Πρόλογος στο βιβλίο «Η τραγωδία των Ελλήνων Αγωνιστών της Τασκένδης»

Αφορμή γι’ αυτή την έκδοση είναι η συμπλήρωση 50 χρόνων από τη ρεβιζιονιστική στροφή στο διεθνές και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα που σηματοδοτεί το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ (Μόσχα, 14-25 Φλεβάρη 1956) και η λεγόμενη 6η πλατιά ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Βουκουρέστι, 11-12 Μάρτη 1956) αντίστοιχα. Η 6η Ολομέλεια είναι μια σημαδιακή στιγμή για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας μας. Αποτελεί τομή γιατί το ΚΚΕ αρχίζει να χάνει τον επαναστατικό προσανατολισμό και χαρακτήρα του και να μετατρέπεται σε έναν ρεβιζιονιστικό μηχανισμό, με οδυνηρές συνέπειες για το εργατικό και λαϊκό κίνημα.

 

Επειδή ακριβώς αυτές οι οδυνηρές συνέπειες καθόρισαν και καθορίζουν μέχρι σήμερα την εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα μας, θεωρούμε πως έχει ιδιαίτερη σημασία η γνώση και η αξιολόγηση αυτής της ιστορικής περιόδου.

 

Θεωρούμε πως το διάβασμα της ιστορίας δεν είναι «παρελθοντολογία», «περασμένα-ξεχασμένα», αλλά πρέπει να είναι οδηγός για την άντληση εμπειρίας –θετικής κι αρνητικής– πηγή συμπερασμάτων και εκτιμήσεων που θα οδηγούν τις τωρινές και μελλοντικές προσπάθειες για μια άλλη κοινωνία.

 

Σήμερα που το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση, η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων θεωρεί πως μπορεί να σβήσει την ιστορία και να την ξαναγράψει απ’ την ανάποδη. Νιώθοντας ισχυροί –ή μήπως φοβούμενοι το φάντασμα που πεισματικά εξακολουθεί να πλανιέται πάνω από όλο τον κόσμο;– άλλοτε απροκάλυπτα και άλλοτε συγκαλυμμένα θέλουν να ταυτίσουν τον κομμουνισμό με ό,τι πιο βάρβαρο, πιο εγκληματικό και πιο καθυστερημένο έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα. Το αντικομμουνιστικό μνημόνιο που ψηφίστηκε πρόσφατα, η «μαύρη βίβλος του κομμουνισμού» με καταμετρημένα μέχρις ενός τα «θύματα» –είναι ν’ απορεί κανείς με την τέτοια ακρίβεια!– τα εκτός νόμου κόμματα και οργανώσεις επειδή έχουν τον τίτλο «κομμουνιστικό» ή έχουν σαν σύμβολο το σφυροδρέπανο, είναι μερικές μόνο εκδηλώσεις αυτής της επιχείρησης.

 

Από την άλλη, η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος έχει γίνει και λίγο «της μόδας» σε πανεπιστημιακούς-ιστορικούς κύκλους. Απ’ αυτή την ιστορία αντλούνται θέματα για μεταπτυχιακά, διδακτορικά, βιβλία, άρθρα, που πλασάρονται σαν αντικειμενικά, ουδέτερα, επιστημονικά, έγκυρα, με μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις αντικομμουνισμού. Η ιστορία όμως δεν είναι κάτι «άχρωμο και άοσμο», ουδέτερο, έξω από πολιτικές και ιδεολογίες. Η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η ιστορία της ταξικής πάλης και μόνο κάτω από το πρίσμα της ταξικής πάλης μπορεί να γραφτεί και να διαβαστεί.

 

Όσο για την επίσημη αριστερά, μένει σε τσιτάτα και αφορισμούς ή «ποιεί την νήσσα» για ζητήματα που χαλάνε την εικόνα του «ενός και μοναδικού» συνεχιστή της ιστορίας και των παραδόσεων του κομμουνιστικού κινήματος, όπως είναι για παράδειγμα το ζήτημα που διαπραγματεύεται τούτο το βιβλίο. Οι «μοναδικοί συνεχιστές» και «υπερασπιστές» του κομμουνισμού και της ιστορίας του είναι οι ίδιοι που πενήντα χρόνια πριν πρωταγωνίστησαν στην καταγγελία της «προσωπολατρίας» και των «εγκλημάτων του τυραννικού σταλινισμού», δίνοντας επιχειρήματα στον ιμπεριαλισμό και την αντίδραση, μηδενίζοντας την προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης των προηγούμενων δεκαετιών, διαστρέφοντας και αλλοιώνοντας τον επαναστατικό χαρακτήρα που είχε το κομμουνιστικό κίνημα μέχρι τότε. Είναι οι ίδιοι που χαιρέτιζαν την περεστρόικα του Γκορμπατσώφ και τον χαρακτήριζαν προδότη μετά την κατάρρευση, εθελοτυφλώντας για το προτσές αποκομμουνιστικοποίησης από το 20ό συνέδριο και μετά. Κι αφού εθελοτυφλούσαν επί πενήντα χρόνια, έρχονται τώρα να πουν πως θα… συστήσουν επιτροπή που θα… μελετήσει τα ζητήματα αυτής της περιόδου.

 

Αυτό που παρουσιαζόταν σαν σοσιαλισμός στις ανατολικές χώρες και που δεν ήταν παρά η σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού, αυτό που παρουσιαζόταν σαν διεθνισμός και δεν ήταν παρά σοσιαλιμπεριαλιστική πολιτική, αυτό που παρουσιαζόταν σαν εφαρμογή του μαρξισμού-λενινισμού και δεν ήταν παρά η προσαρμογή των ΚΚ στα αστικά πλαίσια άσκησης της πολιτικής, όλα αυτά τα κακέκτυπα που βγήκαν από τη μήτρα του 20ού συνέδριου, συκοφάντησαν την έννοια του κομμουνισμού, απογοήτευσαν και απομάκρυναν τις λαϊκές μάζες και την εργατική τάξη από το κομμουνιστικό κίνημα. Από τη μήτρα του 20ού συνέδριου βγήκε και ο ευρωκομμουνισμός και οι θεωρίες για «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» (πρόσωπο που φαίνεται πως το έβλεπαν στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, με τον οποίο είχαν σχέσεις οι δικοί μας θιασώτες αυτής της θεωρίας). Ή ακόμα, η καθ’ ημάς θεωρία «ευτυχώς που χάσαμε το ’44 ή το ’49 και δεν γίναμε Βουλγαρία ή Αλβανία». Μεγάλη τύχη, πράγματι, που μας έδωσε την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τα αγαθά του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας, κι όχι τον «απάνθρωπο» σοσιαλισμό.

 

Από τη μήτρα του 20ού προέρχονται και οι Γκορμπατσώφ, Γέλτσιν, Σεβαρντάντζε και οι περισσότεροι σημερινοί ηγέτες και πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Ανώτερα κομματικά στελέχη ήταν, που ξεμασκαρεύτηκαν με την κατάρρευση και στηρίζουν και εφαρμόζουν τον πιο άγριο καπιταλισμό.

 

Η επιβολή του «νέου πνεύματος» που άρχισε να επικρατεί στη Σοβιετική ένωση μετά το θάνατο του Στάλιν και επισημοποιήθηκε με το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Έπρεπε αυτό το «νέο πνεύμα» να «δουλευτεί» κατάλληλα για να αλλοιωθούν συνειδήσεις και να πειστούν ή να «πειστούν» να συνταχθούν με τη νέα ρεβιζιονιστική γραμμή στο κομμουνιστικό κίνημα. Η διοχέτευση της «μυστικής έκθεσης» του Χρουστσώφ στη CIA και η δημοσιοποίησή της από τις δυτικές εφημερίδες (αναγορεύοντας έμμεσα τον ιμπεριαλισμό σε συνεργάτη στην –κοινή και για τους δύο– υπόθεση της αποκομμουνιστικοποίησης του κομμουνιστικού κινήματος) στόχευε να προκαλέσει τέτοιο σοκ στα εκατομμύρια των κομμουνιστών σ’ όλο τον κόσμο ώστε να οδηγηθούν σε «αυτοκριτικές» και «αυτομαστιγώματα» για τα «φοβερά και τρομερά» που είχαν υποστηρίξει. Παράλληλα με το «σοκ» που θα προκαλούσε η «αποκάλυψη» των «εγκλημάτων», μπήκαν σε εφαρμογή μια σειρά τεχνάσματα και μηχανορραφίες ώστε να γίνει αποδεκτή η «κριτική» της προηγούμενης περιόδου, και η προσαρμογή ανθρώπων, οργανώσεων, κομμάτων να γίνει με τη μικρότερη αντίδραση.

 

Το ΚΚΕ και ιδιαίτερα η ΚΟ Τασκένδης που ήταν και η μαζικότερη οργάνωση στις χώρες της πολιτικής προσφυγιάς, αποτέλεσε πεδίο εφαρμογής κάθε είδους πιέσεων, μηχανορραφιών, απειλών, αστυνομικών μέτρων, προκειμένου να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Γνώρισε μια πρωτοφανή (για τότε) ωμή επέμβαση στα εσωτερικά του, μια πρωτοφανή καταπάτηση κάθε έννοιας διεθνισμού και κομματικότητας. Εφαρμόζοντας τη δοκιμασμένη συνταγή «καταγγελία των λαθών και της προσωπολατρίας» του Στάλιν, στήθηκε και στηρίχτηκε από τους χρουστσωφικούς μια ομάδα στην Τασκένδη που «δούλευε» το «νέο πνεύμα», «κριτικάροντας» «τα λάθη και την προσωπολατρία» του Ζαχαριάδη. Η έντονη και ανοιχτή αντιπαράθεση που ξέσπασε στους κόλπους των κομμουνιστών στην Τασκένδη, ήταν η αφορμή για τη δημιουργία της διεθνούς επιτροπής (μετά από «εκκλήσεις» αντιζαχαριαδικών) που ανέλαβε να «εξετάσει» και να «ταχτοποιήσει» τα πράγματα. Η επιτροπή αποτελούνταν από αντιπροσώπους των κομμάτων των χωρών όπου βρίσκονταν έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες (Γκ. Γκεοργκίου-Ντεζ – Ρουμανία, Α. Γιούγκωφ – Βουλγαρία, Ι. Κόβατς – Ουγγαρία, Φ. Μαζούρ – Πολωνία, Ρ. Μπάρακ – Τσεχοσλοβακία, και για να της προσδοθεί κύρος το ΚΚΣΕ εκπροσωπούσε ο Ο. Κουούσινεν, παλιό μέλος της ΕΕ της Κομμουνιστιστικής Διεθνούς). Όμως η βασική δουλειά είχε προετοιμαστεί από τους Πετρώφ και Βινογκράντωφ, υπεύθυνους για το ΚΚΕ από το τμήμα διεθνών σχέσεων του ΚΚΣΕ. Τυπικά η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της συναντώντας τον Ζαχαριάδη στο περιθώριο των εργασιών του 20ού συνέδριου, ουσιαστικά όμως οι αποφάσεις για το πώς θα «ταχτοποιηθεί» το ΚΚΕ είχαν παρθεί πολύ πριν. Για παράδειγμα, υπάρχει απόφαση του ΚΚΣΕ στις 7 Φλεβάρη 1956 που επιτρέπει στον Ζαχαριάδη να σπουδάσει και να εργαστεί στην ΕΣΣΔ, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή η απόφαση θεωρεί δεδομένο το ότι ο Ζαχαριάδης θα έπαυε να είναι γραμματέας του ΚΚΕ. Στις συζητήσεις του με την επιτροπή ο Ζαχαριάδης είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια κατάσταση που να δικαιολογεί τη σύσταση αυτής της επιτροπής, «δεν την αξίζει ούτε ο λαός μας ούτε το κόμμα μας», ότι κινείται μονόπλευρα, όμως οποιαδήποτε απόφασή της θα ήταν γι’ αυτόν νόμος (βλ. Παράρτημα 1). Αφού εξασφαλίστηκε ότι δεν θα υπάρξει ανοιχτή αντιπαράθεση και αντίδραση από τον Ζαχαριάδη, η επιτροπή καλούσε ιδιαιτέρως όλους όσους θα έπαιρναν μέρος στην ολομέλεια για να εξασφαλιστεί το κατά πόσο είναι «υγιείς» (τη λέξη «υγιής» χρησιμοποίησε ο Ρ. Μπάρακ απευθυνόμενος στον Α. Γκρόζο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στ. Κασιμάτη). Μετά απ’ αυτές τις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, η επιτροπή πλαισιώθηκε από έναν κύκλο «έμπιστων» αντιζαχαριαδικών στελεχών με «αποστολή» να «ψαρεύουν», να βολιδοσκοπούν, να «πείθουν». Με τέτοιες πρωτοφανείς μεθοδεύσεις και πραξικοπηματικό τρόπο οργανώθηκε και στήθηκε η 6η ολομέλεια που συνήλθε λίγο μετά το 20ό συνέδριο. Η εισήγηση στην ολομέλεια έγινε από τη διεθνή επιτροπή, ενώ εκτός από τα μέλη της ΚΕ και της ΚΕΕ, πήραν μέρος όλα τα διαγραμμένα στελέχη απ’ το ’45 και μετά και 75 αντιπρόσωποι από τις οργανώσεις του ΚΚΕ στις ανατολικές χώρες, όλοι γνωστοί αντιζαχαριαδικοί. Έτσι, με διαμορφωμένο κλίμα και στημένο συσχετισμό, η ολομέλεια υιοθέτησε όσα υπαγόρευσαν οι σοβιετικοί και προχώρησε στην καθαίρεση του Ζαχαριάδη. Με αντίστοιχες μεθοδεύσεις οργανώθηκε και η 7η ολομέλεια που τον διέγραψε από μέλος του κόμματος.

 

Ενώ όμως το στελεχικό δυναμικό προσαρμόστηκε, τα μέλη του κόμματος (που σημειωτέον πάντα είχαν εμπιστοσύνη και σεβασμό στο σοβιετικό κόμμα) μέσα και έξω από την Ελλάδα, αλλά και η πλειοψηφία των εξωκομματικών πολιτικών προσφύγων, αρνήθηκε να συνταχθεί με την 6η ολομέλεια, παρόλο που οι χρουστσωφικοί θεωρούσαν πως θα «ξεμπέρδευαν» γρήγορα με το ΚΚΕ. 

 

 

Το ΚΚΕ θεωρούνταν γενικά από τα πιο «καθυστερημένα» τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Αντίληψη που βασίζονταν στην ελλιπή επαγρύπνηση που είχε σαν αποτέλεσμα τη σύλληψη αντιπροσώπων της Διεθνούς σε αποστολές τους στην Ελλάδα, στις αδυναμίες και στην κρίση που ταλάνιζε το ΚΚΕ στη δεκαετία του ’20, και στο ότι χρειάστηκε η έκκληση και επέμβαση της Διεθνούς το ’31 για να ξεπεράσει την κρίση. Υποτίμηση που εκφράζονταν και στη διάρκεια του πολέμου με την αγνόηση του ΚΚΕ ή την έλλειψη άμεσης ενημέρωσης και συζήτησης (πχ το ΚΚΕ δεν ενημερώθηκε για τη διάλυση της Διεθνούς). Αυτή η υποτίμηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η κομματική ηγεσία ήταν δεκτική σε υποδείξεις και συμβουλές, έκανε τους χρουστσωφικούς να θεωρούν ότι το ΚΚΕ θα προσαρμόζονταν εύκολα στο «νέο πνεύμα».

 

Σε αντίθεση όμως με τα άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά κόμματα, η συντριπτική πλειοψηφία της κομματικής βάσης αντιτάχθηκε στη ρεβιζιονιστική στροφή. Αυτή η βάση που πάντα εφάρμοζε την κομματική γραμμή, ακόμα κι αν ήταν εντελώς λαθεμένη και εκφράζονταν σοβαρότατες διαφωνίες (πχ Βάρκιζα), αρνήθηκε να υιοθετήσει τις αποφάσεις του 20ού και της 6ης ολομέλειας τόσο στις χώρες της πολιτικής προσφυγιάς όσο και στις φυλακές και τις εξορίες της Ελλάδας.

 

Αυτή η βάση που έβγαινε από μια δεκάχρονη επαναστατική πάλη με αμέτρητες θυσίες και αίμα δεν ήταν δυνατό να δεχτεί εύκολα τις θεωρίες για «ειρηνικό πέρασμα». Έβλεπε πως οι καταγγελίες για «την προσωπολατρία και τα λάθη» του Ζαχαριάδη ήταν στην πραγματικότητα η άρνηση των επαναστατικών χαρακτηριστικών και παραδόσεων του ΚΚΕ, η άρνηση των αγώνων για μια καλύτερη Ελλάδα, πως οδηγούσαν στη μετατροπή του ΚΚΕ σε «κάτι άλλο» απ’ αυτό που ήταν μέχρι τότε.

 

Έτσι, προκειμένου να «πειστούν» οι έλληνες κομμουνιστές για την «ορθότητα» της χρουστσωφικής γραμμής, άρχισαν οι απειλές, οι συκοφαντίες, οι μαζικές διαγραφές. Όποιος διαφωνούσε αντιμετώπιζε την κατηγορία του αντισοβιετικού, του ύποπτου, του χαφιέ, του προβοκάτορα. Στις ανατολικές χώρες οι τοπικές αρχές βοηθούσαν το έργο της «ταχτοποίησης» του ΚΚΕ με αποκλεισμούς των «ζαχαριαδικών-σταλινικών» από σπουδές και εργασία, αλλά και με συλλήψεις, δίκες, εκτοπισμούς. Οι έλληνες κομμουνιστές της Τασκένδης που αποτελούσαν και τη μαζικότερη οργάνωση του ΚΚΕ γνώρισαν όλες αυτές τις μεθόδους. Για να επικρατήσει το «νέο πνεύμα» στην Τασκένδη, διαγράφτηκαν 6.400 σε ένα σύνολο 7.600 κομματικών μελών. (Οι μεθοδεύσεις για την επιβολή της ρεβιζιονιστικής στροφής στο ΚΚΕ περιγράφονται χαρακτηριστικά στο κείμενο «Μια πολύ μεγάλη ‘μικρή ιστορία’» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας», Γ. Χοντζέα, εκδόσεις Α/συνεχεια, Νοέμβρης 2004).

 

«Η τραγωδία των ελλήνων αγωνιστών της Τασκένδης» είναι ένα κείμενο γραμμένο το Γενάρη του 1965 από αντιρεβιζιονιστές πολιτικούς πρόσφυγες στην Τασκένδη. Είναι ένα κείμενο που καταγράφει τα σημαντικότερα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί από την εγκατάσταση των ελλήνων πολιτικών προσφύγων μέχρι το 1962. Η γλώσσα και το ύφος του μπορεί να φαίνεται «εκτός εποχής» και δεν καταπιάνεται αναλυτικά με πολιτικά ή ιδεολογικά ζητήματα. Άλλωστε, σύμφωνα με τους συγγραφείς του «σκοπός αυτού του γραφτού είναι να δείξει την τραγωδία της ΚΟ Τασκένδης και όχι ν’ ασχοληθεί με τις αποφάσεις της λεγόμενης 6ης ολομέλειας ή του 8ου ψευτοσυνεδρίου του ΚΚΕ». Γράφτηκε για να «στιγματίζει τις παρανομίες, τα βασανιστήρια, τις πιέσεις, εξαγορές, τις ποταπές πράξεις που έκανε στις πλάτες των ελλήνων αγωνιστών η κλίκα του Χρουστσώφ». Γράφτηκε σε μια περίοδο που η καταγγελία αυτών των πραγμάτων απαιτούσε δύναμη και θάρρος, γιατί σήμαινε ότι θα βρεθείς χωρίς δουλειά, θα δικαστείς, θα εξοριστείς, θα πάψεις να θεωρείσαι πολιτικός πρόσφυγας.

 

«Η τραγωδία των ελλήνων αγωνιστών της Τασκένδης» είναι η τραγωδία ανθρώπων που αγωνίστηκαν για τα ιδανικά τους, γνώρισαν διώξεις, βασανιστήρια και φυλακές, πάλεψαν με τ’ όπλο στο χέρι, βρέθηκαν μακριά από τον τόπο τους, και κάποια στιγμή τους είπαν οι ίδιοι οι σύντροφοί τους πως πολλά απ’ όσα πίστευαν ήταν λάθος και πρέπει να τα παραδεχτούν σαν τέτοια και να τα καταδικάσουν, αλλιώς θα θεωρούνται εχθροί του κόμματος. Είναι τραγικό το δίλημμα ανάμεσα στο να αποκηρύξεις πράγματα που πιστεύεις ή να βρεθείς έξω από το κόμμα που μέχρι τότε έκφραζε ό,τι πιστεύεις. Να σου ζητούν δήλωση μετανοίας οι ίδιοι οι σύντροφοί σου. Να βρίσκεσαι κυνηγημένος σ’ έναν τόπο που τον θεωρούσες αδελφικό, και ο τόπος να γίνεται ξένος, εχθρικός και πάλι να είσαι κυνηγημένος. «Τούτη η εξορία στην παγωμένη Σιβηρία διαφέρει», έλεγε ο Ζαχαριάδης. Είναι τραγικό αυτό το «διαφέρει». Όταν απέναντί σου έχεις τον ταξικό αντίπαλο αντιμετωπίζεις πιο εύκολα τις διώξεις. Αντλείς δύναμη, ατσαλώνεσαι από τους σκοπούς του αγώνα σου, από τα ιδανικά σου, μένεις όρθιος για να μπορέσεις να ρίξεις κάτω τον αντίπαλο. Όταν διώκεσαι από το σύντροφο, από το κόμμα σου, διαφέρει. Θέλει διπλή δύναμη, διπλό ατσάλωμα, μεγαλύτερη συνειδητότητα για να μην υποχωρήσεις.

Μας χωρίζουν 50 χρόνια από τα γεγονότα που περιγράφονται σε τούτο το κείμενο και 40 χρόνια από τη συγγραφή του. Οι συντάκτες του το θεωρούσαν ανολοκλήρωτο και ήθελαν να συμπληρωθεί και να εμπλουτιστεί από όλους τους αγωνιστές της Τασκένδης. Σήμερα, οι πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων, όσοι τα έζησαν από κοντά, έχουν φύγει από τη ζωή ή βρίσκονται πλέον στη δύση της. Ωστόσο τα όσα αναφέρονται εδώ, τα όσα έχουν καταγγελθεί δεκαετίες πριν, επιβεβαιώνονται με βιβλία και ντοκουμέντα που δημοσιεύονται το τελευταίο διάστημα. Τα όσα λέγονταν δεκαετίες πριν για το πού οδηγείται το κομμουνιστικό κίνημα, έχουν επαληθευτεί με τραγικό για τους λαούς τρόπο από την ίδια τη ζωή.

 

Θεωρούμε ότι η «Τραγωδία των ελλήνων αγωνιστών της Τασκένδης» είναι ένα σημαντικό ντοκουμέντο που φωτίζει πολλές πλευρές μιας τραγικής περιόδου για το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας.

 

Σε παράρτημα στο τέλος της έκδοσης παραθέτουμε τα πρακτικά της δεύτερης συνάντησης του Ζαχαριάδη με τη διεθνή επιτροπή, όπως παρατίθενται στο βιβλίο «Η καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη» με επιμέλεια Γ. Πετρόπουλου, εκδόσεις Προσκήνιο, καθώς και τη δεύτερη επιστολή του Πολύδωρου Δανιηλίδη προς την ΚΕ του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1956. Ο Π. Δανιηλίδης, από τα παλιότερα μέλη του ΚΚΕ, υπήρξε μέλος της ΚΕ και της ΚΕΕ. Σεμνός και έντιμος αγωνιστής, που πάντα διατύπωνε τη γνώμη του, συγκέντρωνε την εμπιστοσύνη του κόμματος για τις πιο δύσκολες και εμπιστευτικές δουλειές. Αν και κάθε άλλο παρά «ακραιφνής ζαχαριαδικός» μπορεί να χαρακτηριστεί, διαφώνησε με το «νέο πνεύμα» και πρωταγωνίστησε στην οργάνωση της αντιρεβιζιονιστικής πάλης των πολιτικών προσφύγων.

 

Επιλέξαμε αυτά τα ντοκουμέντα ανάμεσα σε πολλά, ιδιαίτερα αποκαλυπτικά που υπάρχουν, θεωρώντας πως βοηθούν στην κατανόηση και συμπληρώνουν την εικόνα της τραγωδίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

 

Μάρτης 2006