Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, 12/6/2006

Ορισμένες σκέψεις για την Παγκοσμιοποίηση

 

Κατά τη διάρκεια των καταλήψεων στο Παιδαγωγικό Τμήμα του ΑΠΘ, έγινε εκδήλωση-συζήτηση για τους νέους εκπαιδευτικούς νόμους. Στη συζήτηση παραβρέθηκε και ο πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Αργεντινής, ο οποίος μας ανέλυσε την εκπαιδευτική κατάσταση στην Αργεντινή. Στην τοποθέτησή του, ανέφερε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία.

 

Καταρχήν μας είπε ότι οι κατευθύνσεις της Bolognia για την εκπαίδευση, το σετ δηλαδή των Νόμων που πέρασε και στην Ελλάδα το Υπ. Παιδείας, προωθήθηκαν από Την Ε.Ε. και στην Λατινική Αμερική. Για την προώθηση αυτή χρησιμοποιήθηκε κάθε μέσον, ακόμη και εκβιασμοί στη βάση του εξωτερικού χρέους των χωρών αυτών. Σχεδόν όλες οι χώρες υπέκυψαν και υιοθέτησαν αυτούς τους κανονισμούς, εκτός από την Αργεντινή και (νομίζω) την Βολιβία.

 

Όπως μας ανέφερε ο Δάσκαλος αυτός, προκειμένου η Αργεντινή να δεχτεί τους κανονισμούς αυτούς, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσέφεραν ως αντάλλαγμα στην Αργεντινή τη διαγραφή ενός μέρους του εξωτερικού της χρέους! Φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε ότι για να χαρίζει χρήματα το Δ.Ν.Τ και η Ε.Κ.Τ. για να υιοθετηθούν προδιαγραφές για την εκπαίδευση, διακυβεύεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από την εκπαιδευτική πολιτική. Με βάση λοιπόν όσα έμαθα για τους νόμους αυτούς, αλλά και με την εμπειρία μου ως εργαζόμενος σε μια εταιρεία που δραστηριοποιείται σε διεθνείς αγορές με υψηλό ανταγωνισμό, σχημάτισα την παρακάτω εικόνα, την οποία σας μεταφέρω:

 

Είναι ήδη γνωστό, ότι ένας βασικός στόχος των εκπαιδευτικών αυτών Νόμων, είναι να παράγει μία μάζα «ευέλικτων» φοιτητών χωρίς κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων, οι οποίοι φοιτητές θα εξυπηρετήσουν την ανάγκη για «ευέλικτους» εργαζόμενους που θα βρίσκονται συνέχεια στην ανασφάλεια, στο έλεος του εργοδότη, και στο τρέξιμο στα Ινσιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης για να μαζέψουν «πιστωτικές μονάδες».

 

Φαίνεται όμως ότι ένας δεύτερος βασικός στόχος των νόμων αυτών, είναι εμπορικός. Δηλαδή η δημιουργία μιας η δημιουργία μιας ενοποιημένης εκπαιδευτικής αγοράς, η οποία αγορά θα κινείται με τις προδιαγραφές που ορίζουν οι χώρες του Διευθυντηρίου της Ευρώπης (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) και κυρίως η Αγγλία. Είναι γνωστό ότι στη χώρα αυτή  η εκπαίδευση είναι μια τεράστια επιχείρηση, στην οποία εξάγονται οι διδακτικές μέθοδοι των Πανεπιστημίων με κατά τόπους αντιπρόσωπους στις διάφορες χώρες με τη μέθοδο του Franchising. Δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που ένας έμπορος αγοράζει το δικαίωμα να ανοίξει ένα υποκατάστημα του Hondos Center ή του Gilli Diet, χωρίς απαραίτητα να έχει κάποια σχέση με το συγκεκριμένο αντικείμενο, απλώς διαθέτοντας ένα κεφάλαιο προς επένδυση. Παράλληλα στην Αγγλία εισάγεται ένας μεγάλος αριθμός  ξένων φοιτητών, καθώς τα Πανεπιστήμια της χώρας αυτής έχουν γίνει διάσημα ακριβώς γιατί προωθούν τον έντονο κοινωνικό και ταξικό διαχωρισμό των σπουδαστών.

 

Η εμπειρία από τον χώρο της διεθνής αγοράς στην σύγχρονη εποχή της Παγκοσμιοποίησης, δείχνει ότι το Κεφάλαιο κινείται με παρόμοιους τρόπους είτε το προϊόν είναι η εκπαίδευση είτε τα φάρμακα. Μια απλοποιημένη μορφή της πορείας αυτής είναι η παρακάτω:

 

Α) Δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξη προϊόντων που η παραγωγή τους προϋποθέτει  αυξημένες απαιτήσεις τεχνογνωσίας και υποδομής από τον παραγωγό. Τα προϊόντα με αυξημένες απαιτήσεις τεχνογνωσίας, προσφέρουν στον παραγωγό τα παρακάτω πλεονεκτήματα:

Δυνατότητα να τα πουλάει ακριβά, εάν μπορέσει να δικαιολογήσει στον πελάτη τα πλεονεκτήματά τους (added value)

Δυνατότητα να πατεντάρει το προϊόν του, ώστε όποιος θέλει να τα παράγει, ακόμη και εάν διαθέτει την τεχνογνωσία και τα μέσα, να πληρώνει στον αρχικό παραγωγό δικαιώματα της πατέντας

Εξάλειψη μιας μεγάλης μάζας ανταγωνιστών παραγωγών με φτηνά προϊόντα χαμηλής τεχνογνωσίας.

 

Β) Στη συνέχεια, ο παραγωγός του προϊόντος αυτού πλησιάζει αυτούς που φτιάχνουν τις προδιαγραφές για το ποιά προϊόντα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να κυκλοφορούν στην αγορά. Αυτοί που φτιάχνουν τις προδιαγραφές, είναι συνήθως κάποιες αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες, ή ιδιώτες Μελετητές που εργάζονται για λογαριασμό των Κρατικών Υπηρεσιών.

Στην περίπτωση των Αυτοκινήτων π.χ., οι προδιαγραφές φτιάχνονται από τις αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών, ή από ιδιώτες Μελετητές που εργάζονται για λογαριασμό του Υπουργείου. Κι εδώ βρίσκεται το στοίχημα για τις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες πχ: εάν μία αυτοκινητοβιομηχανία αναπτύξει ένα νέο υψηλής τεχνολογίας σύστημα διαχείρισης καυσίμων, και καταφέρει να περάσει το σύστημά στις εθνικές προδιαγραφές του Υπουργείου Συγκοινωνιών της τάδε χώρας, τότε η βιομηχανία αυτή θα βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές της, καθώς ακόμη και αυτοί οι ανταγωνιστές που θα έχουν την τεχνογνωσία για να φτιάξουν ένα τέτοιο σύστημα, δεν θα μπορούν να το φτιάξουν ακριβώς ίδιο γιατί θα πρέπει να πληρώσουν τα δικαιώματα για την «πατέντα», οπότε θα πρέπει να αναπτύξουν κάποιο διαφορετικό σύστημα που να κάνει την ίδια δουλειά, και συνεπώς θα χάσουν χρόνο και μερίδιο αγοράς σε σχέση με τον αρχικό εφευρέτη-παραγωγό.

Μια άλλη παγίδα εδώ, είναι πως ακόμη και εάν υπάρχει ένα σύστημα που κάνει την ίδια δουλειά με πιο απλό και φτηνό τρόπο, όχι μόνο δεν θα ενδιαφερθούν να το αναπτύξουν, αλλά θα προσπαθήσουν να το «θάψουν», γιατί ένα απλό και φτηνό σύστημα που μπορούν να το παράγουν πολλοί και δεν πατεντάρεται θα τους «κλέψει» μερίδιο αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο ανελέητος πόλεμος των φαρμακοβιομηχανιών ενάντια στις παραδοσιακές και εναλλακτικές θεραπείες (βότανα, βελονισμός, κλπ).

 

Γ) Το τρίτο βήμα, είναι εφικτό μόνο για τις εταιρείες οι οποίες έχουν διεθνή διάσταση και διασυνδέσεις. Είναι το βήμα όπου ο παραγωγός του προϊόντος, προσπαθεί να περάσει τις προδιαγραφές του στη διεθνή αγορά. Στο προηγούμενο παράδειγμα της αυτοκινητοβιομηχανίας π.χ., εάν το συγκεκριμένο σύστημα περάσει στις προδιαγραφές της Ε.Ε. ή των ομοσπονδιακών Η.Π.Α., τότε ο παραγωγός βρίσκεται με τα εξής πλεονεκτήματα: Αφενός σε ένα πολύ σημαντικό προβάδισμα σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, καθώς εάν είναι μια φορά δύσκολο να περάσεις ένα σύστημα στις εθνικές προδιαγραφές μιας χώρας, είναι δέκα φορές πιο δύσκολο να το περάσεις στις προδιαγραφές μιας ομάδας χωρών όπως η Ε.Ε.

Δεύτερον ο παραγωγός έχει το «εισιτήριο» για να μπει σε μια αγορά που μπορεί να είναι δεκαπλάσια από την τοπική του. Συνεπώς δεκαπλασιάζει αντίστοιχα και τον προσδοκώμενο τζίρο και κέρδος.

 

Ένα σημείο κλειδί, που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης αγοράς, είναι πως οι ίδιοι κύκλοι που προσπαθούν να επιβάλουν τις διεθνείς προδιαγραφές στις εθνικές οικονομίες, προσπαθούν ταυτόχρονα να απαγορέψουν την κυκλοφορία οποιουδήποτε προϊόντος δεν συμβαδίζει με τις προδιαγραφές αυτές. Για παράδειγμα, η προσπάθεια για εφαρμογή Ευρωπαϊκών προδιαγραφών CE για κάθε κατηγορία προϊόντων, συμβαδίζει παράλληλα με την προσπάθεια για απαγόρευση κυκλοφορίας εντός της Ε.Ε. όσων προϊόντων δεν φέρουν σήμανση CE.

 

Με απλά λόγια, οι δυνατές παραγωγικές μονάδες συγκεκριμένων χωρών, δεν παλεύουν απλώς για να προωθήσουν τα προϊόντα τους στις πιο αδύναμες χώρες, αλλά παλεύουν ταυτόχρονα να εκμηδενίσουν την τοπική εθνική παραγωγή των πιο αδύναμων χωρών, καθιστώντας τα δικά τους προϊόντα ως τη μόνη δυνατή επιλογή. Όχι μόνο μας υποχρεώνουν να αγοράζουμε τα προϊόντα τους, αλλά παράλληλα μας υποχρεώνουν να μην παράγουμε και δικά μας…

 

Για να επανέλθω στο παράδειγμα του χώρου της εκπαίδευσης απ’ όπου ξεκίνησα, ορίζοντας λοιπόν την διεθνή εκπαιδευτική «αγορά» σύμφωνα με τις δικές τους προδιαγραφές, οι Άγγλοι και οι υπόλοιπες χώρες του Διευθυντηρίου βρίσκονται σε προνομιακή σχέση ως προς τη νέα εκπαιδευτική αγορά, καθώς το δικό τους «προϊόν» (ιδρύματα εκπαίδευσης) είναι ήδη στημένο με αυτές τις προδιαγραφές, ενώ τα «προϊόντα» (ιδρύματα) των άλλων «εμπόρων» (χωρών) θα χρειαστούν αρκετό χρόνο για να στηθούν με τον ίδιο τρόπο. Και βέβαια όσα ιδρύματα δεν είναι στημένα με αυτές τις προδιαγραφές, εάν δεν προσαρμοστούν σε αυτές, θα πρέπει να κλείσουν…

 

Για να λάβουμε μια ιδέα από το μέγεθος της αγοράς που διακυβεύεται, αναφέρω μόνο ότι σήμερα -με όλες τις δημόσιες παροχές της κουτσουρεμένης «δωρεάν παιδείας»- η αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (φροντιστήρια, ΙΕΚ, ιδιωτικά σχολεία κλπ) είναι περίπου 175 εκ. ευρώ. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε το μέγεθος της αγοράς αυτής, όταν δοθεί και το φιλέτο της τριτοβάθμια εκπαίδευση στον ιδιωτικό τομέα. Και να φανταστούμε ίσως το μέγεθος της κοινής ενιαίας αγοράς της Γ’ βάθμιας εκπαίδευσης σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Και να φανταστούμε το ακόμη μεγαλύτερο μέγεθος αυτής της αγοράς, εάν οι προδιαγραφές της Ε.Ε. επιβληθούν και σε άλλες ομάδες χωρών, όπως της Λατινικής Αμερικής. Για να καταλάβουμε για τι μεγέθους αγορές μιλάμε, αναφέρω χαρακτηριστικά ότι όπως άκουσα στην προαναφερόμενη εκπαιδευτική εκδήλωση από τον Αργεντίνο Δάσκαλο, ένα μόνο από τα πολλά Πανεπιστήμια του Μπουένος Άϊρες έχει περίπου 300.000 φοιτητές, περίπου δηλαδή όσους φοιτητές έχουν όλα τα Πανεπιστήμια όλης της Ελλάδας! Μπορούμε λοιπόν να ερμηνεύσουμε πως είναι δυνατόν το ΔΝΤ να χαρίζει χρωστούμενα στην Αργεντινή με αντάλλαγμα την υιοθέτηση εκπαιδευτικών προδιαγραφών…

 

Εν κατακλείδι: Τις προηγούμενες δεκαετίες οι Κομμουνιστές αναφερόντουσαν στον Ιμπεριαλισμό σαν ένα ιδιαίτερο στάδιο του Καπιταλισμού, πράγμα που σήμαινε ότι σε κάποιες περιπτώσεις και χρονικές συγκυρίες ήταν δυνατόν να υπάρχει Καπιταλισμός αλλά χωρίς Ιμπεριαλιστική δράση. Σήμερα όμως ο Ιμπεριαλισμός εκδηλώνεται όχι μόνο με στρατιωτικό επεκτατισμό ενάντια σε άλλα έθνη, αλλά εκδηλώνεται και μέσα στην ίδια την Καπιταλιστική οικονομία ως «εμπορικός ιμπεριαλισμός» που ζητά όχι απλώς να επεκταθεί στις εθνικές οικονομίες, αλλά θέτοντας ως υποχρεωτικές τις συγκεκριμένες εμπορικές προδιαγραφές που ορίζουν τα Διευθυντήρια, να ελέγξει και να καθυποτάξει εξολοκλήρου την εθνική-τοπική οικονομία εκμηδενίζοντας τις τοπικές-εθνικές παραγωγές που δεν το εξυπηρετούν. Και βέβαια, μετά την καθυπόταξη της οικονομίας, το κυρίαρχο κράτος-οργανισμός είναι σε θέση να επηρεάσει και τους υπόλοιπους τομείς του υποταγμένου κράτους, δηλαδή την εθνική του πολιτική. Αυτή η πρακτική της οικονομικής καθυπόταξης μέσω ελέγχου των προδιαγραφών, αναπτύσσεται βέβαια παράλληλα και με άλλες πρακτικές που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, όπως για παράδειγμα στον Αγροτικό Τομέα η υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική), που επιβάλει στις αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα, όχι μόνο να σταματήσουν να παράγουν συγκεκριμένα είδη που προωθούνται από άλλες ισχυρότερες χώρες (π.χ. Ιταλία), αλλά και να εισάγει από τις χώρες αυτές συγκεκριμένες ποσότητες ειδών που θα μπορούσαν να παραχθούν και εδώ!

Είναι γνωστό ότι το επεκτατικό εμπόριο υπήρχε και παλαιότερα, όχι μόνο επί Καπιταλισμού, αλλά ακόμη και στη Φεουδαρχία. Το επεκτατικό εμπόριο είναι όμως κάτι διαφορετικό από τον «εμπορικό ιμπεριαλισμό», καθώς το επεκτατικό εμπόριο προσπαθούσε μεν να προωθήσει τα δικά του προϊόντα σε ξένες αγορές, λειτουργώντας όμως παράλληλα με την τοπική παραγωγή, προσπαθώντας απλώς να την ανταγωνιστεί, και όχι να την διευθύνει-ελέγξει-εξαλείψει. Οπότε ο Ιμπεριαλισμός και ο Καπιταλισμός ήταν διαχωρισμένα στάδια εξέλιξης του συστήματος.

Η σημερινή πρακτική του «εμπορικού ιμπεριαλισμού», αποτελεί μια εξέλιξη μιας παλαιότερης ενδιάμεσης κατάστασης στρατιωτικού – οικονομικού ιμπεριαλισμού που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα, δηλαδή: εισβάλλω σε μια χώρα ή την βομβαρδίζω και την καταστρέφω, και στην συνέχεια της δίνω μπόλικα δάνεια για την ανοικοδόμηση, τα οποία δάνεια τα ξαναπαίρνω μέσω των εταιρειών που αναλαμβάνουν την ανοικοδόμηση, και ταυτόχρονα με τα δάνεια αυτά κρατάω την οικονομία της δεμένη χειροπόδαρα (περίπτωση Ε.Ε στην Γιουγκοσλαβία, της Αγγλίας απέναντι στην Ινδία αλλά και την Ελλάδα, κλπ).

Όμως ο καθαρός εμπορικός ιμπεριαλισμός μέσω του απόλυτου ελέγχου των προδιαγραφών και της αγοράς, είναι νομίζω ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης Παγκοσμιοποίησης, που μπορεί να τονιστεί στις θέσεις της ΚΟΕ και να δίνεται σαν απάντηση σε αυτούς που δεν αναγνωρίζουν ότι η σημερινή οικονομία της Καπιταλιστικής Παγκοσμιοποίησης και αναδιάρθρωσης έχει κάποια διαφορά από τον Καπιταλισμό των προηγούμενων δεκαετιών.

Δ.Α.