθήναι αντιπαράθεσή του ως προς την «απογραφή» που έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή.

Έτσι φθάνουμε στο νέο τρίπτυχο-στόχο: επιχειρηματικότητα - εξωστρέφεια - ανταγωνιστικότητα. Είναι σαφές ότι αυτό έχει μια χειριστική πλευρά: αποσκοπεί στο να καλλιεργήσει σε ορισμένα δυναμικά μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα την αίσθηση ότι κάτι αλλάζει κι ακόμη στο να καλλιεργήσει κάποιες προσδοκίες σ’ ένα σχετικά μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Πέρα από τη χειριστική πλευρά, όμως, έχει μια ξεκάθαρα ταξική στόχευση: τη δημιουργία μιας μεγάλης δεξαμενής κερδών μέσα από συνεχείς παροχές προς το μεγάλο κεφάλαιο (αυτή είναι η επιχειρηματικότητα), την παράλληλη προσέλκυση λόγω αυτών των παροχών ξένων κεφαλαίων  (αυτή είναι η εξωστρέφεια) και τη μεγάλη συμπίεση του εργατικού κόστους (αυτή είναι η ανταγωνιστικότητα). Φυσικά είναι εύλογη η συνέργεια μεταξύ των τριών αυτών πτυχών.

Το ερώτημα είναι αν αυτό το νέο «εργαλείο» μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ξεπέρασμα βασικών αδυναμιών και αντιφάσεων της ελληνικής οικονομίας ή αντίθετα θα οδηγήσει σε ένταση των βασικών αδυναμιών και αντιφάσεων. Θα απαντήσουμε, αφού πρώτα εξετάσουμε το πραγματικά, κατά τη γνώμη μας, καθοριστικό τρίπτυχο για την ελληνική οικονομία.

1. Tο δημόσιο χρέος

Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους είναι το πιο σαφές μήνυμα ενός επερχόμενου αδιεξόδου. Όπως βλέπουμε από το σχετικό πίνακα το δημόσιο χρέος διατηρείται σταθερά πάνω από 100% του ΑΕΠ. Μάλιστα μετά από σχετική αποκλιμάκωση στο διάστημα μέχρι το 2001, υπάρχει νέα εκτίναξη στη συνέχεια, ειδικά λόγω του 2004. Η δε αναγγελλόμενη μείωση για το 2007 είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Εξαιρετικής σπουδαιότητας όμως είναι τα ακόλουθα δύο ζητήματα. Το 2007 έχει τεράστια απόσταση από το 1995, διότι έχει μεσολαβήσει μια μεγάλη εκποίηση του δημόσιου πλούτου. Ενώ δηλαδή τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη μείωση του δημόσιου χρέους, αυτό παραμένει στα ίδια πάνω-κάτω επίπεδα. Οι δε εναπομείναντες δημόσιοι οργανισμοί που θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε ιδιωτικοποίηση είναι ένα σχετικό μικρό τμήμα αυτού που υπήρχε ως δημόσια περιουσία όταν άρχιζε το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων με τον ΟΤΕ το 1994. Επίσης, κάτι που ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών αγνοεί, για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους το κράτος καταβάλλει μόνον τους τόκους καθότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρεολύσια. Αυτά μετακυλίονται διαρκώς για επόμενες χρονιές, και για επόμενες χρονιές, με συνέπεια να πληρώνεται μέσω των τόκων πολλαπλές φορές η αρχική αξία των δανείων. Να γιατί μιλάμε για χρεομηχανή.

Για πολιτικούς λόγους χρειάζεται να τονίσουμε ότι το δημόσιο χρέος δεν προέκυψε από τη δήθεν κοινωνική πολιτική του ΠΑΣΟΚ στο διάστημα ‘81-‘85 όπως ισχυρίζονται οι αστοί προπαγανδιστές. Αντίθετα, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην κατάρρευση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας εκείνη την περίοδο, στις προβληματικές εταιρείες, που φορτώθηκαν μαζί με τα δάνεια (που στο μεταξύ οι επιχειρηματίες τα είχαν κάνει καταθέσεις στην Ελβετία) στο δημόσιο. Το γνωστό σχήμα: «ιδιωτικοποίηση των κερδών – κοινωνικοποίηση των ζημιών». Το έτσι δημιουργημένο δημόσιο χρέος αποτελεί πλέον πεδίο πλουτισμού για το μεγάλο κεφάλαιο, που δανείζει το κράτος, υποθηκεύει τις επόμενες γενιές και οδηγεί σε διαρκή στραγγαλισμό των κοινωνικών δαπανών. Έτσι το ζήτημα της αναδιαπραγμάτευσης και της διαγραφής τουλάχιστον ενός μεγάλου τμήματος των αρχικών δανείων, που έχει πληρωθεί πολλαπλές φορές, πρέπει να «ανέβει» στην ατζέντα των διεκδικήσεων των λαϊκών στρωμάτων.

Αφού σημειώσουμε ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στη ζώνη του ευρώ που συνδυάζει μεγάλο δημόσιο χρέος με μεγάλα ετήσια ελλείμματα, πρέπει να επισημάνουμε ότι η αναγγελθείσα από το ΥΠΕΘΟ αναπροσαρμογή του ΑΕΠ της χώρας καθόλου δεν μειώνει το πρόβλημα. Κι αυτό γιατί μπορεί λογιστικά το χρέος να μειωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ, όμως αυτό καθόλου δεν αυξάνει τα δημόσια έσοδα και δεν ελαφραίνει την αποπληρωμή του.

2. Το διαρθρωτικό πρόβλημα και τα κοινοτικά κονδύλια

Το δόγμα όλων των κυβερνήσεων και των αστικών πτερύγων από το 1985 και μετά ήταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας να στηριχθεί στις πάσης φύσεως υπηρεσίες (τουρισμός, χρηματοπιστωτικά, διαμετακομιστικός κόμβος, αντιπροσωπείες). Ονομάσαμε αυτό το μοντέλο εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό. Στα πλαίσια αυτού του μοντέλου η υλική παραγωγή (αγροτική οικονομία και βιομηχανία) υποχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς. Έτσι το διαχρονικό διαρθρωτικό πρόβλημα της οικονομίας, το πρόβλημα της ισόρροπης και εναρμονισμένης ανάπτυξης των διαφόρων τομέων, πήρε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση. Η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση της διάλυσης του παραγωγικού ιστού της χώρας γίνεται στις διεθνείς συναλλαγές της. Ο σχετικός πίνακας είναι αποκαλυπτικός.

Οι εξαγωγές, παρά τις κυβερνητικές τυμπανοκρουσίες για την αύξησή τους, παραμένουν κολλημένες στο 1/3 των εισαγωγών και το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές μείον εισαγωγές) είναι σταθερά αρνητικό και διευρυνόμενο. Κι ας μην συζητήσουμε για τη σύνθεση των εξαγωγών, όπου περίοπτη θέση έχουν οι κλάδοι της πάλαι ποτέ ελαφριάς βιομηχανίας (τρόφιμα, ποτά κ.λπ.) Από την άλλη μεριά, το ισοζύγιο των υπηρεσιών (όπου περιλαμβάνονται τα έσοδα από τον τουρισμό και τις μεταφορές) είναι μεν παραδοσιακά θετικό αλλά το σημαντικό είναι ότι καλύπτει όλο και μικρότερο μέρος του εμπορικού ελλείμματος. Από τον πίνακα προκύπτει ότι το άθροισμα εμπορικού ισοζυγίου με το ισοζύγιο υπηρεσιών βαίνει μειούμενο. Δηλαδή, η όποια ανάπτυξη του τουρισμού και των μεταφορών αδυνατεί να αντιμετωπίσει την υποχώρηση των τομέων της υλικής παραγωγής. Αυτή είναι η βαθιά και ριζική αδυναμία του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθείται.

Ας δούμε όμως και το ρόλο των κοινοτικών κονδυλίων. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών –όπου περιλαμβάνονται και οι μεταβιβάσεις κονδυλίων από και προς την Ε.Ε.– είναι σταθερά αρνητικό και διευρυνόμενο. Μάλιστα οι εκτιμήσεις για το 2006 μιλάνε για εκτίναξη στα 16 δισ. ευρώ από 12 δισ. το 2005 και 8 δισ. το 2004. Το ερώτημα πού βαδίζει αυτή η χώρα γίνεται πλέον επιτακτικό, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η επικείμενη μείωση των κοινοτικών κονδυλίων (ενόψει νέας αναθεώρησης της ΚΑΠ το 2009 και αναθεώρησης των ενισχύσεων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία λόγω λογιστικής αύξησης του ΑΕΠ).

Πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι οι εξελίξεις αυτές δεν είναι τυχαίες, ούτε ανεξάρτητες από την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Αντίθετα, είναι απόρροια αυτής της ευρωπαϊκής εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, τα πραγματικά αποτελέσματα της οποίας συστηματικά αποκρύπτονται, ενώ επίσης συστηματικά εξυμνούνται τα «λεφτά που μας δίνει η Ε.Ε.». Η ίδια η συρρίκνωση της υλικής παραγωγής (σε αγροτική οικονομία και βιομηχανία) ήταν όρος της Ε.Ε. προκειμένου να δοθούν οι ενισχύσεις από τα Διαρθρωτικά Ταμεία. Με απλά λόγια, μέσα απ’ αυτές τις ενισχύσεις οι Ευρωπαίοι επιδότησαν τις εξαγωγές τους (δηλαδή των πολυεθνικών τους) προς την Ελλάδα. Κι η Ελλάδα μετατράπηκε σε καθαρό εισαγωγέα αγροτικών προϊόντων, από αυτάρκης χώρα προηγούμενα. Παράλληλα οι κρίσιμοι κλάδοι της βιομηχανικής παραγωγής, όπως τα κεφαλαιουχικά αγαθά και τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά (παραγωγή μέσων παραγωγής και μηχανών), αντί να ενισχυθούν οδηγούνται σε μαρασμό.

3. Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων

Ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου υπήρξε ανέκαθεν καθοριστικός, καθώς αυτό έλεγχε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα είναι κοινή η δικομματική αντίληψη για τον ευεργετικό ρόλο των ξένων επενδύσεων, όπως κοινός είναι και ο θαυμασμός προς το «ιρλανδικό μοντέλο», όπου η κάθετη μείωση της φορολογίας κεφαλαίου οδήγησε σε έκρηξη των ξένων επενδύσεων. Βέβαια οι δικοί μας λησμονούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιρλανδικής περίπτωσης (αγγλοσαξονική χώρα, υποδοχέας αμερικάνικων επενδύσεων για την ευρωπαϊκή αγορά) και μάταια αναμένουν την επανάληψη του «θαύματος».

Αυτό επιβεβαιώνεται από την πορεία των ξένων επενδύσεων στη χώρα μας, όπως προκύπτει από το σχετικό πίνακα. Οι άμεσες παραγωγικές επενδύσεις είναι περιορισμένες. Δεν λείπουν αλλά, παρά τις τυμπανοκρουσίες, το σύνολό τους είναι σχετικά μικρό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις προξενούν τεράστια προβλήματα, περιβαλλοντικά (π.χ. τουριστικές επενδύσεις σε Σητεία και Πύλο) και πολεοδομικά (π.χ. MALL του ομίλου Λάτση στο Μαρούσι). Τα εισερχόμενα ξένα κεφάλαια αφορούν κυρίως επενδύσεις χαρτοφυλακίου, δηλαδή με απλά λόγια, εξαγορές ελληνικών εταιρειών από το διεθνές κεφάλαιο. Και μάλιστα αφού τροποποιηθούν οι εργασιακές σχέσεις (βλ. πρόσφατα ΟΤΕ και λιμάνια) ή αφού φορτωθούν οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις των εργοδοτών στο κράτος (βλ. ΔΕΗ και Εμπορική). Ξαναβρίσκουμε δηλαδή μια σύνδεση με την παραδοσιακή αποικιοκρατική δράση του ξένου κεφάλαιου στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Μια ιδιαίτερη πτυχή αυτού του ζητήματος είναι η δραστηριοποίηση στην Ελλάδα κεφαλαίων των Ελλήνων του εξωτερικού (κοσμοπολίτικου κεφαλαίου), καθώς δυναμώνει ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά. Τέτοια παραδείγματα είναι ο όμιλος Λάτση, ο όμιλος Θ. Αγγελόπουλου, ο όμιλος Λασκαρίδη, οι εφοπλιστές από το City του Λονδίνου. Τόσο το ξένο κεφάλαιο όσο και το κοσμοπολίτικο κεφάλαιο λειτουργούν κερδοσκοπικά χωρίς να δημιουργούν μια αναπτυξιακή δυναμική στους διάφορους τομείς της οικονομίας. Δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη μιας παραγωγικής δομής αλλά για τη συγκυριακή εκμετάλλευση ευκαιριών (π.χ. τουριστικά μεγαθήρια και εμπορικά κέντρα ή επιδοτούμενες από το δημόσιο ιδιωτικές επενδύσεις) ή το ρούφηγμα κερδών (π.χ. τράπεζες).

΄Ετσι σήμερα το ξένο κεφάλαιο ελέγχει σχεδόν ολοκληρωτικά το τραπεζικό σύστημα και μέσω αυτού επηρεάζει καθοριστικά το σύνολο των οικονομικών κλάδων. Επίσης αυτοτελώς έχει θέση από σημαίνουσα έως κυρίαρχη (και πάντως διαρκώς διευρυνόμενη) στους εξοπλισμούς, στο λιανικό εμπόριο, στις επικοινωνίες, στα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, στα χημικά προϊόντα, στο μηχανολογικό εξοπλισμό, στα πετρελαιοειδή, στη διανομή φυσικού αερίου, στην τσιμεντοβιομηχανία, στα ναυπηγεία, στις κατασκευές (μεγάλα έργα), ακόμη και στα προϊόντα καπνού. Με τις προωθούμενες δε απελευθερώσεις των αγορών, όπως λέγονται, είναι βέβαιο ότι ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου θα διευρυνθεί στις επικοινωνίες, στην ενέργεια, στα λιμάνια κ.λπ. Επίσης το ξένο κεφάλαιο ελέγχει περίπου το 45% του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Ως προς τον αστισμό της Ελλάδας όλα τα παραπάνω δείχνουν μια σημαντική υποβάθμιση. Θα λέγαμε ότι όχι μόνον έχουν ενταθεί τα υπεργολαβικά και διαμεσολαβητικά χαρακτηριστικά του αλλά συνολικά ο ρόλος του στα πλαίσια της ελληνικής οικονομίας έχει μειωθεί αισθητά. Την ίδια στιγμή γίνεται καθοριστικός για την οικονομία ο ρόλος όχι απλά των ξένων κεφαλαίων ξεχωριστά παρμένων, αλλά συνολικά των υπερεθνικών κέντρων, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Για το μέλλον

Μια οικονομία υπερχρεωμένη, με αδύναμο παραγωγικό ιστό, με αυτόματο πιλότο τις ιδιωτικοποιήσεις και τις απελευθερώσεις, με χαμηλό και συνεχώς συμπιεζόμενο σε σχέση με την Ε.Ε.-15 εργατικό κόστος (αλλά αρκετά υψηλό σε σχέση με τις χώρες της Ανατ. Ευρώπης), με εξαιρετικά χαμηλές δαπάνες για την έρευνα (τελευταία στην Ε.Ε.-15), με τις επενδύσεις να αξονίζονται γύρω από την κατοικία και τις κατασκευές – τι προοιωνίζονται όλ’ αυτά για τον ελληνικό καπιταλισμό; Τι άλλο από τα πρόθυρα ενός μεγάλου τέλματος, με μόνη διαχειριστική δυνατότητα ένα τελειωτικό ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου (κυρίως του φυσικού περιβάλλοντος που έχει απομείνει) και μια ολομέτωπη επίθεση στο λαϊκό εισόδημα – κι αυτά έχουν άμεση σχέση με την επιχειρούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Όλα τα δεινά μιας βαθιάς ταξικής πόλωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού (σύγχρονου βαλκανικού τύπου) μοιάζουν εικόνες από το κοντινό μέλλον μας. Εκτός κι αν στα αστικά και παγκοσμιοποιητικά τρίπτυχα αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά ένα άλλο: λαϊκή αντίσταση - οργάνωση - ριζική αλλαγή συσχετισμών.

Xρέος γενικής κυβέρνησης

Έτος

Ποσό (σε εκατ. ευρώ)

Ποσοστό του ΑΕΠ

1995

86 876

108.70%

1996

97 793

111.30%

1997

105 180

108.30%

1998

111 034

105.50%

1999

117 103

104.60%

2000

124 763

102.70%

2001

129 549

98.90%

2002

158 887

110.70%

2003

167 723

107.80%

2004

182 702

108.50%

2005

194 666

107.50%

2006

204 240

104.80%

2007

210 605

100.90%

ΠΗΓΗ: Εισηγητικές εκθέσεις προϋπολογισμών

 

Ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα (σε εκατ. ευρώ)

 

2003

2004

2005

Α' εξάμηνο 2006

Άμεσες επενδύσεις

764.7

863.6

679.0

1 009.8

Επενδύσεις χαρτοφυλακίου

12 352.4

14 074.8

7 279.3

1 780.3

(+): καθαρή εισροή

(-): καθαρή εκροή

ΠΗΓΗ: Τράπεζα της Ελλάδος

 

Διεθνείς συναλλαγές της ελληνικής οικονομίας (σε εκατ. ευρώ)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

2003

2004

2005

ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ

11 113.6

12 653.3

14 200.9

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ

33 757.1

38 089.0

41 747.8

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

-22 643.5

-25 435.7

-27 546.9

ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (τουρισμός κλπ)

11 506.5

15 467.0

15 698.1

ΑΘΡΟΙΣΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΚΑΙ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

-11 137.0

-9 968.7

-11 848.8

ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΣΥΝ/ΓΩΝ (*)

-10 024.7

-8 331.0

-12 298.9

(*) Περιλαμβάνονται απολήψεις και πληρωμές προς ΕΕ

ΠΗΓΗ: Τράπεζα της Ελλάδος

 

Μεταβολές δείκτη βιομηχανικής παραγωγής (ποσοστό % σε σύγκριση με προηγούμενο έτος)

 

2001

2002

2003

2004

2005

ΤΙΜΗ 2005 ΜΕ 2000 =100

ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

-1.8%

0.8%

0.3%

1.2%

-0.9%

99.6

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

-2.5%

-0.1%

-0.4%

1.2%

-0.8%

97.4

ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ - ΦΥΣ. ΑΕΡΙΟ - ΝΕΡΟ

-0.1%

1.8%

5.8%

1.4%

0.6%

109.8

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

-0.3%

2.3%

2.9%

0.3%

0.6%

105.9

ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΑ ΑΓΑΘΑ

-13.0%

-7.2%

0.8%

-0.5%

-5.1%

76.8

ΔΙΑΡΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΑ ΑΓΑΘΑ

-14.4%

-15.4%

-3.6%

1.8%

11.4%

79.2

ΠΗΓΗ: Τράπεζα της Ελλάδας

Μια «επισφαλής ανάπτυξη»

του Γ.Δραγασάκη (*)

Η κυβέρνηση της Ν.Δ., όπως άλλωστε έκαναν και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, προβάλλει την «ισχυρή ανάπτυξη» ως το πιο σημαντικό της επίτευγμα. Με τον όρο «ανάπτυξη» εννοεί βεβαίως την αύξηση του ΑΕΠ ανεξάρτητα από τη διανομή του, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να χρησιμοποιεί την αύξηση αυτή ως τον κεντρικό νομιμοποιητικό μηχανισμό της πολιτικής της. Η ιδέα στην οποία στηρίζεται αυτός ο μηχανισμός είναι ότι, αφού αυξάνει ο πλούτος της κοινωνίας, έστω και ψίχουλα θα φτάσουν κάποτε σε όλους.

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να δείξω ότι η ανάπτυξη αυτή είναι βεβαίως καπιταλιστική, αλλά διακρίνεται κι από ορισμένες ιδιαιτερότητες που αναδεικνύουν την «επισφάλεια» σε κύριο χαρακτηριστικό της. Και με την έννοια ότι η συνέχιση αυτής της ανάπτυξης –η διατηρησιμότητά της– είναι επισφαλής, και με την έννοια ότι η ανάπτυξη αυτή δημιουργεί επισφαλείς θέσεις εργασίας, επισφαλή εισοδήματα, επισφαλές κοινωνικό κράτος, επισφαλές περιβάλλον.

Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός καπιταλισμός κατά τη δεκαετία του ’90 είχε στη διάθεσή του ένα συνδυασμό ευνοϊκών παραγόντων που επέτρεψαν την επιτάχυνση της συσσώρευσης και της συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Βασικοί τέτοιοι παράγοντες ήταν η μαζική εισροή οικονομικών μεταναστών, η εισροή ευρωπαϊκών πόρων και το άνοιγμα των αγορών των Βαλκανίων στα ελληνικά προϊόντα.

Το φτηνό και χωρίς διαπραγματευτική δύναμη εργατικό δυναμικό των μεταναστών επέτρεψε να επιβιώσουν οικονομικές δραστηριότητες χαμηλής ανταγωνιστικότητας που αλλιώς θα είχαν καταστραφεί. Οι πόροι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη χαμηλή τους απορροφητικότητα και την κακοδιαχείριση, συνέβαλαν στη διεύρυνση της απασχόλησης και των υποδομών. Τέλος, το άνοιγμα των βαλκανικών αγορών και οι χαμηλές απαιτήσεις τους σε όρους ποιότητας και προδιαγραφών επέτρεψαν την εξαγωγή προϊόντων που δεν μπορούσαν να εξαχθούν στις απαιτητικές αγορές της Ε.Ε.

Οι παράγοντες αυτοί, που έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο και ερμηνεύουν τη σχετικά υψηλή ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά τη δεκαετία του ’90, συνεχίζουν να ασκούν την επιρροή τους και κατά την τρέχουσα δεκαετία, με μειούμενη όμως δυναμική.

Και τούτο γιατί ο αριθμός των μεταναστών τείνει να σταθεροποιηθεί και η μερική έστω νομιμοποίησή τους ενισχύει την τάση σύγκλισης των αμοιβών τους προς εκείνες των Ελλήνων εργαζομένων. Οι πόροι του Δ’ ΚΠΣ είναι αναλογικά μικρότεροι και έχουν ημερομηνία λήξης. Οι αγορές των Βαλκανίων θα παραμείνουν ανοιχτές, αλλά θα γίνουν πιο απαιτητικές.

Παρά την αποδυνάμωση, όμως, των παραγόντων αυτών, η αύξηση του ΑΕΠ μετά το 2000 όχι μόνο συνεχίστηκε, αλλά έγινε και ισχυρότερη, υπερβαίνοντας το 4% κατά μέσο όρο. Πέραν της πρόσκαιρης συμβολής των ολυμπιακών έργων, ο νέος προωθητικός παράγοντας που αναδείχτηκε ήταν ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών λόγω της μείωσης των επιτοκίων, η ανάπτυξη της οικοδομής και της κερδοσκοπίας πάνω στη γη.

Ο δανεισμός των νοικοκυριών από 17% του ΑΕΠ το 2000 έφτασε το 37% το 2005 με τάσεις ισχυρής περαιτέρω αύξησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας το 50% της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης οφείλεται στην πιστωτική επέκταση, δηλαδή το δανεισμό. Αν στο δανεισμό των νοικοκυριών προσθέσουμε το δανεισμό του κράτους και των επιχειρήσεων προκύπτει ότι για κάθε 1 ευρώ που αυξάνει το ΑΕΠ, αυτό το αθροιστικό χρέος αυξάνει κατά 2,5 ευρώ. Η «ισχυρή ανάπτυξη» λοιπόν είναι μια υπερχρεωμένη ανάπτυξη που εξαρτάται σε πρωτοφανή βαθμό από το δανεισμό.

Είναι διατηρήσιμη αυτή η, μέσω του δανεισμού, επέκταση της ανάπτυξης; Εξαρτάται. Αν τα δάνεια χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία νέων περιουσιακών στοιχείων και νέων εισοδημάτων τότε η ανάπτυξη αυτή μπορεί να συνεχίζεται όσο θα επιτρέπει η δυνατότητα ανάληψης νέων δανείων. Όμως, ένα μέρος τουλάχιστον των νέων δανείων χρηματοδοτεί τρέχουσες καταναλωτικές ανάγκες. Το βέβαιο είναι ότι ένα μέρος των μελλοντικών εισοδημάτων θα δεσμεύεται για την εξυπηρέτηση παλαιότερων δανείων. Αυτό θα οδηγήσει σε μείωση της αποταμίευσης, άρα και της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Για τους λόγους αυτούς μάλλον έχει δίκιο η Τράπεζα της Ελλάδας όταν εκτιμά ότι αυτή η ανάπτυξη «δεν είναι βιώσιμη». Βέβαια, η Τράπεζα της Ελλάδας ζητά τον «οικονομικό μετασχηματισμό», εννοώντας μ' αυτό την ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων και των εξαγωγών μέσω μιας πιο αυστηρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Αυτή η ισχυρή ανάπτυξη είναι, συνεπώς, εξαιρετικά επισφαλής ως προς την προοπτική της. Ακόμη και μια ήπια ύφεση ή μια διεθνής αναταραχή μπορεί να μετεξελιχθούν σε μια μακροχρόνια στασιμότητα ή και κρίση, όπως συνέβη στην Πορτογαλία.

Ας υποθέσουμε όμως ότι παρά τις εκτιμήσεις τόσο τις δικές μας όσο και της Τράπεζας της Ελλάδας, η σημερινή ισχυρή ανάπτυξη συνεχίζεται. Τι μπορούν να περιμένουν οι εργαζόμενοι αλλά και η κοινωνία συνολικά απ’ αυτήν;

Όπως και η Τράπεζα της Ελλάδας διαπιστώνει, η ως τώρα ισχυρή ανάπτυξη δεν επέφερε μείωση ούτε των κοινωνικών ανισοτήτων ούτε της φτώχειας. Πράγματι, για να περιοριστούμε σε έναν μόνο δείκτη, το μερίδιο των μισθών έπεσε στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος από 66,7% το 2000 στο 64,8% το 2005. Η φτώχεια όπως τη μετρά η EUROSTAT είναι σταθερή στο 20-22%.

Όμως η φτώχεια διαχέεται σε ευρύτερα στρώματα, αν όχι με τη μορφή της ανέχειας, τότε με τη μορφή της στενότητας ή της ανασφάλειας. Έτσι το 66% των μη φτωχών νοικοκυριών δηλώνουν, σύμφωνα με μια έρευνα της ΕΣΥΕ, μέτρια έως πολύ μεγάλη δυσκολία να καλύψουν τις τρέχουσες συνήθεις ανάγκες τους.

Η ανεργία παρά την ισχυρή ανάπτυξη παραμένει σε υψηλά επίπεδα και νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται κυρίως σε επισφαλείς τομείς όπως εμπόριο, πωλήσεις, οικοδομή, ταβέρνες, εστιατόρια κ.λπ. Είναι δε πολλές απ’ αυτές θέσεις μερικής απασχόλησης, πρόσκαιρες «δουλίτσες», συμβάσεις έργου ή ορισμένου χρόνου.

Τα κέρδη, στο μεταξύ, δεν είναι απλώς προκλητικά υψηλά. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυξάνουν ταχύτερα από την αύξηση του τζίρου, τροφοδοτώντας έτσι έναν πληθωρισμό κερδών που κατατρώγει την ανταγωνιστικότητα των διεθνών τιμών και γίνεται στη συνέχεια μέσο πίεσης για καθήλωση των μισθών και απολύσεις.

Τέλος, αυτή η «ισχυρή ανάπτυξη» συνεισφέρει, ολοένα και λιγότερα έσοδα στο κράτος λόγω της εκτεταμένης φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής. Έτσι, τα φορολογικά έσοδα από 26,5% του ΑΕΠ το 2000 έπεσαν στο 23% το 2006. Αυτή η μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους οδηγεί σε υποχρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας και υγείας, και καθιστά επισφαλές το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης και του κοινωνικού κράτους συνολικά. Πρόβλημα που επιτείνεται από τους υπέρογκους εξοπλισμούς, την αύξηση του κατασταλτικού και του ποινικού κράτους, δηλαδή των δαπανών για το υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, και τη σπατάλη που προκαλεί η κομματική και πελατειακή λειτουργία του κράτους.

Έτσι, αντί να γίνεται αναδιανομή και να αμβλύνονται κάπως οι ανισότητες που προκαλεί η «ανάπτυξη» μέσω του προϋπολογισμού, γίνεται ακριβώς το αντίθετο: αυξάνει η ανισοκατανομή και διευρύνονται οι ανισότητες που πρωτογενώς δημιουργούνται. Ιδίως επί Ν.Δ., κύρια πηγή δημόσιων εσόδων αποδεικνύεται ότι είναι οι έμμεσοι φόροι, που πλήττουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα, ενώ τα έσοδα από τη φορολογία του κεφαλαίου μειώνονται παρά τα υψηλά κέρδη.

Ένα βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου και η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική συνθέτουν ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο πρωτογενώς και ενδογενώς παράγει ανισότητες και επισφάλειες σε πολλά επίπεδα.

Το θέμα επομένως δεν είναι ότι αυτή η «ισχυρή ανάπτυξη» είναι καλή αλλά «δεν διαχέεται ακόμη επαρκώς σε όλη την κοινωνία» όπως λέει η Ν.Δ. αλλά και το ΠΑΣΟΚ. Το θέμα είναι ότι αυτή η ανάπτυξη είναι που δημιουργεί ανισότητες χωρίς, λόγω και της ασκούμενης πολιτικής, να παρέχει τα μέσα για τη, δευτερογενή έστω, άμβλυνσή τους. Με αποτέλεσμα οι ανισότητες και οι επισφάλειες να διαχέονται σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, πολύ πάνω από το όριο που ορίζει η «γραμμή φτώχειας», όπου και αν την τοποθετήσουμε.

Νομίζω ότι αυτή η πραγματικότητα θέτει ορισμένα προβλήματα μερικότερου αλλά και γενικότερου χαρακτήρα. Στα πρώτα θα ήθελα να αναφέρω τον κίνδυνο μέσα σ’ αυτή τη διάχυτη ανασφάλεια να χαθούν τα ιδιαίτερα προβλήματα των πιο φτωχών και πιο σκληρά δοκιμαζόμενων κοινωνικών ομάδων, οι οποίες συχνά δεν έχουν και τη δυνατότητα να διεκδικήσουν, ούτε καν να φωνάξουν.

Στα γενικότερου χαρακτήρα προβλήματα θα ανέφερα την ανάγκη ενός κοινωνικού αγώνα αλλά και μιας αριστερής πολιτικής που θα συνδυάζει την αναγκαία αναδιανομή με την ανάγκη συνολικότερης αλλαγής του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης. Διότι, χωρίς μια πιο ενεργητική, δυναμική και ενιαία παρέμβαση της Αριστεράς, αυτή η αλλαγή του μοντέλου και πάλι θα γίνει, θα γίνει όμως με μια ακόμη πιο σκληρή, σε βάρος των εργαζομένων, αναδιανομή και με ακόμη μεγαλύτερες επισφάλειες για τον κόσμο της εργασίας, την κοινωνία ως σύνολο, και το περιβάλλον.

(Για περισσότερα στοιχεία για την κυβερνητική πολιτική, βλέπε στη Γραπτή Εισήγησή μου για τον Προϋπολογισμό έτους 2007 στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.dragasakis.gr)

(*) Βουλευτής ΣυΡιζΑ

Το καθεστώς εξάρτησης και το πρόβλημα βιωσιμότητας της ελληνικής οικονομίας

του Δ.Καζάκη

Το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας από τη σκοπιά των εργαζομένων δεν αφορά στο τρίπτυχο χαμηλές αμοιβές, μεγάλη ακρίβεια, ξέφρενη ανεργία. Το επίπεδο των αμοιβών, η κατάσταση στην αγορά, οι εργασιακές σχέσεις και η ανεργία δεν είναι τίποτε περισσότερο από συμπτώματα ενός συνολικότερου προβλήματος αναπτυξιακής προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Κι αυτό είναι κάτι που κατανοεί σήμερα ακόμη και ο τελευταίος εργαζόμενος. Κανείς εργάτης δεν είναι τόσο αδαής ώστε να μην αντιλαμβάνεται ότι το βιοτικό επίπεδό του, το μεροκάματο, η θέση και η σχέση εργασίας του, εξαρτώνται άμεσα και καθαρά από τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας, από το συγκεκριμένο προσανατολισμό της και από τον τρόπο καθορισμού των προοπτικών της. Γι’ αυτό και το να απαντήσει κανείς πειστικά στα πιο άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, πρέπει αναγκαστικά να απαντήσει πρώτα στο κεντρικό αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, στο πρόβλημα της προοπτικής της. Διαφορετικά όλες οι προτάσεις για αυξήσεις μισθών, για περιορισμό της ανεργίας, για χτύπημα της ακρίβειας κ.ο.κ., ακόμη κι όταν υποδηλώνουν αγαθές προθέσεις, δεν είναι παρά απλοϊκή δημαγωγία, δεν είναι παρά μια ακόμη προσπάθεια εξαπάτησης των εργαζομένων, όσο κι αν θέλει να τη στολίζει κανείς με αριστερά, υπεραριστερά ή ταξικά επίθετα.

Ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας»

Τι είναι όμως αυτό που προσδιορίζει κυρίαρχα το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας και καθορίζει τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας; Πρώτα και κύρια ο τρόπος ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια αγορά, δηλαδή στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Με άλλα λόγια το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας. Ιστορικά η εξάρτηση αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του επιπέδου, του χαρακτήρα και της συνολικής πορείας του ελληνικού καπιταλισμού. Καταδίκασε εξαρχής την εργατική τάξη και το λαό γενικά σε διπλό ζυγό, σε διπλή εξοντωτική εκμετάλλευση, αφενός από τη ντόπια ολιγαρχία και αφετέρου από το ξένο κεφαλαίο. Η ιστορική ανάγκη για τη ντόπια άρχουσα τάξη να θεμελιώσει την κυριαρχία της στο καθεστώς εξάρτησης, καταδίκασε από παλιά τη χώρα στην κατάσταση της «ψωροκώσταινας», της στέρησε την όποια δυνατότητα αυτοτελούς ανάπτυξης, ενώ τη μετέτρεψε επανειλημμένα σε έρμαιο των ιμπεριαλιστικών τυχοδιωκτισμών και επιδιώξεων. Γι’ αυτό και το εργατικό κίνημα ευθύς εξαρχής έχει συνδέσει την πάλη για τα κοινωνικά και πολιτικά του αιτήματα με την ανατροπή του καθεστώτος εξάρτησης.

Κύριο μέλημα της άρχουσας τάξης ήταν από παλιά η προσπάθεια να εμφανίσει το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας ως κάτι απολύτως «φυσικό», ως τη μοναδική «εγγύηση έναντι των εθνικών κινδύνων», ως «μονόδρομο ένταξης στην παγκόσμια οικονομία», ως αναγκαία «έκφραση της διεθνούς αλληλεξάρτησης». Κι αυτόν που έχει πείσει σήμερα περισσότερο από κάθε άλλον είναι την ίδια την Αριστερά, η οποία έχει αποδεχτεί το καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας είτε ως «αντικειμενική ανάγκη της διεθνοποίησης», είτε ως απόλυτα φυσιολογικό γνώρισμα του καπιταλισμού γενικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο κ. Σημίτης πρωτομίλησε για «ισχυρή Ελλάδα» οι πρώτοι που έτρεξαν να ασπαστούν αυτή τη δημαγωγική ανοησία ήταν οι δυνάμεις της Αριστεράς, είτε για να επιβεβαιώσουν τον αναγκαίο «ευρωπαϊκό» μονόδρομο της χώρας, είτε για να δικαιωθεί επιτέλους η δήθεν αντικαπιταλιστική ιδεοληψία περί «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας». Και είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να αναμασούν τα ίδια ανούσια επιχειρήματα της «ισχυρής Ελλάδας».

Στην πραγματικότητα η κρίση και η παραγωγική υποβάθμιση, η επιδείνωση των εγγενών αδυναμιών, η απουσία σοβαρών επενδύσεων σε σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, η διαρκής αύξηση των εισαγωγών με παράλληλα πλήγματα στην εγχώρια παραγωγή που ήδη πνέει τα λοίσθια, η προβληματική κατάσταση ολόκληρων τομέων της βιομηχανίας γενικά, αλλά και της αγροτικής οικονομίας, η ανυπαρξία ουσιαστικά επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας συνδεδεμένης με την παραγωγή, η υπερχρέωση της χώρας και η απόλυτη χειροτέρευση της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και των επιτευγμάτων της «ισχυρής Ελλάδας».

Η οικονομική διάσταση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης

Υπάρχει σήμερα καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας του ελληνικού καπιταλισμού; Μόνο η σκόπιμη άγνοια των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων θα οδηγούσε κάποιον να απαντήσει αρνητικά. Σήμερα το ξένο κεφάλαιο που εισάγεται ετήσια στη χώρα με τη μορφή δανείων, τοποθετήσεων στην εγχώρια χρηματοπιστωτική αγορά, αλλά και άμεσων επιχειρηματικών επενδύσεων, έχει συνολική αξία που σχεδόν ισοφαρίζει το ΑΕΠ της χώρας.

Πίνακας 1: Καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας (απαιτήσεις μείον υποχρεώσεις, υπόλοιπα έτους σε εκατ. ευρώ)

Περίοδος

Σύνολο

Άμεσες Επενδύσεις

Επενδύσεις χαρτοφυλακίου

Λοιπές επενδύσεις

Συναλλαγματικά διαθέσιμα

2000

-53157

-713

-57426

-1816

13208

2001

-66856

-7902

-58430

-7556

7032

2002

-79566

-6000

-59683

-22897

9014

2003

-101557.2

-8010

-78047.1

-20105.1

4605

2004

-124122.2

-10785

-99089

-16242.2

1994

2005

-149187

-13213

-111448

-26471

1945

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα στον πίνακα 1, όπου φαίνεται η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας. Τι σημαίνει «καθαρή διεθνής επενδυτική θέση»; Σημαίνει απλά το πόσο συνολικό κεφάλαιο εισάγεται στη χώρα αφού αφαιρεθεί το συνολικό κεφάλαιο που εξάγεται. Τι δείχνουν τα στοιχεία; Καταρχήν, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα ήταν και παραμένει χώρα υποδοχής ξένου κεφαλαίου, δηλαδή χώρα καθαρής εισαγωγής κι όχι εξαγωγής κεφαλαίου. Όμως, δεν δείχνουν μόνο αυτό. Η κύρια μορφή εισαγόμενου ξένου κεφαλαίου δεν είναι οι άμεσες επενδύσεις στην οικονομία, αλλά οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου, δηλαδή η εξαγορά πακέτων μετοχών και ο τζόγος στη χρηματιστική αγορά, μαζί με επενδύσεις σε ακίνητα και άλλες μορφές παρασιτικής κερδοσκοπίας, που αναφέρονται ως «λοιπές επενδύσεις». Συνολικά σε κάθε 100 δολάρια καθαρής εισαγωγής ξένου κεφαλαίου, τα 10 μόνο πηγαίνουν σε επιχειρηματικές επενδύσεις στην οικονομία! Η κατάσταση αυτή συνθέτει έναν τόσο ασφυκτικό βραχνά για την ελληνική οικονομία ως σύνολο που δεν της αφήνει κανένα περιθώριο «διορθωτικών παρεμβάσεων», από όποια σκοπιά κι αν θέλει να τις δει κανείς, με δεδομένο αυτό το πλαίσιο οικονομικής εξάρτησης.

Ένα ακόμη πολύ σημαντικό γνώρισμα της καθαρής εισαγωγής κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία είναι το απόλυτο ύψος του. Αν πάρει υπόψη του κανείς ότι το συνολικό ΑΕΠ της χώρας ανερχόταν το 2004 σε 168,4 δισ. ευρώ και το 2005 σε 181 δισ. ευρώ, τότε η καθαρή εισαγωγή κεφαλαίου στη χώρα ανερχόταν για μεν το 2004 στο 73,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2005 στο 82,4%! Πότε άλλοτε υπήρξε μια τέτοια οικονομική εξάρτηση από το εισαγόμενο ξένο κεφάλαιο; Στην πράξη το εισαγόμενο κεφάλαιο σήμερα «αγοράζει» και «πουλά» σε ετήσια βάση ολόκληρη την ελληνική οικονομία. Από το ελληνικό χρηματιστήριο –κι ως εκ τούτου ολόκληρη την ελληνική χρηματαγορά– έως τη χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους, τα πάντα ελέγχονται πρωτίστως από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Είναι δύσκολο να βρει κανείς άλλη ιστορική εποχή του ελληνικού καπιταλισμού, ακόμη και την εποχή του «διεθνούς οικονομικού ελέγχου», όπου το ξένο κεφάλαιο να έπαιζε ένα τόσο καθοριστικό ρόλο.

Για λόγους σύγκρισης μπορούμε να αναφέρουμε ότι το επενδυτικό κεφάλαιο που εξάγεται από τη χώρα δεν ξεπερνά σε ετήσια βάση το 10% του ΑΕΠ της. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών το ύψος των συνολικών επενδύσεων του ντόπιου κεφαλαίου στα Βαλκάνια την τελευταία δεκαετία ανέρχεται στα 12 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 15% του ΑΕΠ (2005). Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει τα μεγέθη για να καταλάβει την πραγματικότητα για την περιβόητη «διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια», που ορισμένοι πούροι «αντικαπιταλιστές» στην Αριστερά κραδαίνουν ως απόδειξη για τον «ιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα της Ελλάδας. Και δεν είναι μόνο αυτό. Πώς διαφημίζει η ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό το ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή; Στο επίσημο φυλλάδιο του υπουργείου Οικονομικών που προορίζεται για ξένους επενδυτές (Νοέμβριος 2006) χαρακτηρίζει το ρόλο της Ελλάδας ως «πύλη για τη Ν.Α. Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις» και περιλαμβάνει μια σειρά δηλώσεις από στελέχη πολυεθνικών που όλες καταλήγουν στο συμπέρασμα: «Είναι πιο εύκολο να εδραιωθείς στα Βαλκάνια διαμέσου της Ελλάδας», όπως δηλώνει ηγετικό στέλεχος πολυεθνικού χρηματιστικού οργανισμού. Αυτό ακριβώς είναι το οικονομικό περιεχόμενο της «ελληνικής διείσδυσης» στα Βαλκάνια.

Οι εξαγορές, οι επενδύσεις και η προσάρτηση μεριδίων αγοράς στις γειτονικές χώρες από ελληνικές επιχειρήσεις και κυρίως από τις ελληνικές τράπεζες γίνεται όχι για να αναβαθμιστεί ο «ιμπεριαλιστικός» ρόλος της Ελλάδας, αλλά για να γίνει πιο ελκυστική η ελληνική οικονομία στο πολυεθνικό κεφάλαιο, για να οικοδομηθούν νέοι δεσμοί εξάρτησης του ντόπιου κεφαλαίου με το πολυεθνικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την τελευταία μεγάλη εξαγορά της τουρκικής Φινάνσμπανκ, η Εθνική οργάνωσε ένα διεθνές roadshow, δηλαδή μια παρουσίαση των «επιτευγμάτων» της τράπεζας επί τόπου στα μεγάλα διεθνή κέντρα του χρηματιστικού κεφαλαίου, με άμεσο σκοπό να προσελκύσει το αγοραστικό ενδιαφέρον κάποιου μεγάλου διεθνούς χρηματοπιστωτικού οίκου για το πακέτο των μετοχών της! Αυτή ήταν η ουσία πίσω από μια κίνηση που πολλοί στην Αριστερά βιάστηκαν να ζητωκραυγάσουν ως επιβεβαίωση του «ελληνικού ιμπεριαλισμού». Η συνολική αυτή πολιτική επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού έχει μεταβάλει όχι μόνο τα πιο ισχυρά ντόπια μονοπώλια, αλλά και το ίδιο το κράτος σε άμεσο εξάρτημα των κερδοσκοπικών επιδιώξεων του πολυεθνικού κεφαλαίου.

Η εμπορική εξάρτηση της χώρας δεν παρουσιάζει καλύτερη εικόνα. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του Πίνακα 2.

Πίνακας 2: Εξαγωγική επίδοση και εισαγωγική διείσδυση στο σύνολο της μεταποίησης (%)

Περίοδος

Εξαγωγική επίδοση

Εισαγωγική διείσδυση

1997

28.7

49.5

1998

28.1

51.5

1999

27.2

50.6

2000

27

52.3

2001

26.1

54.2

2002

25

55

2003

25.2

56.2

2004

24.9

56.8

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας 

Ενώ τη δεκαετία του ’80 η εισαγωγική διείσδυση ξένων προϊόντων και υπηρεσιών δεν ξεπερνούσε το 40% της συνολικής εγχώριας ζήτησης, σήμερα ξεπερνά το 56%. Αντίθετα η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας, παρά τον «εξαγωγικό προσανατολισμό» της, κατρακυλά διαρκώς από το 29% των αρχών του ’90 στο 25% σήμερα. Αυτό υποδηλώνει και μια σοβαρή υποχώρηση του ειδικού βάρους της χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο, που σήμερα κυριαρχείται κατά 75% (έναντι 40% της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου) από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της σύγχρονης βιομηχανίας. Ο περίφημος «εξαγωγικός προσανατολισμός» της χώρας δεν την μετέτρεψε απλά σε εμπορική αποικία, αλλά την οδήγησε σε μια ακόμη πιο περιθωριακή θέση στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς. Το ειδικό βάρος της Ελλάδας στην παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων εξακολουθεί να συρρικνώνεται την τελευταία δεκαετία, υποχωρώντας σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ περισσότερο από 10% συνολικά.

Ο ξένος δανεισμός υπήρξε εξαπαρχής ιδρύσεως του ελληνικού κράτους ένας από τους κύριους και κατά εποχές ο κυριότερος μοχλός ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας. Σήμερα το δημόσιο χρέος αν και επισήμως κινείται γύρω στο 119% του ΑΕΠ για το 2005, ενώ εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 116% του ΑΕΠ για το 2006 ελέω δημοσιονομικών αλχημειών, στην πραγματικότητα με την πρόσθεση και των «κρυφών χρεών», όπως το στρατιωτικό χρέος, η εγγυοδοσία του ελληνικού δημοσίου κ.ά. ξεπερνά το 170% του ΑΕΠ της χώρας. Όμως το κυριότερο είναι το γεγονός ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τοκοχρεολυσίων, δηλαδή η ετήσια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, ξεπερνά ήδη κατά πολύ τον ετήσιο ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την περίοδο 1990-2005 η πληρωμή των τοκοχρεολυσίων αυξήθηκε κατά 676,6%, δηλαδή με ετήσιο ρυθμό 45%, φτάνοντας να αντιπροσωπεύουν για το 2005 το 16,6% του ΑΕΠ της χώρας, τη στιγμή που η συνολική εξαγωγική επίδοση της χώρας δεν ξεπερνά το 25% και η ετήσια άνοδος του ΑΕΠ δεν ξεπέρασε σε ετήσια βάση το 5% για ολόκληρη την τελευταία δεκαπενταετία. Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη η χώρα δεν είναι απλά υπερχρεωμένη στο ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά αντιμετωπίζει άμεσα το φάσμα της χρεοκοπίας, μιας και είναι αδύνατο με τους σημερινούς όρους και συνθήκες εξάρτησης να αντιμετωπιστεί αυτή η υπερχρέωση, ακόμη κι αν στραγγιστεί μέχρι τελευταίας ρανίδας ο λαός και η χώρα. Με άλλα λόγια, το εξωτερικό χρέος θέτει από μόνο του θέμα βιωσιμότητας της ελληνικής οικονομίας. Ειδικά μετά την έλευση του ευρώ η διόγκωση του δημόσιου χρέους έχει γίνει ένα από τα πρωτεύοντα θέλγητρα εισροής ξένου κεφαλαίου με στόχο την κερδοσκοπία με κρατικά έντοκα γραμμάτια. Το ευρώ, δηλαδή, έχει μετατρέψει το δημόσιο χρέος σε μια αυτοτροφοδοτούμενη κερδοσκοπική επιχείρηση για τους μεγάλους «θεσμικούς επενδυτές» του εξωτερικού, δίχως την παραμικρή δυνατότητα αντιστροφής αυτής της τάσης υπό τις υπάρχουσες συνθήκες εξάρτησης.

Το κυρίαρχο γνώρισμα του ελληνικού καπιταλισμού

Το συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική εξάρτηση ήταν και παραμένει το κυρίαρχο γνώρισμα του ελληνικού καπιταλισμού. Μάλιστα το βάθεμα της εξάρτησης σήμερα, κυρίως μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και την αποδοχή του ευρώ, έχει πάρει χαρακτηριστικά που σε άλλες εποχές χαρακτήριζαν ημιαποικίες και αποικίες. Η χώρα πλέον δεν έχει δικό της νόμισμα, ούτε καν είναι σε θέση να διαχειριστεί με τους δικούς της εσωτερικούς όρους και προτεραιότητες τα δημοσιονομικά της. Πόσω μάλλον να σχεδιάσει και να ασκήσει δική της αυτόβουλη πολιτική, ακόμη κι από τη σκοπιά της ντόπιας αστικής τάξης. Αυτό που επιδιώκουν σήμερα οι ντόπιες μονοπωλιακές κορυφές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι είναι να αναδειχθούν σε προτιμώμενους «υπεργολάβους» και ευνοούμενους «σέμπρους», που αξιοποιεί για τις βρομοδουλειές του στην ευρύτερη περιοχή ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ και το «διευθυντήριο» της Ε.Ε. Ανάλογη περίοδος υποτέλειας δύσκολα μπορεί να βρεθεί σ’ ολόκληρη την περίοδο του ελληνικού κράτους από την εποχή της «πράξης υποταγής» του Κωλλέτη (1826).

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας; Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τον άμεσο κίνδυνο οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Η συνολική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ., όπως και των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ πριν, πέρα από τον βάρβαρα αντιλαϊκό τους χαρακτήρα, αποτελούν στην ουσία τους μια κυνική ομολογία ότι ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει έστω και προσωρινά το γενικό ξεχαρβάλωμα και τη συνολική αποδιάρθρωση της οικονομίας. Η πολιτική της κυβέρνησης δεν είναι απλά αποτέλεσμα ταξικής αλαζονείας, αλλά πρώτα και κύρια προϊόν των επιταγών στήριξης του συστήματος της ΟΝΕ και του ευρώ, που ήδη διέρχονται σοβαρή κρίση διαρκείας. Η ελληνική οικονομία και μαζί ο λαός της χώρας πρέπει να θυσιαστεί, να τεθεί σε τροχιά γενικευμένης δυσπραγίας και να μπει στο γύψο επ’ αόριστον, ώστε να αποδειχθεί οικονομικά βιώσιμο το «ισχυρό νόμισμα», το «σύμφωνο σταθερότητας» και τα γνωστά δημοσιονομικά «κριτήρια». Κι αυτό το λένε ανοιχτά. Το παραδέχονται και το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό.

Σ’ αυτές τις συνθήκες οι κυβερνητικές πολιτικές κάνουν τα πάντα για να ενισχύσουν την κερδοσκοπική ασυδοσία των κάθε είδους «επενδυτών» και φυσικά του μεγάλου κεφαλαίου, ενώ για να στηρίξουν την πλασματική ανάπτυξη του ΑΕΠ οδήγησαν τη χώρα και το λαό της στη μέγγενη της υπερχρέωσης. Το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, έχει μεταβληθεί πια σε βασική προωθητική δύναμη του ελληνικού καπιταλισμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι ιδίως μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια η συνολική χρέωση έφτασε να αντιστοιχεί κοντά στο 50% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος όλων των νοικοκυριών, μετατρέποντας την υπερχρέωση σε πρωταρχικό εισοδηματικό πρόβλημα για τα περισσότερα εργατικά νοικοκυριά.

Οι κυβερνητικές πολιτικές δεν περιορίστηκαν στην τεχνητή τόνωση της τελικής καταναλωτικής δαπάνης, δημόσιας και ιδιωτικής, μέσω του χρέους, αλλά προχώρησαν και στη δημιουργία μιας εντελώς κρατικοδίαιτης αγοράς προμηθειών και «μεγάλων έργων» προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η τρομακτική σε έκταση σπατάλη προς όφελος της ιδιωτικής κερδοσκοπίας αποτελεί και μέτρο για να κατανοήσει κανείς τη βαθύτερη αιτία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Όσο περισσότερο ενισχύονται οι διαδικασίες απορύθμισης του κράτους και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας, τόσο περισσότερο ισχυροποιείται η εσωτερική δυναμική των κρατικών ελλειμμάτων, όσο κι αν οι φορολογικές επελάσεις και οι δρακόντειες περικοπές κοινωνικών δαπανών φαίνεται να «στρογγυλεύουν» συγκυριακά το φαινόμενο.

Παρόλα αυτά το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν προχωρά σε σοβαρές επενδύσεις, ιδίως στην παραγωγική βάση της οικονομίας. Οι ανύπαρκτες ουσιαστικά επενδύσεις στην τεχνολογία παραγωγής, σε νέους τομείς και κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, έχουν οδηγήσει όπως είναι φυσικό στη διαρκή παραγωγική υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Κι αποτελούν φυσικά την εγγύηση για την παραπέρα διαιώνιση της μαζικής χρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι ο βαθμός αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού στην ελληνική οικονομία μόλις που κατορθώνει να υπερβεί το 70%, δηλαδή κινείται σε επίπεδο ναδίρ για τις τρεις τελευταίες δεκαετίες! Το «νέο οικονομικό μοντέλο», που τόσο διαφημίζει η παρούσα κυβέρνηση και τόσο πιστά υπηρέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βασίζεται στην προσπάθεια να εξασφαλιστεί ένα  όλο και μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους για το κεφάλαιο σε συνθήκες χρόνιας υπερπαραγωγής, βαθύτερης εξάρτησης και ολοκληρωτικής παραγωγικής υποτίμησης, αποδιάρθρωσης και καταστροφής της οικονομίας. Τα στοιχεία του πίνακα 3 είναι χαρακτηριστικά.

Πίνακας 3: Συνολική μεταβολή του πραγματικού κατά μονάδα «εργατικού κόστους» και της μέσης κερδοφορίας του κεφαλαίου στην Ελλάδα (1990=100)

Έτος

Πραγματικό «εργατικό κόστος»

Μέση κερδοφορία του κεφαλαίου

1991

91,2

102,1

1992

89,5

105,5

1993

88,2

107,5

1994

87,8

111,5

1995

89,2

110

1996

88

113,9

1997

89,8

112,7

1998

90,8

111,4

1999

88,9

116,4

2000

87,3

120,6

2001

85,1

128,2

2002*

84,7

133,4

2003*

84

137,5

2004*

82,7

142

2005*

81,2

147,6

* Εκτιμήσεις της Eurostat

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Eurostat και DG ECFIN

Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ελληνικού καπιταλισμού, η κερδοφορία του κεφαλαίου όχι μόνο δεν συνδέεται με την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά βασίζεται στη συνολική αποδυνάμωσή της και τη μετατροπή της σε έρμαιο των δυνάμεων της παγκόσμιας αγοράς.

Με το να θεωρεί κανείς, λοιπόν, ότι το πρόβλημα της εξάρτησης και ως εκ τούτου το πρόβλημα βιωσιμότητας και προοπτικών της ελληνικής οικονομίας δεν αφορά την Αριστερά, οδηγείται αναγκαστικά σε υιοθέτηση της λογικής της «ψωροκώσταινας» και των άνωθεν επιβεβλημένων «μονόδρομων». Είναι σαν να αποδέχεται ότι η εργατική τάξη, ο λαός δεν μπορεί να έχει λόγο για την τύχη της χώρας του, δεν μπορεί ούτε καν να παρέμβει στη συνολική πορεία που έχουν χαράξει το μεγάλο κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του. Η μεγάλη αγωνία των εκπροσώπων του κεφαλαίου είναι να πείσουν τους εργαζόμενους ότι ως προς το συνολικό πρόβλημα της οικονομίας, τις αναπτυξιακές προοπτικές, το χαρακτήρα και το ρόλο των επενδύσεων, τον τρόπο προσδιορισμού της παραγωγής, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, δεν μπορούν να έχουν καμία διαφορετική προσέγγιση εκτός από εκείνη που επιβάλλουν οι ίδιοι. Γιατί η υιοθέτηση αυτής της λογικής πρέπει να θεωρείται αριστερή στάση και πολιτική; Γιατί θα πρέπει να πιστέψουμε το κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του και να διαγράψουμε από τον πολιτικό προβληματισμό της εργατικής τάξης το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης; Υπάρχει καλύτερη υπηρεσία προς την άρχουσα τάξη από την άρνηση να αναδειχθεί το βασικό στήριγμα της εξουσίας της, δηλαδή το καθεστώς εξάρτησης, σε προνομιακό πεδίο πάλης της εργατικής τάξης και του λαού, στο όνομα μιας δήθεν αντικειμενικής διεθνοποίησης ή καθαρής ταξικής πάλης;

Η παραγνώριση της εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό και ειδικότερα από την Ε.Ε., οδηγεί αναπόφευκτα στην συνθηκολόγηση με την άρχουσα τάξη, ακριβώς στο πιο κρίσιμο ζήτημα της ταξικής πάλης σήμερα: στο ζήτημα των άμεσων προοπτικών της χώρας και του λαού της. Όσες αριστερές δικαιολογίες κι αν επικαλείται κανείς, όσες φανφάρες ριζοσπαστισμού κι αν παιανίζει. Κανένα πρόβλημα δημοκρατίας και κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τη σκοπιά των εργαζομένων δίχως να τεθεί επί τάπητος και εκ προοιμίου η ανάγκη της πάλης ενάντια στο καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας. Δίχως να αναδειχθεί πρώτα απ’ όλα η ανάγκη για την άμεση αποδέσμευση από την Ε.Ε., για τον απεγκλωβισμό της χώρας από το ευρώ και την ΟΝΕ. Η απαλλαγή από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για μια ριζικά διαφορετική πορεία του τόπου και του λαού, για την πραγματική αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας, αλλά και για νέες διεθνείς σχέσεις ανάμεσα σε κράτη και λαούς. Με την απαλλαγή αυτή συνδέεται αδιάρρηκτα η κατάκτηση της δημοκρατίας στη χώρα και η ανεξάρτητη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη προς όφελος του λαού. Γι’ αυτό και σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά αριστερή πρόταση υπέρ του λαού, υπέρ της δημοκρατίας, υπέρ της εργατικής τάξης αν δεν ξεκινάει από το πιο στοιχειώδες: την πάλη για την ανατροπή του καθεστώτος εξάρτησης και υποτέλειας με πρώτο άμεσο και αποφασιστικό βήμα την αποδέσμευση της χώρας από το ευρώ και την Ε.Ε. 

Στρατηγική επιλογή η μετατροπή της χώρας σε εμπορομεσιτικό διαμετακομιστικό κέντρο

Τι δείχνουν οι αλλαγές στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας

του Σπύρου Παναγιώτου

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με ενδιάμεσο επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας της. Δεν ανήκει στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του G7 ή G8. Δεν ανήκει στις καθυστερημένες οικονομικά χώρες, όσον αφορά το βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ή την ενσωμάτωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να συγκριθεί με χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού (π.χ. Σουηδία, Ολλανδία, Ελβετία) που διατηρούν ισχυρά πολυκλαδικά μονοπωλιακά συγκροτήματα και κατέχουν σημαντικές θέσεις σε κομβικούς τομείς της παγκόσμιας οικονομίας.

Είναι μια χώρα καπιταλιστική με κύριο χαρακτηριστικό την πολύπλευρη εξάρτησή της (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά) από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, κύρια το αμερικάνικο και το ευρωπαϊκό. Ο ενδιάμεσος χαρακτήρας της δεν σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με το ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων. Ιδιαίτερη σημασία για τον χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας έχει η διεθνοποίησή της, η ενσωμάτωσή της δηλαδή στην παγκόσμια οικονομία και κυρίως στη δυτικοευρωπαϊκή. Το τελευταίο διάστημα έχουν υπάρξει σημαντικές ρυθμίσεις στο επίπεδο των θεσμών και της νομοθεσίας και παράλληλα έχει επιταχυνθεί η ανάπτυξη των υποδομών (οδικοί άξονες, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, τουριστικές υποδομές κ.λπ.) που της επιτρέπουν να αποκτά ρόλο στις δυτικοευρωπαϊκές εξελίξεις. Την ίδια στιγμή, παρά το γεγονός ότι δεν απέκτησε ποτέ ισχυρή βιομηχανία, έχει προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό η εμπέδωση των καπιταλιστικών σχέσεων που την καθιστά σχετικά αποτελεσματική.

Αν εξετάσουμε το βαθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, παρά τους σημαντικούς περιορισμούς, με βάση το ΑΕΠ παρατηρούμε ότι το τελευταία 4-5 χρόνια καταγράφεται μια σημαντική ανάπτυξη, τουλάχιστον στους αριθμούς.

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας, με στοιχεία του 2004, διαμορφώθηκε στα 164,4 δισ. ευρώ και το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν το 2003 έφτασε τα 15.659 δολάρια ΗΠΑ (σε τρέχουσες τιμές και ισοτιμίες). Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τα δύο αυτά ενδεικτικά μεγέθη έχουμε τα δεδομένα που φαίνονται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1: Διαμόρφωση ΑΕΠ και κατά κεφαλήν ΑΕΠ για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες

Χώρα

ΑΕΠ (σε δις €)

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε $)

Γερμανία

2185

29100

Αγγλία

1704

30200

Γαλλία

1602

28600

Ισπανία

791,6

20500

Αυστρία

231,7

31300

Ολλανδία

463,8

31500

Ιταλία

1348

25300

Σουηδία

277

33700

Πορτογαλία

135,1

14100

Και από αυτά τα στοιχεία γίνεται, ως ένα βαθμό, φανερή η απόσταση που χωρίζει τη χώρα από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικά δυνάμεις της Ε.Ε.

Αλλαγές στη διάρθρωση της οικονομίας

Στη διάρκεια των τελευταίων 25-30 χρόνων συντελέστηκαν στην Ελλάδα σημαντικές ανακατατάξεις στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Οι περισσότερες από αυτές είναι άμεση αντανάκλαση των αλλαγών και τροποποιήσεων που έγιναν στον παγκόσμιο χώρο και ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή μας – Ανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή. Είναι αδύνατο να κατανοηθούν οι τρέχουσες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις χωρίς να επισημανθούν αυτές οι γεωπολιτικές αλλαγές, η σχετική υποβάθμιση της θέσης και κατά συνέπεια του ρόλου της χώρας στη διεθνή σκηνή.

Σημαία των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων τα τελευταία 25-30 χρόνια στάθηκαν ο ευρωπαϊσμός, ο εκσυγχρονισμός και πιο πρόσφατα οι «μεταρρυθμίσεις». Πρόκειται για έννοιες και πολιτικές πρακτικές που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Η κάθε μια αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης σε μια σταθερή και ενιαία αντιλαϊκή κατεύθυνση. Με αυτά τα όπλα έγινε δυνατή η απόσπαση μιας ορισμένης κοινωνικής και κυρίως πολιτικής συναίνεσης με ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, που επέτρεψε την επιτάχυνση οικονομικών και πολιτικών αναδιαρθρώσεων και την προσαρμογή της χώρας στα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι σημαντικές σε βάρος δικαιωμάτων και κατακτήσεων του κόσμου της δουλειάς.

Μια εικόνα των αλλαγών που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία δίνει η εξέλιξη της διάρθρωσης του ΑΕΠ. Ο πίνακας 2 είναι χαρακτηριστικός καθώς δείχνει την υποχώρηση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής και την αύξηση του λεγόμενου τριτογενούς τομέα.

Πίνακας 2: ΑΕΠ κατά τομείς δραστηριότητας (%)

Έτος

Γεωργία

Βιομηχανία

Υπηρεσίες

1980

15,46

30,4

56,77

1990

10,7

27,6

64,29

1998

7,3

23,28

67,03

Από τον πίνακα 2 γίνεται φανερό ότι ανάμεσα στα χρόνια 1980-1998 η γεωργική παραγωγή σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ συρρικνώθηκε από το 15,46% στο 7,3%. Αντίστοιχα, το ίδιο διάστημα, η βιομηχανία στο σύνολό της συμμετέχει από το 30,4% στο 23,28% στο ΑΕΠ. Η ελληνική βιομηχανία δημιουργεί μόνο το 15,5% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και το 17,5% της απασχόλησης.

Οι εξελίξεις αυτές που δυναμώνουν τα τελευταία χρόνια δικαιολογημένα θέτουν σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα της ανάπτυξης που καταγράφεται στα χαρτιά. Γιατί η αύξηση του ΑΕΠ σχετίζεται άμεσα με την εισροή κεφαλαίων από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και τη σημαντική αύξηση της εγχώριας ζήτησης, που ατμομηχανή της αποτέλεσε η Ολυμπιάδα και τα μεγάλα έργα που βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιδιωτική κατανάλωση, που σημειώνει και αυτή αυξητικές τάσεις, στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στον τραπεζικό δανεισμό, η μεγέθυνση του οποίου τροφοδοτεί αστάθειες του οικονομικού συστήματος με απρόβλεπτες συνέπειες την ίδια στιγμή που το χρέος της χώρας παραμένει σταθερά πάνω από το 105% του ΑΕΠ.

Η αύξηση του ΑΕΠ των τελευταίων χρόνων συντελείται σε μια περίοδο πλήρους αποδιοργάνωσης της παραγωγικής μηχανής της χώρας όπως καταγράφεται με την εκτεταμένη αποβιομηχάνιση και την ανατίναξη της γεωργικής παραγωγής με κύριο θύμα τη μικρή και μεσαία αγροτική παραγωγή. Στο γεωργικό τομέα έχουμε συρρίκνωση του αριθμού των απασχολουμένων στην γεωργία, μείωση του γεωργικού εισοδήματος, κυρίως των μικρών και μεσαίων παραγωγών, σημαντική αύξηση των εισαγωγών γεωργικών προϊόντων από τρίτες χώρες με αποτέλεσμα την αύξηση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων.

Στη βιομηχανία, το ένα τέταρτο της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης προέρχεται από τον κλάδο τροφίμων και ποτών, δηλαδή από τα βασικά διατροφικά αγαθά που πρέπει να καταναλωθούν. Το 12% προέρχεται από την κλωστοϋφαντουργία, που βρίσκεται ταυτόχρονα σε μακρόχρονη κρίση. Αντιθέτως, τείνει στο μηδέν (0,05%) η αξία του κλάδου ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά και ιατρικών οργάνων (0,28%) και οχημάτων (0,46%) ενώ πολύ μικρή είναι η συμμετοχή των ραδιοτηλεοπτικών συσκευών (2%) και των ηλεκτρικών μηχανών (2%). Στην Ελλάδα, οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας παράγουν μόλις το 8,8% της συνολικής προστιθέμενης αξίας έναντι του 23,3% στην Ε.Ε. Δημιουργούν επίσης το 7,6% των θέσεων απασχόλησης έναντι του 18,2% στην Ε.Ε. Την ίδια στιγμή που οι ιρλανδικές εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας φτάνουν στο 46,77% του συνόλου, στην Ελλάδα μετά βίας καλύπτουν το 9,6% των εξαγωγών.

Με βάση αυτές τις εξελίξεις δεν είναι παράδοξο που οι εξωτερικές συναλλαγές της χώρας συνεισφέρουν αρνητικά στην αύξηση του ΑΕΠ σαν το συνδυασμένο αποτέλεσμα της μείωσης της βιομηχανικής παραγωγής που οδηγεί σε εκτεταμένες εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αλλά και της μικρής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (πολιτική σκληρής δραχμής στο παρελθόν, ακριβό ευρώ τώρα κ.λπ.).

Ανάπτυξη τριτογενούς τομέα

Αν η ανατίναξη της γεωργικής παραγωγής και η αποβιομηχάνιση αποτελούν τη μια πλευρά, η μεγέθυνση των υπηρεσιών αποτελεί την κύρια τάση των τελευταίων δεκαετιών.

Στρατηγική επιλογή του αστισμού αποτελεί η μετατροπή της χώρας σε ένα μεγάλο εμπορομεσιτικό διαμετακομιστικό κέντρο και σε κέντρο υποδοχής τουρισμού και υπηρεσιών κυρίως προς τα Βαλκάνια, τις χώρες της Α. Ευρώπης και της Μ. Ανατολής. Η κατασκευή των υποδομών που γνωρίζουμε το τελευταίο διάστημα, οι μεγάλες οδικές αρτηρίες, τα αεροδρόμια, οι επεκτάσεις των λιμανιών, οι επενδύσεις σε μεγάλες τουριστικές μονάδες, η συμμετοχή σε ενεργειακούς κόμβους κ.λπ. αυτό το στόχο υπηρετούν. Από κοντά εξελίσσεται και το έργο αναδιάταξης του τραπεζικού τομέα με συγχωνεύσεις και εξαγορές αλλά και με μια εξόρμηση προς τη Βαλκανική και γειτονικές χώρες, πάντα κάτω από την καθοδήγηση των ξένων κεφαλαίων που σταδιακά κυριαρχούν στη μετοχική τους σύνθεση.

Αυτοί οι τομείς, που αποτελούν το λεγόμενο δυναμικό κομμάτι της «ισχυρής Ελλάδας», παρουσιάζουν την πιο ισχυρή ανάπτυξη το τελευταίο διάστημα. Σημαντικές νομοθετικές ρυθμίσεις που προωθήθηκαν το τελευταίο διάστημα και αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό είτε ακόμα μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς στην ιδιωτική πρωτοβουλία σχετίζονται με το τομέα των υπηρεσιών. Κεντρική όμως σημασία έχει το γεγονός ότι ο τομέας των υπηρεσιών ελέγχεται άμεσα από το διεθνές κεφάλαιο όσον αφορά τα κεφάλαια και το δανεισμό ή τη μετοχική σύνθεση των επιχειρήσεων. Αλλά ακόμα από αντίστοιχες μονοπωλιακές εταιρείες ελέγχεται η τεχνογνωσία, η έρευνα, οι αναγκαίες πρώτες ύλες κ.λπ. Πάνω σε αυτή τη βάση δημιουργούνται υπεργολαβικές σχέσεις με ελληνικές εταιρείες ή ακόμα και δημιουργούνται εταιρείες στη βάση της αντιπροσώπευσης. Έτσι ο ελληνικός αστισμός και ιδιαίτερα το δυναμικό του κομμάτι παίζει το ρόλο «πιονιέρου» στις νέες αγορές που διαμορφώνονται στην περιοχή, ανοίγοντας το δρόμο και αναλαμβάνοντας ρίσκα για λογαριασμό τρίτων. Πρόκειται για ένα σχέδιο σημαντικό που όμως εκδηλώνεται σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης συντονισμένης στα βασικά ιμπεριαλιστικά κέντρα αλλά και έντονων ανακατατάξεων στη περιοχή «ευθύνης» του ελληνικού αστισμού και οξύτατων αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η αποδυνάμωση του ελληνικού αστισμού, η απώλεια συγκριτικών πλεονεκτημάτων του παρελθόντος και η εξόφθαλμη εθελοδουλία του τον καθιστούν αποδυναμωμένο παίκτη στην περιοχή με απρόβλεπτες συνέπειες. 

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας: προβλήματα, αντιθέσεις, προοπτικές

του Γ.Τόλιου (*)

Με την κατάθεση του νέου κρατικού προϋπολογισμού 2007, τα ζητήματα τα οικονομικής πολιτικής ήλθαν με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο. Χρειάζεται ανάλυση των εξελίξεων για εκτίμηση των μελλοντικών προοπτικών και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της ταξικής πάλης, παράλληλα με την προβολή της εναλλακτικής πολιτικής της Αριστεράς.

Η κατάσταση της οικονομίας το 2006

Η ελληνική οικονομία, συνεχίζοντας την παράδοση της τελευταίας δεκαετίας, είχε και αυτό το χρόνο καλή σχετικά επίδοση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε σταθερές τιμές αυξήθηκε από 3,7% το 2005 σε 3,8% το 2006, ενώ το ίδιο ποσοστό του 3,8% προβλέπεται το 2007. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ε.Ε. ήταν 1,4% και 2,6% και η πρόβλεψη για το 2007 είναι 2,1%. Οι σχετικά υψηλότεροι ρυθμοί του ΑΕΠ αξιοποιούνται από την κυβέρνηση ως απόδειξη «επιτυχούς οικονομικής πολιτικής», «ισχυρής οικονομίας» κ.ά.

Ωστόσο μια προσεκτικότερη ανάλυση τω δεδομένων αποκαλύπτει την ύπαρξη ευνοϊκών εξωγενών παραγόντων που η δράση τους εξαντλείται στο εγγύς μέλλον, ενώ η ανάπτυξη με βάση ενδογενή κριτήρια δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο δυναμισμό. Οι παράγοντες αυτοί αφορούν τα υπόλοιπα των κοινοτικών πόρων του Γ’ ΚΠΣ (τυπικά κλείνει το 2006 αλλά η απορρόφησή τους διατηρείται ως το 2008), καθώς και ο υψηλός δανεισμός δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (κυρίως νοικοκυριών προκειμένου να συγκρατήσουν το επίπεδο κατανάλωσης), που τροφοδοτεί τεχνητά υψηλότερη ζήτηση. Αυτό εξηγεί και το ρυθμό αύξησης των επενδύσεων το 2006 (8,8% – ιδιωτικές 9,6% και δημόσιες 10,4%), οι οποίες ωστόσο προβλέπεται να μειωθούν κατά 7,4% το 2007. Συνεπώς δεν δικαιώνονται συμπεράσματα για καλή πορεία της οικονομίας. Από την άλλη η εξέταση αποκλειστικά του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ, σε απόσπαση από τη σύνθεσή του και άλλους οικονομικούς δείκτες, συσκοτίζει την αληθινή κατάσταση της οικονομίας.

Ένταση των διακλαδικών δυσαναλογιών

Ειδικότερα στον αγροτικό τομέα, με την εφαρμογή της νέας κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ), έχουμε μείωση παραγωγής βασικών προϊόντων (βαμβάκι, καπνός, τεύτλα-ζάχαρη, σιτηρά κ.ά.), με αποτέλεσμα τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος, το οποίο στη συνέχεια περικόπτεται από τη μείωση των επιδοτήσεων, το αυξημένο κόστος παραγωγής και το άνοιγμα της γνωστής ψαλίδας τιμών μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή. Η μεγάλη πλειοψηφία των μικρομεσαίων αγροτών βρίσκονται ήδη σε δεινή θέση που θα ενταθεί στην πορεία ως το 2013 οπότε και θα επανεξεταστεί η ΚΑΠ. Όσον αφορά τον τομέα της βιομηχανίας, ο πυρήνας της, η μεταποίηση, βρίσκεται την τελευταία πενταετία σε στασιμότητα (το μερίδιο στο ΑΕΠ ανέρχεται γύρω στο 11-12%). Διατηρεί την παραδοσιακή κλαδική δομή, οι κλάδοι νέων τεχνολογικών αποτελούν οριακό μέγεθος στην προστιθέμενη αξία, ενώ ο χώρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων συμπιέζεται, μαζί και ο κόσμος της εργασίας σε αυτές. Από τους υπόλοιπους τομείς της υλικής παραγωγής, οι κατασκευές παίζουν κάποιο ρόλο λόγω έργων σε εξέλιξη, ο τομέας της ενέργειας εμφανίζει μια κινητικότητα (ανανεώσιμες μορφές ενέργειας), όπως και ο τομέας τηλεπικοινωνιών (κινητή τηλεφωνία). Όλοι οι υπόλοιποι εντάσσονται στη σφαίρα των υπηρεσιών και το μερίδιό τους προσεγγίζει το 65% του ΑΕΠ (χρηματοπιστωτικές εργασίες, τουρισμός, μεταφορές, εστίαση, ψυχαγωγία κ.ά.), εντείνοντας τα χαρακτηριστικά «τριτογενοποίησης» της οικονομίας. Ακριβώς το μεγάλο μερίδιο των υπηρεσιών αποτελεί παράγοντα παραμόρφωσης (υπερεκτίμησης) του μεγέθους του ΑΕΠ, διότι προσμετράται και η τελική κατανάλωση εισοδήματος και όχι μόνο η δημιουργία του, όπως συμβαίνει κυρίως στην υλική παραγωγή. Κατά συνέπεια η ελληνική οικονομία ως σύνολο παρουσιάζει μεγάλες διακλαδικές δυσαναλογίες που κάνουν προβληματική την αυτοτελή της επιβίωση. Αυτό εκδηλώνεται ιδιαίτερα έντονα στον τομέα των διεθνών συναλλαγών, όπου το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια σχεδόν κατά 50%. Με βάση στα στοιχεία Ιανουαρίου-Αυγούστου, από -16.503 εκατ. ευρώ το 2004, ανήλθε σε -17.632 το 2005 και σε -23.138 εκατ. ευρώ το 2006, δείχνοντας ότι η «ισχυρή οικονομία» στηρίζεται στην ουσία σε πήλινα πόδια.

Πρωτογενής και δευτερογενής ανισοκατανομή εισοδήματος

Ωστόσο η θεώρηση των εξελίξεων δεν σταματά εδώ. Είναι ανάγκη να δούμε την πορεία και ορισμένων άλλων σημαντικών δεικτών για μια σαφέστερη εικόνα. Ειδικότερα από πλευράς πληθωρισμού, το ύψος του το 2005 ανήλθε σε 3,7% και το 2006 σε 3,4% (στην ευρωζώνη ήταν 2,2% και 2,2% αντίστοιχα), ενώ η ανεργία ανήλθε σε 10,4% το 2005 και σε 9,2% το 2006 (στην ευρωζώνη 8,6% και 8% αντίστοιχα). Στον τομέα των μισθών και κερδών, τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής περιορίζουν σταθερά την αγοραστική δύναμη των μισθών και συντάξεων, ενισχύοντας αντίστοιχα τα κέρδη των επιχειρήσεων, κυρίως των μεγάλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι 83 εταιρείες μεγάλης κεφαλαιοποίησης στο Χρηματιστήριο Αθήνας (γύρω στο 25% του συνόλου) συγκέντρωσαν το 2006 το 96% των κερδών όλων των εισηγμένων (6,4 δισ. ευρώ σε σύνολο 6,7 δισ.), αυξάνοντας τα κέρδη τους κατά 54%. Αντίθετα οι αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο νέο χρόνο προβλέπεται ότι θα κινηθούν γύρω στο 3,3% (λιγότερο από το ύψος του πληθωρισμού και πολύ κάτω από τις ανατιμήσεις βασικών ειδών που φτάνουν από 5% και 7% έως και 10%). Παράλληλα με την αύξηση της φορολογίας, επέρχεται ευρύτερη δευτερογενής ανακατανομή εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων. Οι έμμεσοι φόροι που πλήττουν τα λαϊκά στρώματα αυξάνονται κατά 8,8% (από 28,2 δισ. ευρώ σε 28,5 δισ.), η φορολογία φυσικών προσώπων 6,8% (από 9,1 σε 9,7 δισ.), ενώ των νομικών (Α.Ε., ΕΠΕ, κ.ά.) μόλις 2,7% (από 4,5 σε 4,6 δισ.), διευρύνοντας τις εισοδηματικές και κοινωνικές ανισότητες.

Ιδιωτικοποιήσεις: πηγή πλουτισμού για ιδιώτες και πολυεθνικές

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική διαμορφώνει ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες για επιτάχυνση των διαδικασιών συσσώρευσης κεφαλαίου, ισχυροποίησης των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και στήριξης της διεθνικής τους επέκτασης. Βασικός μοχλός ενίσχυσης είναι η πολιτική ιδιωτικοποιήσεων και οι ποικίλες ευνοϊκές ρυθμίσεις. Ήδη στον τραπεζικό τομέα βιώνουμε τη μετάβαση από τα κρατικά στα ιδιωτικά τραπεζικά μονοπώλια, με ισχυροποίηση της θέσης των ξένων τραπεζικών ομίλων. Εκτός από τους τρεις μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους (Alpha Bank, Eurobank και Πειραιώς), ο όμιλος της Εθνικής έχει σχεδόν μετατραπεί σε ιδιωτικό, ενώ αυτός της Εμπορικής εξαγοράστηκε από τη γαλλική Credit Agricole. Σε τροχιά ιδιωτικοποίησης βρίσκονται ο όμιλος  της Αγροτικής και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Η προκλητική κερδοφορία των τραπεζών (50-60% το χρόνο), είναι αποτέλεσμα αρνητικών επιτοκίων στις λαϊκές αποταμιεύσεις (κάτω του πληθωρισμού) και υψηλών επιτοκίων χορηγήσεων (καταναλωτικών δανείων και κρατικών δανείων).

Στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων (ΔΕΚΟ), η νέα σχεδιαζόμενη πώληση 20% των μετοχών του ΟΤΕ θα περιορίσει τη συμμετοχή του Δημοσίου στο 18%, χάνοντας τη δυνατότητα άσκησης ρόλου. Το ίδιο προοιωνίζεται για τη ΔΕΗ, τα ΕΛΠΕ, τον ΟΛΠ και ΟΛΘ, την ΕΥΔΑΠ κ.ά. Από την άλλη, όλο και περισσότερο χρησιμοποιούνται τα ΣΔΙΤ (συνεργασία δημόσιου-ιδιωτικού) για παραχώρηση δημόσιων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα. Η περίπτωση παραχώρησης του χώρου του Ασκληπιείου Βούλας για εκμετάλλευση στο ιδιωτικό θεραπευτήριο «Υγεία» (θυγατρική του χρηματοπιστωτικού ομίλου Marfin), δείχνει τη συνειδητή προσπάθεια της κυβέρνησης να διευκολύνει με κάθε τρόπο την κερδοσκοπική δράση του ιδιωτικού κεφαλαίου στην υγεία. Γι’ αυτό και κάθε χρόνο περιορίζει τις δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ (φέτος μόλις 2,7%) ενώ θα ‘πρεπε με βάση τις ανάγκες να τις διπλασιάσει.

Όλα για τη διεθνή επέκταση του ελληνικού κεφαλαίου

Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις και η αυξημένη κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου αποτελούν όχημα για διεθνή επέκταση της δράσης του όχι μόνο στις βαλκανικές χώρες, αλλά ως τη μακρινή… Κίνα. Παρότι για ευνόητους λόγους δεν μπορούμε να παραθέσουμε αναλυτικά στοιχεία, θα περιοριστούμε σε ορισμένα, που συμπυκνώνουν τον τρόπο αξιοποίησης του πλούτου που απομυζούν από την ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στην περιοχή των Βαλκανίων λειτουργούν σήμερα 8.000-10.000 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, στις οποίες αναλογεί 25-33% των συνολικών ξένων επενδύσεων και απασχολούν πάνω από 150.000 άτομα. Ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα, το δίκτυο των ελληνικών τραπεζικών ομίλων στην περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης υπερβαίνει τα 1.600 καταστήματα, από τα οποία προέρχεται το 20% των κερδών τους. Επίσης στη μακρινή Κίνα, η παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων αυξάνει ραγδαία. Πάνω από 60 ελληνικοί όμιλοι διαθέτουν θυγατρικές εταιρείες με επενδύσεις που ξεπερνούν τα 200 εκατ. ευρώ. Ωστόσο οι καλύτεροι πελάτες των Κινέζων είναι οι Έλληνες εφοπλιστές, οι παραγγελίες των οποίων στα ναυπηγεία της Κίνας ανήλθαν το α’ εξάμηνο του 2006 σε 11,35 δισ. δολάρια (118 νέα πλοία αξίας 6,6 δισ. και 151 μεταχειρισμένα αξίας 4,75 δισ.), όπως και αντίστροφα οι Κινέζοι θεωρούνται οι καλύτεροι πελάτες των Ελλήνων εφοπλιστών για μεταφορά διεθνών φορτίων (καύσιμα, μεταλλεύματα, προϊόντα, κ.ά.).

Το συμπέρασμα που βγαίνει από την ως τώρα ανάλυση είναι ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική αποτελεί βασικό ταξικό εργαλείο για τις ανάγκες αναπαραγωγής και επέκτασης των συμφερόντων της ολιγαρχίας. Παρά τη μεγάλη σημασία του αγώνα για την υπεράσπιση βασικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζόμενων, είναι ταυτόχρονα πολύ σημαντικός ο αγώνας για τη συνολική ανατροπή αυτής της πολιτικής και των δυνάμεων που την προωθούν, για προώθηση μιας εναλλακτικής πολιτικής σε όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των πραγματικών δημιουργών του υλικού και πνευματικού πλούτου της κοινωνίας.

(*) Οικονομολόγος-ερευνητής, μέλος Π.Γ. ΣΥΝ

Διπρόσωπος Ιανός η ελληνική οικονομία

του Λ.Βατικιώτη

Ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο –με αφορμή την κατάθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2007– οι προσπάθειες της κυβέρνησης να εξωραΐσει τη βαθιά αντιλαϊκή, ταξική πολιτική που ακολουθεί στην οικονομία. Με κύριο όπλο την προβολή μιας αμφίβολης αποτελεσματικότητας φορολογικής μεταρρύθμισης που στοχεύει κυρίως στα μεσαία εισοδήματα και την επαναλαμβανόμενη επίκληση των σχετικά υψηλών (για τα μέτρα της Ε.Ε.) ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ, αυτό που επιχείρησε να αποκρύψει είναι η εισοδηματική και κοινωνική πόλωση που συντελείται μεθοδικά την τελευταία δεκαπενταετία και με επιταχυνόμενο ρυθμό τα τελευταία χρόνια, οδηγώντας σε παροξυσμό τις ταξικές αντιθέσεις.

Αδιάψευστους μάρτυρες αυτής της πολιτικής που με ενιαίο τρόπο εφαρμόζεται από τον αστικό συνασπισμό εξουσίας την τελευταία δεκαπενταετία αποτελούν:

Οι 414.000 άνεργοι που καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 2006, αποτελώντας το 8,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αριθμός που για την κυβέρνηση προκαλεί ανακούφιση μια και υπολείπεται αισθητά των 453.000 ανέργων που καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 2005 (9,9%) –λόγω της αλλαγής που επέβαλε η EUROSTAT στις μεθόδους μέτρησης της ανεργίας παύοντας να θεωρεί άνεργους επιπλέον τμήματα της εργατικής τάξης που απασχολούνται με όρους ελαστικής και εποχιακής εργασίας–, για την ίδια την κοινωνία και την εργαζόμενη πλειοψηφία όμως συνιστά χαίνουσα πληγή που υποβαθμίζει δραματικά το συνολικό επίπεδο διαβίωσης και τη μαχητικότητα της τάξης.

Το πάγωμα των μισθολογικών αυξήσεων όπως συντελείται μέσω των απαράδεκτα χαμηλών αυξήσεων που προβλέπουν τόσο οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που υπογράφει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία στον ιδιωτικό τομέα –διετούς μάλιστα διάρκειας ώστε να μη διαταράσσεται το κλίμα «εργασιακής ειρήνης»–, όσο και η εισοδηματική πολιτική που μονομερώς ανακοινώνει η κυβέρνηση για το δημόσιο τομέα.

Η βίαιη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων στην κατεύθυνση της ελαστικοποίησης όπως προωθείται με κορυφαία παραδείγματα το νόμο του Παναγιωτόπουλου (2005) που καταργεί το οκτάωρο, τη διαιώνιση του θεσμού των συμβασιούχων και την κατάργηση της μονιμότητας στις ΔΕΚΟ, μέτρο-προάγγελος της κατάργησης της μονιμότητας ακόμη και στον αμιγώς δημόσιο τομέα.

Η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων για το 2007 όπως διατυπώνεται στο νέο προϋπολογισμό όπου έχουν προβλεφθεί έσοδα ύψους 1,7 δισ. ευρώ από το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας κι ενώ το 2006 τα αντίστοιχα έσοδα ανήλθαν σε 1,74 δισ. ευρώ. Για το νέο έτος ειδικότερα το πολυώδυνο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων –που υπό την τρέχουσα νεοδημοκρατική του διαχείριση κατέστη σαφές μέσω του παραδείγματος του ΟΤΕ πως αποτελεί συνώνυμο της μισθολογικής υποβάθμισης των εργαζομένων, των εξαντλητικών ωραρίων και της διευθυντικής αυθαιρεσίας και της ακύρωσης κατακτήσεων όπως οι σταθερές σχέσεις εργασίας– θα αφορά ξανά τον ΟΤΕ, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και την Αγροτική, τουλάχιστον.

Την περικοπή των κοινωνικών δαπανών και τη ραγδαία υποβάθμιση των δημόσια παρεχόμενων υπηρεσιών όπως συμβαίνει στην παιδεία, την υγεία και τον πολιτισμό, άμεσο αποτέλεσμα της χρόνιας υποχρηματοδότησης των αντίστοιχων υπουργείων, κάτι που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Έτσι, τα κονδύλια που προβλέπονται στο προϋπολογισμό του 2007 για τα προαναφερθέντα υπουργεία αναμένεται να αυξηθούν κατά 5,9%, 5,7% και 4,8% αντίστοιχα όταν τα κονδύλια που έχουν διασφαλιστεί για το υπουργείο Δημόσιας Τάξης εμφανίζονται αυξημένα κατά 8,1%.

Αδιάψευστος μάρτυρας τέλος της ταξικής πολιτικής που ασκείται είναι η φορολογική πολιτική, που αντί να αμβλύνει τις εισοδηματικές αντιθέσεις τις επιτείνει, διευρύνοντας το πρωτογενές οικονομικό χάσμα. Στον νέο προϋπολογισμό προβλέπονται νέοι φόροι ύψους 3,2 δισ. ευρώ. Οι νέοι αυτοί φόροι (που συνιστούν αύξηση κατά 7,2% ως προς το 2006) θα προέλθουν πρωτίστως από την αύξηση των έμμεσων φόρων (που αυξάνονται κατά 8,8%) και των φόρων που καταβάλλουν τα φυσικά πρόσωπα (που αυξάνονται κατά 6,8%), ενώ οι άμεσοι φόροι και οι φόροι των νομικών προσώπων θα αυξηθούν πολύ λιγότερο (κατά 4,8% και 2,7%) καθιστώντας έτσι τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τη νεολαία και τη φτωχομεσαία αγροτιά προνομιακούς χορηγούς των κρατικών εσόδων. Άμεσο αποτέλεσμα των σχετικά χαμηλών συνολικών φορολογικών εσόδων (μόλις 35% του ΑΕΠ) που εμφανίζει η Ελλάδα σε σχέση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, απόρροια της απροθυμίας του ελληνικού κράτους να επιβάλει γενναία φορολογία στο κεφάλαιο και του ασυνήθιστα μεγάλου μέρους που καταλαμβάνουν οι έμμεσοι φόροι στα συνολικά φορολογικά έσοδα, από την άλλη, είναι το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας να ομοιάζει περισσότερο με τα φορολογικά συστήματα των δέκα νέων χωρών που εισήλθαν προσφάτως στην Ε.Ε. παρά με τα φορολογικά συστήματα καπιταλιστικών σχηματισμών της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, όπου τα φορολογικά έσοδα είναι πολύ υψηλότερα και η κύρια πηγή τους είναι οι άμεσοι φόροι που καταβάλλουν τα νομικά πρόσωπα.

Μόνο και μόνο για να φανεί πόσο ταξικό και παράλογο είναι το φορολογικό σύστημα που έχει εδραιωθεί στην Ελλάδα, αξίζει να θυμηθούμε την απειλή που εκστομίζει προς τον Αλλαντοπώλη ο Παφλαγών, στους Ιππής του Αριστοφάνη: «Θα μου το πληρώσεις ακριβά. Θα σε ξεζουμίσω στις εισφορές, θα φροντίσω να περάσεις στον κατάλογο των πλουσίων».

Στο σύγχρονο, ανεπτυγμένο, ολοκληρωτικό καπιταλισμό όμως αυτό το ενδεχόμενο –να περάσει κάποιος στον κατάλογο των πλουσίων– κάθε άλλο παρά απειλή συνιστά. Το δείχνουν τα υπερβολικά κέρδη που συσσωρεύει η κορυφή της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου, οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις, ως αποτέλεσμα κατά ένα σημαντικό μέρος των φορολογικών ελαφρύνσεων που νομοθέτησε η κυβέρνηση Καραμανλή λίγους μήνες αφότου ανέλαβε την εξουσία. Κατά το πρώτο εννιάμηνο του τρέχοντος έτους τα συνολικά κέρδη των εν λόγω επιχειρήσεων διαμορφώθηκαν στα 6,75 δισ. ευρώ εμφανίζοντας αύξηση σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο κατά 52%! Μάλιστα, τα αυξημένα αυτά κέρδη δεν προήλθαν από μια αντίστοιχη αύξηση του τζίρου, αλλά από μια πολύ υποδεέστερη αύξησή του, της τάξης του 18,7%. Τα κέρδη που συσσωρεύτηκαν συνεπώς δεν προήλθαν τόσο από τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών, από νέες δουλειές, αλλά από την όξυνση της εκμετάλλευσης και το ευνοϊκότερο για το κεφάλαιο φορολογικό πλαίσιο.

Αντίθετα δηλαδή με τις μονότονα επαναλαμβανόμενες οιμωγές της κυβέρνησης και της αστικής τάξης για κρίση, ελλιπή ανταγωνιστικότητα, υψηλό εργατικό κόστος και μη φιλικό προς τις επιχειρήσεις οικονομικό περιβάλλον, τα πιο επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα αποτελεί παράδεισο κερδοφορίας, με αποδόσεις που σπάνια συναντώνται στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, αλλά και παράδεισο εκμετάλλευσης!

Γιατί μια δεύτερη ματιά στο ράλι κερδών που πραγματοποιείται στην ελληνική κεφαλαιαγορά δείχνει ότι πρωταγωνιστές των κερδών, οι επιχειρήσεις δηλαδή που έσυραν στα ουράνια το άρμα της κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού, ήταν αυτές που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της δημοσιότητας εφαρμόζοντας τα πιο αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα, όπως είναι για παράδειγμα ο ΟΤΕ, που βρίσκεται στην τέταρτη θέση με κριτήριο τα κέρδη μετά από φόρους που συγκέντρωσε, και οι τράπεζες: Ειδικότερα η Alpha, η Eurobank και η Εθνική που μοιράζονται την τρίτη, δεύτερη και πρώτη θέση αντίστοιχα στη λίστα των δισ.

Καταλαμβάνοντας οι τρεις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες τα τρία πρώτα βάθρα της κερδοφορίας των εισηγμένων ολοκληρώνεται ως προς το παρόν και ένας φρενήρης αγώνας δρόμου που ως ενδιάμεσους σταθμούς είχε το μίνι ασφαλιστικό που επέβαλε η κυβέρνηση στους τραπεζοϋπαλλήλους το καλοκαίρι του 2005, με εμπνευστή τον υπουργό Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφη, την αρχική απροθυμία των συμπαικτών του στο τένις κλαμπ της Εκάλης, την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, να συζητήσουν την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας με την ΟΤΟΕ, αλλεπάλληλες εξαγορές ξένων τραπεζών και συγχωνεύσεις που στοίχισαν μυθικά ποσά, ανατροπή των –σχετικά καλών μέχρι πρόσφατα– εργασιακών σχέσεων στο χώρο των τραπεζών και, το προκλητικότερο, ξεδιάντροπη καταλήστευση των πελατών τους! Η άρνηση των τραπεζιτών να προσαρμόσουν τα επιτόκια ταμιευτηρίου, με τα οποία ανταμείβουν τους καταθέτες, στα νέα επιτόκια του ευρώ που από 2% κατά τις αρχές του 2006 έφθασαν στο 3,5% με την τελευταία αύξηση που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 7 Δεκέμβρη, σε συνδυασμό με την αυτόματη, σχεδόν ακαριαία αναπροσαρμογή των επιτοκίων δανεισμού –από πιστωτικές κάρτες και χορηγήσεις μέχρι δάνεια που δεν είχαν συναφθεί με σταθερό επιτόκιο– έρχεται να δείξει τις βαθιά ανταγωνιστικές σχέσεις που υπάρχουν πίσω από τις θαυμαστές κατά τ’ άλλα επιδόσεις και πως η ελληνική οικονομία μοιάζει με το διπρόσωπο Ιανό.

Ταυτόχρονα πόσο ριζική και καθολική πρέπει να είναι η απάντηση της επαναστατικής Αριστεράς σήμερα στο οξυμένο κοινωνικό ζήτημα! 

(*) Συντάκτης, εφημερίδα «Πριν»

Aύξηση της εκμετάλλευσης, άνθιση του καπιταλισμού

του H.Iωακείμογλου

Δύσκολες ώρες περνάει, άραγε, η ελληνική οικονομία, όπως ισχυρίζεται ο υπουργός Eθνικής Oικονομίας, που χρησιμοποιεί ως κριτήριο τα ελλείμματα του δημοσίου, ή μήπως βρίσκεται σε φάση άνθισης; Aκόμη και στην Aριστερά, η ιδέα της συνεχιζόμενης κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού έχει εξαιρετικά μεγάλη απήχηση, ιδιαίτερα επειδή το ποσοστό ανεργίας διατηρείται σε υψηλά επίπεδα.

Aν θέλουμε, όμως, να κρίνουμε πού βαδίζει ο ελληνικός καπιταλισμός, αν θέλουμε δηλαδή να κρίνουμε αν διέρχεται από περίοδο κρίσης ή αν βρίσκεται σε ανοδική πορεία, θα πρέπει, σαν καλοί μαρξιστές, να αναλύσουμε καταρχήν την κερδοφορία και μετά να καταλάβουμε για ποιο λόγο αυτή αυξάνεται ή μειώνεται.

Mε το κριτήριο της κερδοφορίας, λοιπόν, ο ελληνικός καπιταλισμός δεν βρίσκεται πια σε κρίση. H απόδοση του κεφαλαίου (που είναι η καλύτερη στατιστική προσέγγιση του ποσοστού κέρδους) βρίσκεται σήμερα σε ύψη συγκρίσιμα με αυτά της «χρυσής εποχής» της δεκαετίας του 1960.

Πώς συνέβη αυτό; O κυριότερος παράγοντας που βρίσκεται πίσω από την άνοδο του ποσοστού κέρδους είναι η ικανότητα του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργασία σε τέτοιο βαθμό που οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις να μην αντιμετωπίζουν πλέον προβλήματα κερδοφορίας. Mε άλλα λόγια, το κλειδί για την κατανόηση των αυξημένων κερδών και της νέας καπιταλιστικής άνθισης στην Eλλάδα είναι η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο.

Ένας καλός τρόπος για να διερευνήσουμε στατιστικά πώς εξελίχθηκε ο βαθμός εκμετάλλευσης είναι να παρακολουθήσουμε τις μεταβολές του μεριδίου της εργασίας στο AEΠ. Tο μερίδιο της εργασίας είναι το ποσοστό εκείνο του προϊόντος που ιδιοποιούνται οι εργαζόμενοι (πριν από τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις των κρατικών πολιτικών) και αποτελεί για το λόγο αυτό ένα δείκτη του βαθμού εκμετάλλευσης, αφού το υπόλοιπο προϊόν μετατρέπεται σε εισόδημα του κεφαλαίου και της ιδιοκτησίας γενικότερα (κέρδη και πρόσοδοι). Eπειδή οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην ελληνική οικονομία αναφέρονται στη συσσώρευση και την αξιοποίηση του κεφαλαίου, καλό είναι να εξετάσουμε την εξέλιξη του μεριδίου της εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι οικονομικές δραστηριότητες που παράγουν κέρδος ανεξάρτητα από την νομική μορφή τους (αποκλείοντας δηλαδή έτσι τον δημόσιο τομέα με τη στενή έννοια του όρου, αλλά περιλαμβάνοντας δημόσιες επιχειρήσεις όπως ο OTE, η ΔEH κ.λπ.).

H πορεία του μεριδίου της εργασίας, ήταν πτωτική επί 25 έτη. Όσοι έχουν τη σχετική ηλικία μπορούν να αναγνωρίσουν στην καμπύλη αυτή, χρονιά με χρονιά, την ιστορία των ταξικών αγώνων στην Eλλάδα.

Tα αποφασιστικά σημεία για την πτώση του μεριδίου της εργασίας (άρα για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης) είναι τρία.

Tο πρώτο είναι η ανάκληση του σύντομου σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου του ΠAΣOK τον Oκτώβριο του 1985 και η πολιτική λιτότητας που ακολούθησε, ενώ το δεύτερο είναι τα χρόνια της κυβέρνησης Mητσοτάκη (1991-1993). Στην πρώτη περίπτωση το μερίδιο της εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε μόνον ελαφρά από το 58% κατά μέσο όρο το 1981-1985 στο 56% το 1986-1990 (με τη συνδρομή και των περιπετειών στην πολιτική σκηνή των τελευταίων ετών της δεκαετίας του 1990), ενώ στη δεύτερη περίπτωση η πτώση ήταν σημαντικότερη, από το 56% το 1986-1990 στο 52% κατά μέσο όρο στην περίοδο 1993-1997.

Έτσι, η συνολική πτώση στο μερίδιο εργασίας που προκλήθηκε από δύο πολιτικά γεγονότα πρώτου μεγέθους, δηλαδή από την ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου της πρώτης τετραετίας του ΠAΣOK και από τη διακυβέρνηση Mητσοτάκη, ήταν έξι εκατοστιαίες μονάδες (από το 58% στο 52%). Xρειάστηκαν, επομένως, μεγάλοι ταξικοί αγώνες μιας δεκαετίας από την πλευρά του δυνάμεων του κεφαλαίου για να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας σημαντικά, πλην όμως όχι θεαματικά.

Tο ενδιαφέρον του τρίτου αποφασιστικού σημείου για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, που είναι τα έτη 1998-2004, είναι μεγάλο διότι η πτώση του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν δεν προήλθε από κάποια μεγάλη πολιτική επίθεση για μείωση των πραγματικών μισθών (όπως έγινε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, 1986 και 1991-1993), αλλά από τη θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, έναντι της οποίας υστέρησαν οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών. Πιο συγκεκριμένα, στη διάρκεια της περιόδου 1995-2004, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανέκαμψαν κατά πολύ, το παραγωγικό σύστημα εκσυγχρονίστηκε σημαντικά και ως αποτέλεσμα οι αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας ανήλθαν αθροιστικά σε 35% περίπου. Tι σημαίνει αυτό; Ότι κάθε εργαζόμενος παρήγε το 2004 κατά μέσο όρο 35% περισσότερη αξία από όση το 1995. Όσο οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών υπολείπονται των αυξήσεων της παραγωγικότητας της εργασίας, όπως έγινε κατά το έτη 1998-2004, τόσο αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης.

Mε όρους μαρξιστικής θεωρίας, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας τέθηκε και πάλι σε λειτουργία ο τελειότερος μηχανισμός εκμετάλλευσης, ο μηχανισμός της σχετικής υπεραξίας. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες μεγάλες πολιτικές απόπειρες να απαξιωθεί η εργασιακή δύναμη με στασιμότητα του πραγματικού μισθού, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ο καπιταλισμός στην Eλλάδα ξαναβρήκε το γλυκό μυστικό της αξιοποίησης του κεφαλαίου, την παραγωγή σχετικής υπεραξίας. Ως αποτέλεσμα, μέσα σε δέκα χρόνια, το μερίδιο της εργασίας μειώθηκε κατά 8 εκατοστιαίες μονάδες (από 52% σε 44%), δηλαδή περισσότερο από όσο αθροιστικά στα δύο προηγούμενα αποφασιστικά σημεία καμπής (1986 και 1991-1993).

Σαν αποτέλεσμα έχουμε σήμερα στην Eλλάδα έναν επιτυχημένο (για το κεφάλαιο) συνδυασμό απόλυτης και σχετικής υπεραξίας ανάλογα με τον κλάδο παραγωγής, ενίοτε δε και μέσα στον ίδιο κλάδο παραγωγής ή και μέσα στην ίδια επιχείρηση.

O ελληνικός καπιταλισμός διήλθε, λοιπόν, από περίοδο άνθισης κατά τα έτη 1996-2004. Eπιπλέον, κατά τα δύο τελευταία έτη, κατόρθωσε από τύχη, χάρη στην εμμονή των πολυπληθών ελληνικών νοικοκυριών με μεσαία εισοδήματα να αυξήσουν την κατανάλωσή τους μέσω του δανεισμού (στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν τα ανώτερα επίπεδα κατανάλωσης της δυτικής Eυρώπης), να διατηρήσει τον ρυθμό αύξησης του AEΠ σε υψηλά επίπεδα.

Eίναι, άραγε, αρκετά αυτά (η άνοδος του ποσοστού κέρδους σε υψηλά επίπεδα, ο επενδύσεις και η άνοδος της παραγωγικότητας, οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του AEΠ) για να πούμε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός έχει υπερβεί την κρίση του, παρά το γεγονός ότι η ανεργία διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, οι ανισότητες αυξάνονται και η φτώχεια αφορά μια σημαντική μερίδα των υποτελών κοινωνικών τάξεων;

Γνωρίζαμε από τον Mαρξ ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται τις εργατικές εφεδρείες των ανέργων για να διατηρούνται οι μισθοί σε επίπεδα τέτοια που να επιτρέπουν τη συνέχιση της συσσώρευσης κεφαλαίου σε διευρυμένη κλίμακα. Πόσο μεγάλες θα είναι οι εφεδρείες αυτές εξαρτάται από το ύψος των απαιτήσεων του κεφαλαίου σχετικά με το ποσοστό κέρδους. Aυτές οι θεωρητικές θέσεις του Mαρξ διατηρούν σήμερα ακέραια την αξία τους, αφού η κεϋνσιανή περίοδος του τριακονταετούς ταξικού συμβιβασμού στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (κατά προσέγγιση στα έτη 1945-1975) έδειξε ότι η πλήρης απασχόληση είναι μεν δυνατή, πλην όμως μόνον κάτω από ιδιαίτερες, και μάλλον σπάνιες, ιστορικές συνθήκες ασυνήθιστα υψηλής ισχύος των εργαζόμενων τάξεων σε συνδυασμό με μεγάλες πολιτικές ταξικών συμβιβασμών. Mε πιο απλά λόγια, δεν είναι σοφό να κρίνουμε αν ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση ή σε περίοδο άνθισης με βάση το ποσοστό ανεργίας, ή ακόμη, με βάση τις μισθολογικές και κοινωνικές ανισότητες, τη φτώχεια ή τη λιτότητα που επιβάλλεται σε πολυπληθείς μερίδες των εργαζόμενων τάξεων. Aντιθέτως, αυτά μπορεί να αποτελούν, και όντως αποτελούν στην παρούσα περίοδο, απαραίτητες συνθήκες για αυξημένο βαθμό εκμετάλλευσης, άνοδο του ποσοστού κέρδους και επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Κεντρική επιλογή που επιβάλλεται από τους διεθνείς χωροφύλακες και υπηρετείται από το δικομματισμό

Οι ιδιωτικοποιήσεις αιχμήτου δόρατος του νεοφιλελευθερισμού

του Φ.Παϊρίδη

Οι ιδιωτικοποιήσεις, που για άλλη μια χρονιά βρίσκονται σε περίοπτη θέση στον προϋπολογισμό, έχουν μια μακρά ιστορία και μια αποκαλυπτική πορεία. Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι καινούργιο. Τα τελευταία 30 χρόνια ζούμε την πορεία από ένα κράτος που ήταν αναγκασμένο να παρέχει κάποιες υπηρεσίες αλλά και να χρηματοδοτεί-αναπτύσσει κάποιους βασικούς τομείς της οικονομίας σε ένα κράτος που ανοίγει το δρόμο για το κεφάλαιο σε τομείς «παρθένους» και κυρίως τομείς που αποτελούν «καθολικές ανάγκες» για τους πολίτες που γίνονται «χρήστες υπηρεσιών-καταναλωτές». Στη δεκαετία του ’90 ο όρος που ήταν σε χρήση ήταν το «ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των ζημιών» (παλιό σλόγκαν του Μουσολίνι από τη δεκαετία του ’30). Περιέγραφε την παρέμβαση του κράτους είτε για να «σώσει» υπερχρεωμένες επιχειρήσεις ή τομείς που δεν μπορούσε να λειτουργήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο (βλέπε, για παράδειγμα, όλη την ιστορία των «προβληματικών επιχειρήσεων») αλλά και την παράδοση στο ιδιωτικό κεφάλαιο κερδοφόρων τομέων της οικονομικής δραστηριότητας μέσα από τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων.

Από τότε μέχρι σήμερα έχει «κυλήσει αρκετό νερό στ’ αυλάκι» και έχουν υπάρξει σημαντικές εξελίξεις. Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για το ρόλο του κράτους όπως αυτός υπήρχε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η φιλοσοφία αλλά και η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού συνίσταται στην κυριαρχία αυτού που έχει ονομαστεί «αόρατο χέρι της αγοράς». Δηλαδή στην κατεύθυνση της πλήρους κυριαρχίας των νόμων της αγοράς μακριά από παρεμβάσεις και ρυθμίσεις που, σύμφωνα με τους σύγχρονους γκουρού της οικονομίας, αλλοιώνουν το χαρακτήρα της ελεύθερης οικονομίας και παρεμποδίζουν την ανάπτυξη. Πέρα από ιδεολογήματα και επί της ουσίας το ζητούμενο είναι μια διπλή κίνηση. Από τη μια μεριά, η λειτουργία της πολιτικής –και του κράτους σαν βασικού εργαλείου άσκησης και επιβολής πολιτικής– για τη δημιουργία άμεσων κερδών για το ιδιωτικό κεφάλαιο και ιδιαίτερα τις πολυεθνικές. Από την άλλη, η εμπέδωση των κατάλληλων κοινωνικών συνθηκών που επιτρέπουν τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία του κεφάλαιου. Πρόκειται για μια κίνηση παγκόσμια –ο νεοφιλελευθερισμός σαν πολιτική είναι ενιαίος και οικουμενικός και δεν αμφισβητείται από καμιά πολιτική δύναμη «εξουσίας»– και αφορά τόσο τις «εθνικές κλίμακες» όσο και την παγκοσμιοποίηση.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η σημασία των ιδιωτικοποιήσεων είναι καθοριστική για την πορεία και την αποτελεσματικότητα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Δεν αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί την αιχμή του δόρατος του νεοφιλελευθερισμού γιατί εξασφαλίζει ταυτόχρονα:

α) Την άμεση τροφοδότηση των πολυεθνικών με κέρδη. Μια απλή ματιά στη διαδικασία «ανοίγματος των αγορών» και ιδιωτικοποιήσεων αρκεί να μας πείσει για τα τεράστια κέρδη που συσσωρεύονται στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα οι πιο κυνικοί από τους επιτελείς του νεοφιλελευθερισμού δηλώνουν καθαρά πως είναι φυσικό να παραχωρηθούν στο ιδιωτικό κεφάλαιο κερδοφόρες δραστηριότητες (βλέπε δηλώσεις Κεφαλογιάννη για τα λιμάνια).

β) Τη μεταφορά πόρων από την κοινωνία προς το κεφάλαιο σε πιο μόνιμη βάση. Μέσα από τη διαδικασία παράδοσης στο ιδιωτικό κεφάλαιο βασικών τομέων της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής σημαντικοί πόροι της κοινωνίας, προερχόμενοι στην πλειοψηφία τους από τα λαϊκά στρώματα, μεταφέρονται από το κράτος στους ιδιώτες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αφενός στερείται το δημόσιο από σημαντικούς πόρους, άρα και από δυνατότητες άσκησης πολιτικής, αλλά και τα λαϊκά στρώματα από τη δυνατότητα διεκδίκησης μιας κοινωνικής πολιτικής σε βασικούς τομείς (ενέργεια, μεταφορές, επικοινωνίες, υγεία, παιδεία κ.λπ.). Από την άλλη αναπτύσσονται, μέσω της κρατικής παρέμβασης, χώροι και δυνατότητες κερδοφορίας για τις πολυεθνικές.

γ) Τη δημιουργία των κατάλληλων κοινωνικών συνθηκών για την ανάπτυξη της κερδοφορίας του κεφάλαιου. Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων παράλληλα με την παράδοση βασικών τομέων της οικονομίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο φροντίζει για την αποψίλωση κάθε έννοιας κοινωνικής πολιτικής και εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων. Η διαδικασία μετατροπής των λαϊκών δικαιωμάτων σε εμπόρευμα δεν δημιουργεί μόνο νέες περιοχές κερδοφορίας αλλά και ένα καινούργιο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον. Η διαδικασία αυτή είναι κρίσιμη γιατί φροντίζει για τη δημιουργία των όρων πλήρους απελευθέρωσης του κεφάλαιου από τις κοινωνικές συνθήκες προστασίας των εργαζόμενων. Η πλήρης ασυδοσία του κεφάλαιου ή, με άλλα λόγια, η παράδοση των εργαζόμενων «δεμένων» στο κεφάλαιο αποτελεί βασικό στόχο και έργο του νεοφιλελευθερισμού και της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης.

δ) Την επέκταση του άμεσου ελέγχου του ιμπεριαλιστικού συστήματος σε πλανητική κλίμακα. Μέσα από τις διαδικασίες των ιδιωτικοποιήσεων ευνοείται ξεκάθαρα η συγκέντρωση κεφαλαίου αλλά και δύναμης στα χέρια μιας χούφτας εταιρειών και χωρών που ελέγχουν βασικούς τομείς της τεχνολογίας και της πολιτικής. Σ’ αυτό το σημείο συνδέονται οι ιδιωτικοποιήσεις όχι μόνο με το νεοφιλελευθερισμό αλλά και με την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση.

Για αυτούς τους λόγους οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν μια σημαντική, κεντρική επιλογή που όχι μόνο υπηρετείται από όλες τις πολιτικές δυνάμεις «εξουσίας» αλλά και επιβάλλεται από τους διεθνείς χωροφύλακες όπου διαπιστώνονται προβλήματα, δισταγμοί, καθυστερήσεις κ.ά.

Και γι’ αυτούς τους λόγους ο αγώνας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό σχετίζεται άμεσα με τον αγώνα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.

«Απελευθέρωση» αγορών

Μια από τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων είναι η εισβολή των ιδιωτικών κεφαλαίων σε όλους σχεδόν τους τομείς όπου μέχρι πρότινος υπήρχε μόνο κρατική λειτουργία. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι αερομεταφορές, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, ακόμη και η ύδρευση αποτελούν τέτοιους τομείς. Επιπλέον σε τομείς όπου παραδοσιακά υπήρχε μια περιορισμένη ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, επιχειρείται τώρα μια μεγάλη εισβολή ιδιωτικών κεφαλαίων. Αυτό αφορά κυρίως τομείς κοινωνικών παροχών, όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλιση. Όλη αυτή η κίνηση υπακούει στην κεντρική κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης, που εκπορεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά σε πρώτο στάδιο το σπάσιμο του κρατικού μονοπωλίου σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και σε επόμενο την πλήρη αποχώρηση του κράτους.

Όμως η κρατική παρέμβαση σε όλους αυτούς τους τομείς δεν προέκυψε στο παρελθόν τυχαία. Σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στο μεγάλο μέγεθος των επενδύσεων, που ήταν απαραίτητες για τη διαμόρφωση των πάσης φύσεως κοινωνικών υποδομών, συστημάτων και παροχών. Σήμερα αυτός ο μεγάλος σκόπελος παραμένει, παρότι τα ιδιωτικά κεφάλαια έχουν μεγεθυνθεί σε πρωτοφανή βαθμό μέσω της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Αλλά το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να περιμένει 30 και 40 χρόνια για να κάνει απόσβεση της όποιας επένδυσης. Γι’ αυτό οι λεγόμενες «απελευθερώσεις» των αγορών συνδυάζονται πάντα με μεγάλα προνόμια προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως απελευθέρωση των τιμών, χρήση των κρατικών υποδομών με ασήμαντο αντάλλαγμα, αδρή κρατική επιδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων, σημαντική υποβάθμιση των προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας. Αποκρύπτοντας όλ’ αυτά, οι προπαγανδιστές του καπιταλισμού μπορούν άνετα να μιλούν για αναποτελεσματικό και γραφειοκρατικό δημόσιο τομέα σε αντίθεση με την ευέλικτη και αποτελεσματική ιδιωτική πρωτοβουλία.

Δημόσια επιδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Όταν η VODAFONE (τότε PANAFON) έλαβε το 1991 την άδεια κινητής τηλεφωνίας πλήρωσε περί τα 165 εκατ. ευρώ προκειμένου να μπορεί να κάνει χρήση όλης της υποδομής του ΟΤΕ. Μέσα σε 4 χρόνια είχε ήδη κέρδη, με εντυπωσιακή τροχιά: από 29 εκατ. ευρώ το1996 πέρασαν στα 125 εκατ. ευρώ το 1999, στα 258 εκατ. ευρώ το 2003, στα 367 το 2004. Πολύ λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι στον ΟΤΕ απαγορεύτηκε να αναπτύξει δίκτυο κινητής τηλεφωνίας μέχρι το 1997, όλοι όμως συμφωνούν ότι η μετέπειτα είσοδος του ΟΤΕ (COSMOTE) υπήρξε καθοριστική για την ποιότητα στην κινητή τηλεφωνία. Φυσικά ούτε λόγος για έλεγχο τιμών.

Πρόσφατα δρομολογήθηκε η τελική φάση της διαδικασίας για την «απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας». Στους διαγωνισμούς που προκηρύχθηκαν για την κατασκευή νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής απαγορεύθηκε η συμμετοχή της ΔΕΗ. Η οποία, όμως, υποχρεούται να αγοράζει την ενέργεια σε τιμές πολύ πάνω από το δικό της κόστος αλλά ακόμη και υψηλότερα από την ισχύουσα τιμή πώλησης στον καταναλωτή. Για παράδειγμα η ΔΕΗ αγοράζει από τα ΕΛΠΕ (όμιλος Λάτση) σε τιμή 60% ανώτερη από το κόστος της. Οι δε ιδιώτες που θα κατασκευάσουν τις νέες μονάδες θα έχουν εγγυημένα έσοδα από τη ΔΕΗ – περίπου 1 εκατ. ευρώ ανά MW, ποσό που υπερκαλύπτει τη δαπάνη κατασκευής των μονάδων. Με τέτοιους όρους δεν είναι λογικός ο συνωστισμός όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών κολοσσών (όπως οι γαλλικές EdF, ALSTOM, οι γερμανικές EON, RWE, οι ιταλικές ENEL, ANSALDO, η ισπανική IBERDOLA) καθώς και των ντόπιων υπεργολάβων (Κοπελούζος, Μυτιληναίος, Μπόμπολας, Βαρδινογιάννης);

Oι κοινωνικές υπηρεσίες μετατρέπονται σε εμπόρευμα

Στο σφυρί η δημόσια περιουσία

Όλο και πιο φτωχοί γινόμαστε από το ξεπούλημα των μεγάλων επιχειρήσεων που μέχρι χτες βρίσκονταν υπό κρατικό έλεγχο. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι βασικός άξονας της κυβερνητικής πολιτικής και μοχλός προώθησης του νεοφιλελευθερισμού με άμεσο αποτέλεσμα οι κοινωνικές υπηρεσίες να αλλάζουν χαρακτήρα και να μετατρέπονται σε εμπορεύματα, η εθνική οικονομία να χάνει πόρους και οι εργασιακές σχέσεις να ακολουθούν τους κανόνες των πολυεθνικών «επενδυτών». Λιμάνια, αεροδρόμιο, Ελ. Ταχυδρομεία και ΟΤΕ είναι στην πρώτη γραμμή των προς ξεπούλημα επιχειρήσεων. Συνδικαλιστές από τους χώρους αυτούς μιλάνε στην «Αριστερά!» για τις συνέπειες των ιδιωτικοποιήσεων και τους αγώνες των εργαζόμενων, και απαντάνε στις παρακάτω ερωτήσεις:

1. Σε ποιο σημείο βρίσκεται αυτή τη στιγμή η διαδικασία ιδιωτικοποίησης; Δώστε μας ένα σύντομο ιστορικό.

2. Ποιες είναι οι συνέπειες της ιδιωτικοποίησης για τους εργαζόμενους, το λαό, την οικονομία και τη χώρα;

3. Μιλήστε μας για τις αντιδράσεις των εργαζόμενων στην ιδιωτικοποίηση.

 

«Η εκποίηση του ΟΤΕ, εκποίηση του μέλλοντος της χώρας»

Δημήτρης Στρατούλης, μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ και συνδικαλιστής στον ΟΤΕ

1. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. αποφάσισε την εκποίηση ενός μεγάλου πακέτου μετοχών του ΟΤΕ από το 38% που έχει απομείνει στο δημόσιο σε ξένο «στρατηγικό εταίρο», που θα είναι ευρωπαϊκή πολυεθνική τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση, στην οποία θα εκχωρήσει και το μάνατζμεντ της επιχείρησης.

Το καλοκαίρι του ’93 η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιχείρησε να εκποιήσει τον ΟΤΕ και το μάνατζμέντ του σε πολυεθνική εταιρεία-στρατηγικό επενδυτή. Οι σκληροί αγώνες των εργαζομένων του ΟΤΕ αλλά και οι σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες στήριξής τους από το σύνολο της Αριστεράς οδήγησαν στην ακύρωση αυτού του εγχειρήματος και στην πτώση της τότε κυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ κάτω από την πίεση των μεγάλων κινητοποιήσεων συνυπέγραψε τροπολογία του ΣΥΝ, στην οποία αναφερόταν ότι ο ΟΤΕ έχει μία μόνο μετοχή η οποία ανήκει στο δημόσιο.

Το 1994 το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση κάνει στροφή 360 μοιρών και ψηφίζει νόμο που επιτρέπει την ιδιωτικοποίηση-μετοχοποίηση του ΟΤΕ. Με διαδοχικές μετοχοποιήσεις παρέδωσε τον ΟΤΕ στην κυβέρνηση της Ν.Δ. το 2004 με τους ιδιώτες και τα κερδοσκοπικά funds να κατέχουν πλέον το 66% των μετοχών του. Ταυτόχρονα με τροπολογία του 1999 η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έδωσε και τη δυνατότητα εκχώρησης σε ιδιώτες του μάνατζμεντ του ΟΤΕ. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. τώρα προχωρεί στο τελευταίο βήμα προς την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίησή του.

2. Η εκποίηση του ΟΤΕ αποτελεί εκποίηση του ίδιου του μέλλοντος της χώρας. Αποτελεί ένα μεγάλο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, εργασιακό και εθνικό έγκλημα με μη αναστρέψιμες αρνητικές συνέπειες. Το ξεπούλημα του ΟΤΕ αφαιρεί από τη χώρα το πιο ισχυρό εργαλείο της για την έρευνα, ανάπτυξη και διάχυση των νέων τεχνολογιών σε όλη την οικονομία και κοινωνία. Οι πολίτες-συνδρομητές του ΟΤΕ, και ιδιαίτερα η νεολαία, θα επιβαρυνθούν υπέρμετρα, όπως ήδη γίνεται, με τα υψηλά τιμολόγια των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και του internet, τα οποία θα επιβάλει η πολυεθνική που θα πάρει τον ΟΤΕ. Παρά τα όσα έγιναν με τις τηλεφωνικές υποκλοπές μέσω της ιδιωτικής πολυεθνικής Vodafone, η κυβέρνηση, με την εκποίηση του ΟΤΕ σε πολυεθνική εταιρεία, που είναι έξω από κάθε κοινοβουλευτικό ή πολιτικό έλεγχο, αφήνει τους πολίτες της χώρας μας εκτεθειμένους σε κάθε μορφής παρακολουθήσεις. Οι συνέπειες για την εθνική κυριαρχία θα είναι καταστροφικές, αφού τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μας διασυνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον ΟΤΕ. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Κομισιόν με την κατηγορηματική δήλωση του αρμόδιου επιτρόπου Μακ Κρίβι ότι «εάν ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΤΕ, το δημόσιο δεν είναι δυνατόν να διασφαλίσει τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών μέσω συμφωνίας των μετόχων, έστω και αν διατηρήσει δικαιώματα μειοψηφίας».

Οι εργασιακές σχέσεις στον ΟΤΕ κατεδαφίζονται, αφού, μετά τον χωρισμό «νέων-παλαιών» εργαζομένων, η διυπουργική επιτροπή αποφάσισε την ανατροπή με νόμο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας με τις οποίες είχε συμφωνηθεί ο ισχύων κανονισμός εργασίας σ’ αυτή την επιχείρηση. Αυτή η αρνητική εξέλιξη θα χρησιμοποιηθεί ως πιλότος για μεγαλύτερη εργασιακή απορύθμιση στις υπόλοιπες ΔΕΚΟ, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, όπου η κατάσταση των εργασιακών σχέσεων είναι ήδη δραματική.

Μέχρι σήμερα χάθηκαν 20.000 θέσεις εργασίας που δεν αναπληρώθηκαν, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία καταρρέουν λόγω των συνεχών προγραμμάτων «εθελούσιων συνταξιοδοτήσεων».

3. Τα συνδικάτα στον ΟΤΕ αποφάσισαν να αντισταθούν στο ξεπούλημα του ΟΤΕ, παρά το ότι έχουν αδυνατίσει λόγω της πρόσφατης μαζικής εξόδου 6.000 εργαζομένων του ΟΤΕ που διέθεταν μεγάλες αγωνιστικές εμπειρίες, αλλά και λόγω της επαίσχυντης συμφωνίας που είχε υπογράψει η προηγούμενη ηγεσία της ΟΜΕ-ΟΤΕ (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ) για να προσλαμβάνονται στον ΟΤΕ νέοι και νέες χωρίς τα δικαιώματα των παλιότερων. Ξεκίνησαν με καταλήψεις κτηρίων, θα συνεχίσουν με διαδικασίες ενίσχυσης του εσωτερικού μετώπου των εργαζομένων του ΟΤΕ και με μεγάλη καμπάνια προς την κοινωνία για την εξασφάλιση αλληλεγγύης των άλλων εργαζομένων, και θα κλιμακώσουν με απεργίες διαρκείας στην τελική φάση της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ. Η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί και πρέπει να κηρύξει εγερτήριο για όλη την εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα για ένα παλλαϊκό μέτωπο αλληλεγγύης για να αποτρέψουμε το νεοφιλελεύθερο έγκλημα της εκποίησης του ΟΤΕ.

 

«Απαίτηση το δημόσιο και βιώσιμο ταχυδρομείο»

Γιάννης Λάμπρου, μέλος Δ.Σ. Σωματείου Ταχυδρόμων ΕΛΤΑ Ν. Αχαΐας

1. Τα τελευταία χρόνια και υπό τις πιέσεις της Ε.Ε., οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. προσανατολίστηκαν στην κατεύθυνση της «ήπιας ιδιωτικοποίησης», με το σπάσιμο της μητρικής εταιρείας σε ανεξάρτητες θυγατρικές εταιρείες οι οποίες μπορούν να πουλήσουν ποσοστό των μετοχών τους κατά βούληση ενώ ταυτόχρονα αποδεσμεύονται από τα στενά επιχειρησιακά πλαίσια της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής.

Συνέπεια αυτών των επιλογών εκτός των άλλων ήταν η εμφάνιση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα των εταιρειών ενοικίασης εργαζομένων, μια σύγχρονη μορφή δηλαδή «δουλεμπορίου». Εξίσου σημαντική συνέπεια ήταν η καθήλωση των θυγατρικών εταιρειών σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης προς χάριν του ανταγωνισμού. Είναι κοινό μυστικό ότι οι «Ταχυμεταφορές ΕΛΤΑ» –το δημόσιο courier– θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει συντριπτικά ποσοστά της αγοράς εάν δεν απαξιώνονταν συστημα-τικά από τις πολιτικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης.

Σήμερα, τα ΕΛΤΑ εξωθούνται στην ανταλλαγή μετοχών με το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με όρους που θα οδηγήσουν σε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και κατά συνέπεια την άμεση εποπτεία τους από το ΥΠΕΘΟ και ό,τι αυτό συνεπάγεται – περικοπές στις παροχές προς το προσωπικό και αλλαγή του κανονισμού λειτουργίας με υιοθέτηση ελαστικών μορφών εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχει εκφραστεί σκεπτικισμός ακόμη και από συντηρητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις για τη σκοπιμότητα αυτής της ανταλλαγής. Τα ΕΛΤΑ καλούνται να αγοράσουν τις μετοχές του Τ.Τ. σε τιμή που έχει υπολογιστεί με βάση την αξία που τους προσδίδει η συνεργασία του με το δίκτυο των ΕΛΤΑ! (Σημ.: Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο στηρίζε-ται κατά 90% στο δίκτυο των ΕΛΤΑ). Στην πραγματικότητα, τα ΕΛΤΑ θα αγοράσουν... τον ίδιο τους τον εαυτό, βγάζοντας χρήματα από τη μια τσέπη του κράτους και βάζοντάς τα στην άλλη κατά τρόπο που θα τα καθιστά ελλειμματικά. Το επόμενο στάδιο αυτής της πολιτικής είναι η είσοδός τους στο χρηματιστήριο σε ποσοστό που εκτιμάται στο 13% ενώ ανάλογο ποσοστό θα πωληθεί απευθείας σε στρατηγικό ε-πενδυτή ο οποίος θα αναλάβει και το μάνατζμεντ.

2. Οι συνέπειες αυτής της πορείας των ΕΛΤΑ προς την ιδιωτικοποίηση είναι ήδη ορατές σε εμάς τους εργαζόμενους του Ταχυδρομείου αφού οι πιέσεις για αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από την εντατικοποίηση της εργασίας είναι ήδη γεγονός. Την ίδια στιγμή η συνεχής κάλυψη κενών οργανικών θέσεων με εποχιακό ανακυκλούμενο προσωπικό προϊδεάζει για ένα ζοφερό εργασιακό μέλλον ανασφάλειας και απάνθρωπης εκμετάλλευσης.

Η μετατροπή των ΕΛΤΑ από έναν οργανισμό ο οποίος έχει στόχο να προσφέρει καθολικές ταχυδρομικές υπηρεσίες με κοινωνικό προσανατολισμό σε μια ανώνυμη εταιρεία η οποία με τακτικές και μεθόδους μάρκετινγκ θα ανεβάζει το κόστος των υπηρεσιών της ενώ, ταυτόχρονα, θα απαξιώνει τις λιγότερο κερδοφόρες δραστηριότητές της –όπως τη διακίνηση της αλληλογραφίας στα πιο ορεινά και απομακρυσμέ-να σημεία της ελληνικής επικράτειας– δεν μπορεί παρά να υπηρετεί μια αντιλαϊκή πολιτική η οποία θεωρεί τον πολίτη πελάτη και τον εργαζόμενο σκλάβο.

3. Είναι γεγονός ότι το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα στο χώρο των ΕΛΤΑ όλα αυτά τα χρόνια αποτελούσε τον δεύτερο πόλο διοίκησης με θεσμοποιημένες διακριτές αρμοδιότητες –συμμετοχή κατά 30% στη θυγατρική εταιρεία ΚΕΚ-ΕΛΤΑ– αλλά και άτυπες υπόγειες διεργασίες μέσα από τους κομματικούς μηχανισμούς. Έτσι, οποιαδήποτε φωνή διαμαρτυρίας έβρισκε –και βρίσκει– αντιμέτωπο το σύνολο των επίσημων συνδικαλιστικών παρατάξεων. Οποιαδήποτε πρόοδος στο συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να κινείται στην κατεύθυνση της οργάνωσης ομάδων εργαζομένων σε πρωτοβάθμιο επίπεδο και της ανάδειξης των πραγματικών προβλημάτων τους και των ευρύτερων κοινωνικών αναγκών. Η απαίτηση ενός δημόσιου και βιώσιμου ταχυδρομείου, προσανατολισμένου στις κοινωνικές ανάγκες και όχι στην υπηρεσία των επιχειρηματικών λόμπι, είναι νομίζω εκτός από στόχος του συνδικαλιστικού κινήματος και προϋπόθεση μιας δίκαιης κοινωνίας.

 

Μεθοδεύσεις για την παράδοση ενός ακόμα «φιλέτου» στους κερδοσκόπους

Και τα λιμάνια για πούλημα

Γιώργος Νουχουτίδης, Πρόεδρος του σωματείου μονίμων και δόκιμων λιμενεργατών

Το έδαφος για την ιδιωτικοποίηση των λιμανιών προετοιμάζονταν χρόνια. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έφερε το νόμο που μετέτρεψε τα λιμάνια σε Α.Ε. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας «έβαλε χέρι» στο εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων δημιουργώντας και το κατάλληλο κλίμα με φωνές για «προνομιούχους», «ρετιρέ» κ.ά. Ο πρωθυπουργός πήγε στον ΟΛΠ για να «καλωσορίσει» την Cosco (China Ocean Shipping Company), μια από τις εταιρείες που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την αγορά του χώρου φορτοεκφόρτωσης του λιμανιού.

Στις 16/11, η διοίκηση του ΟΛΠ μαζί με το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας αποφάσισε το ξεπούλημα του ΣΕΜΠΟ (Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων) του Ικονίου. Οι δραστηριότητες του ΣΕΜΠΟ συνεισφέρουν το 70% των συνολικών εσόδων του ΟΛΠ. Με βάση την απόφαση ο ιδιώτης θα έχει την πλήρη εκμετάλλευση του χώρου και των δραστηριοτήτων του για 30 χρόνια. Οι εργαζόμενοι στα λιμάνια ξεκίνησαν άμεσα κινητοποιήσεις με βασική μορφή την άρνηση υπερωριακής απασχόλησης και της απασχόλησης έξω από τα όρια της σύμβασής τους, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα τη σημαντική καθυστέρηση στις εκφορτώσεις και το μπλοκάρισμα σε μεγάλο βαθμό των εισαγωγών, δηλαδή του εμπορίου. Ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στις διαπραγματεύσεις με την Ομοσπονδία των λιμενεργατών δεν έδωσε καμιά εγγύηση για τη δουλειά των εργαζομένων και το καθεστώς μετά την ιδιωτικοποίηση. Οι εργαζόμενοι μέχρι σήμερα επιμένουν στο βασικό τους αίτημα που είναι η διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα των λιμανιών.

1. Αντιδρούμε στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης ενός καθόλα κερδοφόρου οργανισμού. Ο ΟΛΠ όλα τα χρόνια της λειτουργίας του είναι κερδοφόρος. Η ιδιωτικοποίηση που σχεδιάζει το ΥΕΝ αφορά κυρίως το Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) από τον οποίο προέρχεται το 70% των συνολικών εσόδων του ΟΛΠ. Δεν είναι όλες οι δραστηριότητες του λιμανιού κερδοφόρες. Το κεντρικό λιμάνι, ενώ απαιτεί σημαντικά κονδύλια σε έργα υποδομής, έχει εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό απόσβεσης. Ο λόγος είναι ότι τα τέλη ελλιμενισμού των πλοίων της ακτοπλοΐας είναι εξαιρετικά χαμηλά, προς όφελος αυτών που μετακινούνται από και προς τα νησιά. Η πολιτική αυτή είναι η απόρροια των δημόσιου και κοινωφελούς χαρακτήρα του Οργανισμού και χρηματοδοτείται από την υψηλή κερδοφορία του ΣΕΜΠΟ.

Τα τελευταία χρόνια βρίσκονται στο στάδιο της ολοκλήρωσης έργα υποδομής στην προβλήτα 1 που θα διπλασιάσουν τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του σταθμού. Η επένδυση αυτή ολοκληρώνεται σε μία εξαιρετικά ευνοϊκή οικονομική συγκυρία. Οι μεταφορικές εταιρείες αναζητούν αγωνιωδώς terminals στο χώρο της Αν. Μεσογείου, γεγονός που μηδενίζει το ρίσκο της επένδυσης – αντιθέτως δημιουργεί μεγάλη προσδοκία κέρδους. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να εγκαταλείψουμε ένα πετυχημένο μοντέλο λειτουργίας και μάλιστα σε μία τόσο ευνοϊκή συγκυρία, ξεπουλώντας το λιμάνι στους ιδιώτες προκειμένου να κερδοσκοπήσουν.

2. Από το 2004 που ανέλαβε υπουργός ο κ. Κεφαλογιάννης έχουν αποσταλεί από το σωματείο μας τουλάχιστον 20 έγγραφα και έχουν γίνει και ισάριθμες παραστάσεις όπου ζητούσαμε την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Εξηγούσαμε ότι οι συνάδελφοί μας δεν αντέχουν πλέον να δουλεύουν με αυτούς τους εξοντωτικούς ρυθμούς στο λιμάνι. Μία συνηθισμένη κατάσταση είναι 16 ώρες την ημέρα επί 7 ημέρες την εβδομάδα. Επισημαίναμε ότι οι υπερωριακή αμοιβή στοιχίζει ακριβότερα από την πρόσληψη νέων εργαζομένων. Η εξοργιστική αδιαφορία τους μας εξανάγκασε να καταφύγουμε ακόμη και σε απεργιακές κινητοποιήσεις για το λόγο αυτό.

Με τον υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας εκκρεμεί εδώ και πολλές μέρες μια συνάντηση. Ελπίζουμε να μην γίνουμε για άλλη μία φορά θεατές της γνωστής σε όλους αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του κ. υπουργού, που οξύνει διάφορες καταστάσεις και μετά μοιάζει να τις ξεχνά για μερικές ημέρες, δείχνοντας αδυναμία να κατανοήσει τις συνέπειες που έχουν οι πράξεις του στο μέλλον του λιμανιού και αυτή τη φορά και στην οικονομία.

 

Εξαφανίζουν τον εθνικό αερομεταφορέα

Kώστας Ήσυχος, Aντιπρόεδρος OΣΠA - εκπρόσωπος της ENOTHTAΣ / OΣΠA

1. Mε την απόφαση της Kομισιόν και κατόπιν εισήγησης του επιτρόπου Mεταφορών Zακ Mπαρό υλοποιείται ο σχεδιασμός εξαφάνισης του εθνικού αερομεταφορέα της χώρας μας, της Oλυμπιακής Aεροπορίας.

Πρόκειται για μια μεθοδευμένη πολιτική απόφαση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα επέκτασης και κυριαρχίας στις αερομεταφορές 3-4 μεγάλων αεροπορικών εταιρειών της E.E.

H Kομισιόν και ο κ. Zακ Mπαρό, λειτουργώντας ως εκπρόσωποι αυτών των εταιρειών, ακολουθούν τη νεοφιλελεύθερη συνταγή της «εξαφάνισης» της Sabena, της Swissair, της Balkan, ώστε το τυπικό και ουσιαστικό καρτέλ που στήνουν οι συγκεκριμένες εταιρείες να έχει και θεσμικό πέρα από πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα.

2. H κυβέρνηση της N.Δ., ελπίζοντας να καθιερωθεί στο ρόλο του «Πόντιου Πιλάτου», σιωπά και αδρανεί μπροστά στον κίνδυνο η χώρα να απωλέσει τον εθνικό της αερομεταφορέα. H ηγεσία του ΠAΣOK επίσης σιωπά με πλήρη ανοχή-ενοχή για τις επερχόμενες εξελίξεις. Tα δυο κόμματα μέσα από τη διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία χρόνια έκαναν τα πάντα προκειμένου η απαξίωση και η δυσφήμηση της O.A. να σκεπάσει τις εγκληματικές τους ενέργειες σε βάρος του εθνικού αερομεταφορέα. Tώρα «νίπτουν τας χείρας τους» αφήνοντας το νεοφιλελεύθερο διευθυντήριο της E.E. να «κάνει» τη δουλειά ώστε να θεωρηθούν οι αποφάσεις αυτές «νομοτελειακές».

3. Bρισκόμαστε μπροστά σε συνθέτες και δύσκολες προκλήσεις. Oι εργαζόμενοι στην O.A. δεν πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις ως θεατές. Oι μεγάλες πλειοψηφίες των ΠAΣKE-ΔAKE σε όλα τα συνδικαλιστικά όργανα δεν μπορούν πλέον να περιμένουν την «ουρανοκατέβατη ψευδαίσθηση» για την πολυπόθητη πρόωρη συνταξιοδότηση, ούτε οι χιλιάδες συμβασιούχοι συνάδελφοι πρέπει να θεωρούν ότι βρίσκονται προ των πυλών της όποιας μονιμοποίησης που αποτελεί άσο και χαρτί ψηφοθηρίας σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο για την χώρα.

O αγώνας δασκάλων και καθηγητών, φοιτητών και μαθητών για δημόσια αναβαθμισμένη δωρεάν παιδεία απέδειξε ότι στηρίζεται σε μια πλατιά κοινωνική υποστήριξη. O δικός μας αγώνας δεν μπορεί να είναι διαφορετικός.

H ENOTHTA επισημαίνει το τεράστιο ιστορικό, κοινωνικό και ταξικό χρέος του συνδικαλιστικού κινήματος σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο να οργανώσει άμεσα και αποτελεσματικά την αντίστασή του στα πολιτικά σχέδια που αφήνουν τη χώρα μας χωρίς εθνική στρατηγική αερομεταφορών και χωρίς δημόσιο σύγχρονο αερομεταφορέα.

Aπό την πλευρά της ENOTHTAΣ θα επιμείνουμε στην εναλλακτική μας πρόταση για μια Oλυμπιακή σύγχρονη, αναπτυσσομένη, δημόσια, με κοινωνικό και εθνικό ρόλο που σε μια πορεία ανασυγκρότησης μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημόσια οικονομία της χώρας προς όφελος του λαού, του τουριστικού τομέα, της ακριτικής Eλλάδας, του αποδήμου ελληνισμού.

αναζήτηση

Πανελλαδικό Σώμα 2017

Πανελλαδικό Σώμα 2017

εφημερίδα

Βρείτε μας στα Social Media

  • Facebook Page: 23080895907
  • Twitter: KOEgr
  • YouTube: koe2003

εκδόσεις