Ινδία: Η “γιορτή των μαζών” στο Λαλγκάρ, του Ερρίκου Φινάλη

Γιορτή των μαζών: έτσι ονόμασαν οι Ινδοί μαοϊκοί την εξέγερση των πιο καταπιεσμένων χωρικών και ιθαγενών σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της Δυτικής Βεγγάλης. Το χωριό Λαλγκάρ κανείς δεν το γνώριζε μέχρι πέρυσι το Νοέμβρη – δεν υπήρχε καν στους περισσότερους χάρτες. Κι όμως, σήμερα μιλά γι’ αυτό ολόκληρη η Ινδία.

Όλα ξεκίνησαν όταν η τοπική αστυνομία πραγματοποίησε μια από τις “συνηθισμένες” εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της σ’ αυτή την περιοχή, που κατοικείται από ιθαγενείς πληθυσμούς, τους αντιβάζι. Δεκάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν ως “ύποπτοι για υποστήριξη των μαοϊκών”, που αντιμάχονταν την εκδίωξη των ιθαγενών από τη γη τους προκειμένου να δημιουργηθούν “ειδικές οικονομικές ζώνες”. Ανάμεσά τους και δεκάχρονοι μαθητές… Άλλωστε οι αντιβάζι θεωρούνται από την εξουσία εύκολη λεία, και μάλιστα χωρίς δικαιώματα. Και ποια εξουσία! Στην κυβέρνηση της Δυτικής Βεγγάλης βρίσκεται εδώ και τρεις δεκαετίες το Κ.Κ. Ινδίας – Μαρξιστικό, που διεθνώς παρουσιάζεται σαν “σκληρό” κομμουνιστικό κόμμα – αλλά τα εκατομμύρια των απόκληρων του κρατιδίου δεν έχουν δει και μεγάλη προκοπή απ’ αυτό. Αντίθετα, τα στελέχη αυτού του κυβερνητικού Κ.Κ. πρωτοστατούν στη διαφθορά και ζουν μέσα στην πολυτέλεια, σε πλήρη αντίθεση με αυτούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν…

Η αντίδραση των παραδοσιακά φιλειρηνικών αντιβάζι στο νέο κύμα καταστολής εξέπληξε τους κρατούντες. Χιλιάδες ιθαγενείς άρχισαν να κατεβαίνουν από τα απομακρυσμένα χωριά της ζούγκλας και να απαιτούν την απελευθέρωση των ανθρώπων τους. Μέσα σε λίγες μέρες σχηματίστηκε η Λαϊκή Επιτροπή Ενάντια στην Αστυνομική Καταστολή. Και οι ιθαγενείς, συχνά με την κάλυψη των μαοϊκών ανταρτών, άρχισαν να επιτίθενται σε αστυνομικούς σταθμούς (έναν τον γκρέμισαν κυριολεκτικά 5.000 διαδηλωτές), ενώ έκαψαν και γραφεία του κυβερνητικού “κομμουνιστικού” κόμματος. Σύντομα η αντίσταση εξαπλώθηκε σε εκατοντάδες χωριά, και τα κρατικά όργανα αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν, δίνοντας τη θέση τους σε λαϊκές επιτροπές που υποστηρίζονταν από τους μαοϊκούς. Αυτοί οι νέοι δημοκρατικοί θεσμοί συντονίζουν τον ξεσηκωμό, διαπραγματεύονται με την κεντρική εξουσία με βάση τις αποφάσεις των λαϊκών συνελεύσεων, αλλά και πρωτοστατούν σε έργα που έχουν ανάγκη οι ιθαγενείς: αρδευτικά κανάλια, δρόμους, γέφυρες, σχολεία, παιδικούς σταθμούς και κέντρα υγείας – όλα όσα ποτέ δεν κατασκεύασε η “αριστερή” κυβέρνηση!

Το Κ.Κ. είδε κι απόειδε, και ζήτησε τη βοήθεια της κεντρικής κυβέρνησης – που έσπευσε να στείλει στην περιοχή χιλιάδες άντρες των ειδικών δυνάμεων, περιλαμβανομένου του Τάγματος Κόμπρα, το οποίο ειδικεύεται στις “αντιαντάρτικες επιχειρήσεις”. Ο Ιούνιος του 2009 σημαδεύτηκε από την ανεπιτυχή απόπειρα των κυβερνητικών δυνάμεων να τσακίσουν τη ραχοκοκαλιά της εξέγερσης και να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό με δολοφονίες, “εξαφανίσεις”, βασανιστήρια και βιασμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κεντρική κυβέρνηση έθεσε τον ίδιο μήνα εκτός νόμου το Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκό) με βάση ένα… αποικιακό βρετανικό διάταγμα του 1908, που ήταν εδώ και δεκαετίες ανενεργό! Παρ’ όλα αυτά στο Λαλγκάρ, το “νέο Ναξαλμπάρι” όπως το ονομάζουν εχθροί και φίλοι των μαοϊκών, και όλες οι περιοχές των αντιβάζι, δεν υποκύπτουν και συνεχίζουν τον ξεσηκωμό. Χιλιάδες νέοι, ανάμεσά τους πολλές γυναίκες, εντάσσονται στο οργανωμένο κίνημα. Και στις πόλεις, δεκάδες χιλιάδες κινητοποιούνται σε αλληλεγγύη με τους εξεγερμένους.

Θα κλείσουμε αυτό το σημείωμα για τον ξεσηκωμό του Λαλγκάρ και τη δράση των μαοϊκών στην Ινδία με την εντυπωσιακή απάντηση που έδωσε ο Β.Π. Σινγκ, ο οποίος διατέλεσε πρωθυπουργός της Ινδίας το 1989-90, σε συνέντευξή του λίγο πριν πεθάνει πέρυσι. Όταν ρωτήθηκε για την “εκμετάλλευση της δυσαρέσκειας των χωρικών από τους μαοϊκούς” με αφορμή κινητοποιήσεις ενάντια στην αναγκαστική απαλλοτρίωση της γης τους προκειμένου να δημιουργηθούν οι λεγόμενες Ειδικές Οικονομικές Ζώνες, είπε:

“Δείτε την Ινδία στο σύνολό της: οδηγούμαστε σε μια τεράστια κοινωνικοπολιτική κρίση. Έτσι που μετακινούμε βίαια τους ανθρώπους, ποιος μπορεί να σταματήσει τους μαοϊκούς; Αν αυτό που γίνεται με τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες θεωρείται μοντέλο ανάπτυξης, τότε επιθυμώ κι εγώ να γίνω μαοϊκός. Αλλά δεν μπορώ πια στην ηλικία μου!”

Ερρίκος Φινάλης


 

Το επαναστατικό κίνημα στην Ινδία

Το 1967 το Ναξαλμπάρι, κοντά στα σύνορα με το Νεπάλ, αναδείχθηκε σε επίκεντρο μιας ένοπλης αγροτικής εξέγερσης, η οποία καθοδηγούνταν από κομμουνιστές που σταδιακά αποσπάστηκαν από το τότε “επίσημο” κομμουνιστικό κίνημα. Παρόλο που αυτή η εξέγερση καταπνίγηκε σχετικά σύντομα (και πολύ βίαια), σημάδεψε και ενέπνευσε τη γέννηση του ινδικού μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος – γι’ αυτό και οι μαοϊκοί της Ινδίας ονομάστηκαν “ναξαλίτες”. Από το κρατίδιο της Δυτικής Βεγγάλης, στο οποίο ανήκει το Ναξαλμπάρι, οι ναξαλίτες γρήγορα εξαπλώθηκαν σε πολλά ακόμη ινδικά κρατίδια, ιδίως στην κεντρική και ανατολική Ινδία. Το 1972 ο στρατός συνέλαβε τον ιστορικό ηγέτη του νεαρού Κ.Κ. Ινδίας (Μ-Λ) Τσαρού Μαγιουμντάρ, και 12 μέρες αργότερα ανακοινώθηκε ο “θάνατός του υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες”… Ακολούθησε τεράστια καταστολή, με χιλιάδες δολοφονημένους και δεκάδες χιλιάδες μαοϊκούς στις φυλακές, που οδήγησε σε κρίση και αλλεπάλληλες διασπάσεις του κόμματος. Η πτώση της κυβέρνησης της Ίντιρα Γκάντι και η λήξη της “κατάστασης έκτακτης ανάγκης” το 1977 σηματοδότησε την αρχή της ανάκαμψης του μαοϊκού κινήματος, αν και διασπασμένου πλέον. Ένα τμήμα των μαοϊκών σταμάτησε τον ένοπλο αγώνα και στράφηκε στην οργάνωση νόμιμων μαζικών κινημάτων, ενώ άλλο εξακολούθησε να εφαρμόζει την τακτική του “παρατεταμένου λαϊκού πολέμου”, επικεντρώνοντας τη δράση του ανάμεσα στα πιο καταπιεσμένα στρώματα της υπαίθρου: τις κατώτερες κάστες, τους ακτήμονες εργάτες γης και τους ιθαγενείς πληθυσμούς. Από αυτό το ρεύμα, μετά από σταδιακή συνένωση διαφόρων οργανώσεων, προήλθε το σημερινό Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκό), που έφτασε να ανακηρυχθεί από τον σημερινό πρωθυπουργό της Ινδίας, τον Μανμοχάν Σινγκχ, “η σημαντικότερη πρόκληση για την εσωτερική ασφάλεια που αντιμετώπισε ποτέ η χώρα μας”. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, οι μαοϊκοί σήμερα δρουν σε 13 από τα 28 ινδικά κρατίδια και διατηρούν ένα μόνιμο στρατό 20.000 ανταρτών, που ενισχύεται από διπλάσιο έως τριπλάσιο αριθμό τοπικών λαϊκών πολιτοφυλακών. Τα τελευταία χρόνια έχουν πρωτοστατήσει στην ένοπλη οργάνωση και αντίσταση των φτωχών χωρικών σε διάφορες περιοχές της Ινδίας οι οποίες έχουν μπει στο “αναπτυξιακό” στόχαστρο της κεντρικής κυβέρνησης και των πολυεθνικών.


 

Ένα αχανές “θαύμα” για πολύ λίγους

Η Ινδία είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, με περίπου 1,2 δισεκατομμύρια κατοίκους, και η έβδομη μεγαλύτερη σε έκταση. Είναι ένα κράτος ομοσπονδιακό (αποτελούμενο από 28 κρατίδια και 7 αυτόνομες περιοχές), πολυεθνικό, με 15 επίσημες γλώσσες και εκατοντάδες ακόμη διαλέκτους. Το 80% του πληθυσμού είναι ινδουιστές, και το υπόλοιπο 20% μοιράζεται σε μουσουλμάνους (13,4%), χριστιανούς (2,3%), σιχ (1,9%) κ.λπ.

Στις τεράστιες παραγκογειτονιές των ινδικών μεγα-πόλεων (η Βομβάη μετρά 14 εκατομμύρια κατοίκους, και υπάρχουν 20 πόλεις με πληθυσμό άνω του 1,5 εκατομμυρίου) αλλά και, κυρίως, στην αχανή ύπαιθρο φυτοζωούν εκατοντάδες εκατομμυρίων. Αυτοί, δηλαδή η τεράστια πλειοψηφία, δεν μοιράζονται το υποτιθέμενο ινδικό θαύμα – δηλαδή την αλματώδη ανάπτυξη που έχει καταστήσει την Ινδία μέλος της “ομάδας BRIC” (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), που από πολλούς θεωρείται μελλοντικά απειλητική για τη διεθνή πρωτοκαθεδρία της Δύσης.

Η Ινδία κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1947, αφού από το 18ο αιώνα υπέστη την κατοχή της κακόφημης Βρετανικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών και μετά “προήχθη” σε αποικία της Βρετανίας. Από τότε κυβερνήθηκε κυρίως από το κόμμα του Κογκρέσου, ενώ σε τοπικό επίπεδο, σε ορισμένα κρατίδια, κυριάρχησαν και κόμματα της Αριστεράς – όπως και φονταμενταλιστικά ινδουιστικά κόμματα, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες.

Από το 1947 μέχρι σήμερα η Ινδία γνώρισε και γνωρίζει τεράστιες αναταράξεις: την αιματηρή απόσπαση του Πακιστάν, μεγάλες λαϊκές εξεγέρσεις και αγροτικούς ξεσηκωμούς, αλλά και βίαια επεισόδια πολιτικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων. Στη δεκαετία του ’50 πήρε μέρος στη συγκρότηση του Κινήματος των Αδεσμεύτων, ενώ αργότερα συντάχθηκε ουσιαστικά με τη Ρωσία και έφτασε να προχωρήσει σε ένοπλη σύρραξη με την Κίνα του Μάο.

Σήμερα, ενώ η ινδική άρχουσα τάξη κλίνει όλο και περισσότερο προς τη Δύση (ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις επεκτατικές της βλέψεις, όπως δείχνει και η ανάμιξή της στα εσωτερικά ζητήματα του Νεπάλ) και εντείνει τις “μεταρρυθμίσεις”, νέα μεγάλα κινήματα εμπνέονται από την επαναστατική παράδοση και διεκδικούν ανθρώπινη ζωή για την εξαθλιωμένη λαϊκή πλειοψηφία.