Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ: ΜΟΝΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Η άποψή μας

Φουλάροντας ακρο-νεοφιλελεύθερα. Μόνη αντιπολίτευση ο αγώνας του λαού

Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα από την ανάληψη για δεύτερη φορά της διακυβέρνησης, η ΝΔ και ο Κ. Καραμανλής έδωσαν απτά δείγματα της πολιτικής που θα ακολουθήσουν. Όποιος παρακολούθησε τις πρώτες κινήσεις των υπουργών, όποιος είδε και άκουσε τις προγραμματικές δηλώσεις, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή αμφιβολία: Μπροστά στα μάτια μας αναπτύσσεται με μεγάλη ταχύτητα μια ακρο-νεοφιλελεύθερη πολιτική που στόχο της έχει να προωθήσει τις αναγκαίες «μεταρρυθμίσεις» –άρα να είναι χρήσιμη για το κεφάλαιο– και να πάρει όλα εκείνα τα μέτρα που θα επιτρέψουν το ξανακέρδισμα των χαμένων πόντων. Με δυο λόγια, χωρίς κανέναν αντίπαλο, αφού το ΠΑΣΟΚ σπαράσσεται από την κρίση του, για τα επόμενα δύο χρόνια ο Καραμανλής μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί μέτρα και μεταρρυθμίσεις και να έχει όλη την πρωτοβουλία των κινήσεων σχετικά με εκλογικούς και άλλους αιφνιδιασμούς.

Αυτός είναι ο «κλασικός» τρόπος υπολογισμού των δεδομένων, ας τον πούμε ο αστικός, σχεδόν ρεαλιστικός τρόπος. Στηρίζεται σε ορισμένα δεδομένα, αλλά υποτιμά ή και θέλει να ξεχνά τις πραγματικές δυσκολίες και τα εμπόδια που υπάρχουν για την υλοποίηση της πολιτικής του: Πρώτον, δεν στηρίζεται σε ένα κοινωνικό ρεύμα, δεν έχει μια αδιαμφισβήτητη νομιμοποίηση μέσα στο λαό, η πλειοψηφία των 152 βουλευτών είναι ισχνή, και μάλιστα πολλές φορές η αλαζονεία αποδείχθηκε κακός σύμβουλος. Ο ισχυρισμός του Καραμανλή πώς «είμαστε δυνατοί στην κοινωνία, η κοινωνία είναι σύμμαχός μας» είναι αστήρικτος. Λειτουργεί περισσότερο εμψυχωτικά στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ, αλλά απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα.

Η παντελής απουσία αντιπολίτευσης από το ΠΑΣΟΚ στις σημερινές συνθήκες δεν μεταφράζεται σε συμπολίτευση, όπως έγινε στην πρώτη θητεία της κυβέρνησης ΝΔ. Είναι πιθανόν η κρίση του ΠΑΣΟΚ να τροφοδοτήσει την κοινωνική διαμαρτυρία, ή ακόμα να οδηγήσει σε πιο ανεβασμένους αντιπολιτευτικούς τόνους από μεριάς της νέας ηγεσίας για να περιμαζέψει τα πράγματα. Έτσι η κυβέρνηση της ΝΔ ίσως δοκιμαστεί από μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις στην πολιτική της ατζέντα.

Για να μιλήσουμε και πιο ακριβολογημένα, η κοινωνική αντιπολίτευση είναι ο μεγάλος αντίπαλος της ΝΔ, τη στιγμή που αυτή θα σηκώσει μόνη της (μαζί με την ακροδεξιά σε ένα βαθμό) το βάρος της αντιλαϊκής επίθεσης, αλλά και επιλογών όχι τόσο δημοφιλών στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Στην πράξη, θα είναι δύσκολο να εξασφαλιστούν οι όροι που εγγυώταν ο «συναινετικός δικομματισμός», και αυτό, πέρα από πρόσκαιρα ωφελήματα για τη ΝΔ, δημιουργεί προβλήματα και επανατοποθετήσεις συνολικά στο πολιτικό τοπίο. Τρανό παράδειγμα είναι το προβλεπόμενο ναυάγιο της συνταγματικής αναθεώρησης, για το οποίο δεν μπορεί να περηφανεύεται η αστική πολιτική στη χώρα μας.

Το μπαράζ μέτρων και νόμων που εξάγγειλε η κυβέρνηση για το ασφαλιστικό, για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, ο προϋπολογισμός που έδωσε στη δημοσιότητα (που ήταν έτοιμος, αλλά δεν τον έδινε προεκλογικά, αν και αυτός ήταν ο «εθνικός λόγος» πρόωρης προσφυγής στις κάλπες) δείχνουν την κατεύθυνση μιας από τις αντιδραστικότερες και πλέον αντιλαϊκές κυβερνήσεις που γνώρισε ο τόπος. Αυτό το φουλάρισμα, αυτό το μπαράζ, αυτή η φυγή προς τα μπρος με την εφαρμογή μιας ακρο-νεοφιλελεύθερης πολιτικής –κατά τα πρότυπα του Σαρκοζί– δείχνει πως η επιτάχυνση και ο νέος ρυθμός που θέλει να δώσει ο Καραμανλής στη «μεταρρύθμιση» είναι μια ανάγκη για τις δυνάμεις που υπηρετεί, την οποία δεν μπορεί κανένας αστός πολιτικός να παραβλέψει – χωρίς να πέσει την επόμενη στιγμή.

Μην μας ξενίζει ο τρόπος, το τουπέ που δείχνει η κυβέρνηση. Προεκλογικά είπε ότι καταργείται ο φόρος κληρονομιάς, τώρα έρχεται και εφαρμόζει ένα κεφαλικό φόρο σε όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Τα νέα φορολογικά έσοδα, παρά τις φοροελαφρύνσεις προς το μεγάλο κεφάλαιο, θα αυξηθούν κατά τόσα δις ευρώ. Η κοροϊδία και ο ερασιτεχνισμός ξαναβασιλεύουν, όπως φαίνεται και με το απίθανο εισπρακτικό μέτρο για την εξομοίωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης, το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί και κάθε άλλο παρά «αντιγραφειοκρατικό» είναι, τάχα στο πνεύμα των «μέτρων» για τους πυρόπληκτους – που σιγά-σιγά θα ξεχαστούν κι αυτοί. Η ευαισθησία για τους φτωχούς και αδύναμους τελειώνει αμέσως μετά την απομάκρυνση από τις κάλπες… Και θα είναι ένας δύσκολος χειμώνας για τους φτωχούς, τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους νέους, τους πυρόπληκτους.

Βασικά έχουμε την ίδια βασική ομάδα, με το ίδιο πρόγραμμα, άντε βάλαμε και ορισμένους νέους υπουργούς και υφυπουργός νεοφιλελεύθερους (Χατζηδάκη, Σπηλιωτόπουλο, Στυλιανίδη), δώσαμε χώρο σε ακροδεξιούς για να αντισταθμίζουν την πίεση από το ΛΑΟΣ. Αυτό είναι όλο το έργο. Πρώτες πράξεις: η απόσυρση του βιβλίου κατ’ επιταγή των πιο σκοταδιστικών κύκλων (τι σημασία έχει αν ειπώθηκαν και ένα-δυο ψέματα, πως τάχα το βιβλίο είναι στο τυπογραφείο, αυτά είναι λεπτομέρειες για τους σχολαστικούς) και η αναγγελία αλλαγής του εκλογικού νόμου για μεγαλύτερη κυβερνητική «σταθερότητα».

Η επόμενη πράξη, ο προϋπολογισμός, θα συμπυκνώσει όλη την ουσία αυτής της ακρο-νεοφιλελεύθερης επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους. Η ακρο-νεοφιλελεύθερη ρητορική ανακαλύπτει παντού «οργανωμένες μειοψηφίες», «ομάδες προνομιούχων» που αντιδρούν στη «μεταρρύθμιση».

Το κρίσιμο ερώτημα για τους εργαζόμενους παραμένει: Τι μπορεί και τι πρέπει να σταματήσει αυτήν την επίθεση; Δεν φτάνει μόνο η γενικόλογη καταγγελία του συστήματος και η φραστική επίκληση αγώνων, ούτε καν κινήσεις εντυπωσιασμού και «εικονικού» κινήματος. Αυτό που φοβάται ο νεοφιλελευθερισμός και ειδικά η κυβέρνηση Καραμανλή είναι μήπως και οργανωθεί η κοινωνία, μήπως και ξεσηκωθεί ο κόσμος, μήπως ενταθεί και βρει τρόπους να εκφραστεί η μαζική λαϊκή διαμαρτυρία και απαίτηση για απόρριψη και ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής.

Ο καθένας επομένως κρίνεται όχι για αυτά που λέει ή επιθυμεί, αλλά για αυτά που πραγματικά κάνει για το σωστό προσανατολισμό και τη συσπείρωση δυνάμεων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καταιγίδα. Η αισιοδοξία που γέννησε το εκλογικό αποτέλεσμα στους χώρους της Αριστεράς πρέπει να επενδυθεί σε αυτήν την κατεύθυνση, και η «δοκιμή» να προχωρήσει και να πετύχει: στις αντιστάσεις, στα κινήματα, στους αγώνες, στα μέτωπα που πρέπει να ανοίξουν απέναντι σε μια κυβέρνηση –τυπικά και ουσιαστικά– μειοψηφίας.