Ιδεολογικές, Πολιτικές και Οργανωτικές κατευθύνσεις της ΚΟΕ

Γενικά

 

1. Τα κεντρικά συνθήματα «με τη Διεθνή Κοινότητα των Λαών», «για την ενότητα δράσης της αριστεράς», «για τη συγκρότηση και ανάπτυξη της Κομμουνιστικής Αριστεράς, για τη συγκρότηση και ανάπτυξη της ΚΟΕ», αποτυπώνουν κωδικά τις κατευθύνσεις οπτικής, γραμμής, παρέμβασης και οικοδόμησης, που έχει η οργάνωσή μας στη συγκεκριμένη διεθνή και ελλαδική πραγματικότητα μπροστά στο 2ο Συνέδριό της.

 

2. Ο κόσμος που γνωρίζουμε είναι το προϊόν μιας ιστορικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος και την επικράτηση της αντεπανάστασης. Ζούμε τις δραματικές συνέπειες αυτού του αντεπαναστατικού κύκλου, όπου καταχτήσεις και μεγάλα επαναστατικά επιτεύγματα ακυρώθηκαν, και βιώνουμε τη συνολική αντεπίθεση του καπιταλισμού σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Βρισκόμαστε σε ένα κομβικό-αντιφατικό σημείο αυτής της ιστορικής εποχής. Από τη μια, η ταυτότητα της σημερινής εποχής σφραγίζεται από τη σύγχρονη αστική τάξη που παρεμβαίνει άμεσα, συνειδητά, ηγεμονικά και κατορθώνει μέχρι σήμερα να μην αμφισβητείται. Με λίγα λόγια, η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στο μονοπωλιακό καπιταλισμό που παγκοσμιοποιήθηκε ύστερα από μια περίοδο διάσπασης του συστήματός του. Από την άλλη όμως, η ιστορική ταυτότητα εμφανίζει έντονα στοιχεία ρευστότητας, μετάβασης και αντιφατικότητας.

Η βασική αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση των προϊόντων αυτής της παραγωγής όχι απλά παραμένει, αλλά ο καπιταλισμός καθημερινά και παγκόσμια αποδεικνύει ότι δεν μπορεί ούτε τώρα ούτε στο μέλλον –γιατί απλά δεν είναι στη φύση του– να λειτουργήσει την ανθρώπινη κοινωνία σύμφωνα με τις υλικές και πνευματικές δυνατότητες που παράγει η ανθρώπινη εργασία.

Από την άποψη αυτή, το δίλημμα για το τέλος του καπιταλισμού και της προϊστορίας, στρατηγικά τίθεται με το ερώτημα: επανάσταση-σοσιαλισμός ή τέλος της ανθρωπότητας;

 

3. Το σύγχρονο πολιτικό-πολιτισμικό πρόβλημα είναι πως η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δεν μπορεί παρά να μας οδηγεί στο ότι ο σημερινός συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός ώστε να τεθεί με όρους εφικτούς το δίλημμα: σοσιαλισμός ή τέλος της ανθρωπότητας. Ο σημερινός συσχετισμός δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο δεν επιτρέπει στην εργατική τάξη να διεκδικήσει την εξουσία σε όλα τα επίπεδα πείθοντας ευρύτερα ότι αυτό είναι προς όφελος της κοινωνίας. Πριν να κερδίσει την κυριαρχία και την εξουσία, η εργατική τάξη πρέπει να κερδίσει την ηγεμονία, και πριν την ηγεμονία η εργατική τάξη πρέπει να αντιμετωπίσει με επιτυχία την ηγεμονία και κυριαρχία της αστικής τάξης.

Επειδή ακριβώς βρισκόμαστε στην εποχή του ιμπεριαλισμού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα ρήξεων και επαναστατικών διαδικασιών, αλλά η κύρια τάση σήμερα δεν είναι η επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε σαν καθήκον να βρούμε τους τρόπους, τις μεθόδους, την ταχτική, τον πολιτικό λόγο και την πολιτική πρακτική, με απλά λόγια να δουλέψουμε για να γίνει και πάλι κύρια τάση η επανάσταση.

 

4. Ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση, σε έναν άλλο συσχετισμό δύναμης. Εκεί, που την κυριαρχία θα την έχει μεν η αστική τάξη αλλά η εργατική τάξη θα βρίσκεται σε μια ενεργητική αντίσταση, θα δημιουργεί ρήγματα στην αστική ηγεμονία και κυριαρχία, ρήγματα στις συμμαχίες της αστικής τάξης.

Παρόλο που το επίπεδο αντιπαράθεσης στην αυγή του 21ου αιώνα δεν είναι καθόλου ίδιο με εκείνο της δεκαετίας του ’90 (σημαντικά κινήματα και εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο, τέλος των αυταπατών περί ειρήνης, δημοκρατίας και συναφών καπιταλιστικών ιδεολογημάτων που άνθισαν με την πτώση του τείχους, αδιέξοδα και κρίσεις της «παγκοσμιοποιημένης» οικονομίας, υπαρκτές επαναστατικές καταστάσεις σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη), ο συσχετισμός δύναμης γενικά παραμένει προς την πλευρά των δυνάμεων του κεφάλαιου. Από μια άλλη οπτική, τη μαρξιστική, η κατάσταση είναι εξαιρετική: Συσσωρεύονται και οξύνονται διαρκώς οι αντιθέσεις μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Είναι ολοένα και πιο εμφανείς οι αντιφάσεις στην εφαρμογή της Νέας Τάξης Πραγμάτων που μπορεί να οδηγήσουν στην ανατίναξή της. Αποδεικνύεται σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σε διάφορες περιοχές του πλανήτη ότι δεν υπάρχει κανένα «τέλος» της ιστορίας, ότι δεν υπάρχει τέλος στην ικανότητα των ανθρώπων να αλλάζουν τη ζωή τους. Αυξάνεται ολοένα και περισσότερο η αναζήτηση του πιο ζωντανού κομματιού –εκείνου της νεολαίας– για μια διαφορετική εξέλιξη. Αν ήταν διαφορετική η κατάσταση στον υποκειμενικό παράγοντα, θα ήταν και διαφορετική η πραγματικότητά μας. Το σωστό διάβασμα της περιόδου που ζούμε και καλούμαστε να δράσουμε, περιλαμβάνει τόσο τις αντικειμενικές όσο και τις υποκειμενικές συνθήκες. Από εκεί προκύπτουν και τα σημερινά μας καθήκοντα.

Το πέρασμα από την παθητική άμυνα στην ενεργητική αντίσταση είναι ο αναγκαίος στρατηγικός στόχος σήμερα.

Ο τέτοιος στρατηγικός στόχος-πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση σημαίνει ταυτόχρονα την προβολή του κομμουνιστικού προγράμματος σαν τον θεμέλιο λίθο για την κομμουνιστική προοπτική, για να δέσει διαλεκτικά τα επίκαιρα καθήκοντα με τα ιστορικά, δίνοντας μια προοπτική και όχι ακόμα ένα «τέλος» στην ιστορία.

 

5. Το κομμουνιστικό πρόγραμμα δεν είναι μια ακαδημαϊκή διαδικασία, είναι μια διαδικασία που οι βάσεις, το υλικό της, οι πηγές της έχουν σχέση:

α) Με αυτό που γεννά η καπιταλιστική πραγματικότητα και βαρβαρότητα, με τις αντιστάσεις που ξεδιπλώνονται χωρίς θεωρία αλλά έχουν έλλειμμα και ανάγκη τη θεωρία για το προχώρημά τους. Το υλικό προκύπτει με την ενεργητική και διαλεκτική άρνηση του παλιού, με την αγωνιστική και ριζοσπαστική αναζήτηση του νέου, με αυτό που γεννιέται από την κίνηση των μαζών στην καθημερινή ζωή, στην παραγωγή, στην πόλη, στο χωριό, στην εκπαίδευση.

β) Με την κριτική των πρώτων υπαρκτών αποπειρών οικοδόμησης του σοσιαλισμού που «υποχώρησαν μπροστά στην απεραντοσύνη των σκοπών τους», κριτική που σημαίνει εξέταση της συνολικής πορείας του κομμουνιστικού κινήματος και αναγωγή σε συμπεράσματα με θεωρητική αξία για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Είμαστε σε καιρούς αντίστασης και αναζήτησης που θα τροφοδοτούν και θα συγκροτούν το ένα το άλλο και ταυτόχρονα θα συνεισφέρουν και τα δύο στο στρατηγικό στόχο. Η αναζήτηση και η στόχευσή μας επικεντρώνονται στη δημιουργία προϋποθέσεων για την ανατροπή του συσχετισμού δύναμης.

Τα ζητήματα του στρατηγικού στόχου και των συμμαχιών, δηλαδή της στρατηγικής και ταχτικής, τα ζητήματα του προγράμματος και των μορφών οργάνωσης, τα ζητήματα της ηγεμονίας και κυριαρχίας, είναι τα κομβικά-κρίσιμα σημεία για όσους ιδεολογικά και πολιτικά ορίζονται αντίπαλοι στο υπάρχον σύστημα, είναι ανήσυχοι, έχουν φιλοδοξίες, αντιλαμβάνονται τα ελλείμματα και τις προκλήσεις των καιρών. Υλικό υπάρχει, αρκετό από το παρελθόν, αλλά όχι επαρκές, υλικό από το παρόν και το μέλλον των κινημάτων επίσης – αρκεί να είσαι μέσα, κι όχι βέβαια στη θέση του παρατηρητή και σχολιαστή.

Επομένως, οι κατευθύνσεις μας σαν οργάνωση κρίνονται και θα κριθούν από το αν οδηγούν σε στόχους και σε συνέπειες τέτοιες που να σχετίζονται με αυτές τις προϋποθέσεις.

 

Α. Με τη Διεθνή Κοινότητα των Λαών

 

6. Επιμένουμε ότι ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης. Αυτή η μεγάλη ιστορική εποχή πολέμων, επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων περνάει από διάφορες φάσεις και συγκυρίες, από διαφορετικές στιγμές στο συσχετισμό ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση. Δεν έχουν αλλάξει όμως οι ιστορικές προοπτικές της εποχής μας. Η πραγματικότητα απέδειξε και θα αποδεικνύει όσο υπάρχει ανθρώπινη ζωή, ότι είναι γεμάτη «εκπλήξεις» και έχει σίγουρα μεγαλύτερη «φαντασία» από τα θεωρητικά σχήματα. Οπαδοί του «τέλους της ιστορίας» βρίσκονται και μέσα στους κόλπους της αριστεράς, αφού στην πράξη έχουν υπερτιμήσει την αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό και έχουν «παραδοθεί» στην εναλλακτικότητα και τη διαχείριση.

Οι θεωρίες και οι μεταμοντέρνες αντιλήψεις περί του τέλους της εποχής του ιμπεριαλισμού ή η αποσύνδεση της πολιτικής πλευράς από την οικονομική και στρατιωτική (θεωρίες και αντιλήψεις που υπάρχουν σε αρκετές οργανώσεις και κόμματα της «επαναστατικής», ριζοσπαστικής και ρεφορμιστικής αριστεράς) οδηγούν σε λάθος προσανατολισμούς, σε παραπέρα αποκοπή από τον λαϊκό παράγοντα στην ουσία, και στην αποσύνδεση από την πολιτική πάλη μακροπρόθεσμα.

Το κεντρικό αμάρτημα του «καθαρού αντικαπιταλισμού» είναι η πλήρης υποτίμηση της δυνατότητας του ιμπεριαλισμού να δημιουργεί και να στήνει κρατικές δομές και πολιτικές μορφές στις κυριαρχούμενες χώρες, να επιβάλλει οικονομικές πολιτικές, να δίνει ρόλους και χαρακτηριστικά σε οικονομίες υπανάπτυκτων και αναπτυσσόμενων χωρών. Με άλλα λόγια, αυτός ο «καθαρός αντικαπιταλισμός» δεν αναγνωρίζει την εξάρτηση και τον αγώνα ενάντια σ’ αυτήν.

Ένα βασικό στοιχείο αποπολιτικοποίησης της αριστεράς σήμερα είναι το «διάβασμα» της εποχής μας χωρίς ιμπεριαλισμό και αγώνα ενάντια σ’ αυτόν. Έχουν δίκιο όσοι λένε πως «δεν υπήρξε ποτέ τόσος ιμπεριαλισμός, αλλά και ποτέ δεν μιλήσαμε λιγότερο γι’ αυτόν όσο σήμερα». Χωρίς αυτή την ανάγνωση (αναγνώριση και περιγραφή του «αντίπαλου» δέους), ο κεντρικός στόχος –αλλά και ένας αναγκαίος και ουσιαστικός διεθνισμός– είναι κενό γράμμα.

Να τροποποιήσουμε σε πλανητικό επίπεδο, μέσα από αγώνες και κινήματα, το συσχετισμό υπέρ των δυνάμεων της προόδου προωθώντας τη Διεθνή Κοινότητα των Λαών, δηλαδή οικοδομώντας με πολλούς τρόπους και μορφές το πλατύ μέτωπο των τάξεων, των λαών, των κινημάτων που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τη Νέα Τάξη Πραγμάτων. Αυτή είναι η γενική μας κατεύθυνση.

 

7. Στις μέρες μας ο αμερικανισμός (πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές, πολιτισμικές μορφές κυριαρχίας και ηγεμονίας) είναι συνώνυμο της νεοταξικής και πολεμικής βαρβαρότητας, του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού της εποχής μας. Κρίσιμος κρίκος για μια διαφορετική πορεία των πραγμάτων παγκόσμια είναι η ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ήδη οι δυσκολίες του είναι ορατές τόσο μέσα στο εσωτερικό του (ανάπτυξη κινημάτων, «ξύπνημα» εργαζόμενων και διανοούμενων), όσο και πολύ περισσότερο στο εξωτερικό (λιγοστεύουν οι «πρόθυμοι» και αυξάνονται οι «θρασείς» νικητές τύπου Χεζμπολάχ, Ιρακινοί, Λατινοαμερικάνοι κ.ά.).

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι η μόνη συνεκτικά συγκροτημένη παγκόσμια δύναμη σε όλες τις πλευρές και με διαφορά από άλλες δυνάμεις. Οικονομικά και τεχνολογικά παραμένει, έστω και με εμφανείς δυσκολίες, η κύρια ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης και μία από τις μεγάλες δυνάμεις στη βιομηχανία και τεχνολογία αιχμής. Στρατιωτικά είναι η κυρίαρχη δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια, χιλιάδες στρατιωτικές βάσεις και με έλεγχο σε όλα τα μέρη του πλανήτη. Πολιτισμικά, ο αμερικάνικος τρόπος ζωής και σκέψης ολοένα «αναπτύσσεται» ή επιβάλλεται και δημιουργεί πρότυπα σε Δύση κι Ανατολή (όχι βέβαια χωρίς αντιστάσεις).

Ο ανταγωνισμός με τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές ή αναδυόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι υπαρκτός, αλλά σήμερα δεν αμφισβητείται συνολικά (παρά μόνο εν δυνάμει, λόγω αυτού του ανταγωνισμού που διευρύνεται και από άλλες αναδυόμενες δυνάμεις) η ηγεμονία και σε ορισμένες πλευρές η κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Οι διεθνείς οικονομικοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί οργανισμοί (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ κλπ), πέρα από τη συγκυριακή έκφραση ενός ορισμένου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, αποτυπώνουν και προβάλλουν με άμεσο και εύγλωττο τρόπο την ηγεμονία του αμερικανισμού.

Ο αγώνας ενάντια στους διεθνείς οργανισμούς περιλαμβάνει την απονομιμοποίηση, την απεξάρτηση, τον πολιτικό αγώνα όχι μόνο ενάντια στις συνέπειες, αλλά και ενάντια στις επιβαλλόμενες πολιτικές και στους ίδιους τους οργανισμούς.

 

8. Για την οικοδόμηση της Διεθνούς Κοινότητας των Λαών, με την προσπάθεια συγκρότησης ενός πλατιού μετώπου αναγκαίου για την ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δύναμης σε παγκόσμια κλίμακα. Μια ανατροπή καθόλου ταυτόχρονη –ισχύουν οι ανισομετρίες– που θα μας φέρει μπροστά σε μια άλλη πραγματικότητα, μπροστά σε άλλα καθήκοντα.

Το πλατύ μέτωπο θα συγκεντρώνει την κρίσιμη και επαρκή μάζα, για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Να δουλέψουμε στο να συγκεντρώνεται αυτή η κρίσιμη και διαφορετική μάζα, που όμως θα βρίσκεται αντιμέτωπη βασικά με τον κύριο εχθρό: τον ιμπεριαλισμό και τον σύγχρονο καπιταλισμό – το νεοφιλελευθερισμό.

Να ενώσουμε τις αντιστάσεις, τις κοινωνικές και πολιτικές αντιπολιτεύσεις, την αριστερά, σε ένα κοινό πλατύ αγωνιστικό μέτωπο ενάντια στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, στις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές μορφές που παίρνει ο σύγχρονος καπιταλισμός.

Ένα πλατύ μέτωπο το οποίο θα συγκροτείται και θα συγκροτεί:

α) Αντιπολεμικά – αντικατοχικά – φιλειρηνικά κινήματα που στόχο θα έχουν την υποχώρηση της αμερικάνικης στρατοκρατικής, βίαιης πολεμικής μηχανής, την αντιπαράθεση με την κάθε συμμορία προθύμων ευρωπαίων και άλλων κουρελήδων ή αναδυόμενων ιμπεριαλισμών, την αντίσταση στη δημιουργία ευρωπαϊκής πολεμικής μηχανής.

β) Αντιπαγκοσμιοποιητικό και αντινεοφιλελεύθερο κίνημα σε κάθε χώρα και ήπειρο με παγκόσμιους και περιφερειακούς συντονισμούς, που στο στόχαστρό του θα βάλει τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τους οικονομικούς χωροφύλακες με σκοπό τη διάλυσή τους (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ κλπ), και τους πολιτικούς εκτελεστές (περιφερειακοί και υπερεθνικοί κυβερνώντες, αστική πολιτική).

γ) Απόπειρες ανατροπής σε εθνικό επίπεδο των καπιταλιστικών και ιμπεριαλιστικών σχέσεων. Τέτοιες προσπάθειες υπάρχουν και είναι πλήγματα και ρήγματα για τον ιμπεριαλισμό, σημερινά καλά παραδείγματα του γεγονότος ότι οι άνθρωποι –κάτω από όρους και προϋποθέσεις, αλλά με τη δύναμη της θέλησης και εκφρασμένοι σε κινήματα– δεν έχουν χάσει την ικανότητα να αλλάζουν τη ζωή τους, να ανατρέπουν αυτό που φαίνεται κυρίαρχο και παντοδύναμο. Τέτοιες προσπάθειες που αθροίζονται στο μέτωπο, βρίσκονται στο Νεπάλ, στη Βενεζουέλα, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και στη Μέση Ανατολή (Παλαιστίνη, Λίβανος κλπ).

δ) Προσπάθειες συγκρότησης – ενότητας – συντονισμού πολιτικών μετώπων και υποκειμένων που έχουν σαν αναφορά το φάντασμα που πλανιέται πάνω από τον καπιταλισμό, τόσο στις χώρες όπου ηττήθηκε ο «υπαρκτός» όσο και στις χώρες όπου επικράτησε η υποχώρηση και διάλυση μετά το «τέλος» του κομμουνισμού.

Ένα αντιιμπεριαλιστικό και αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο, που θα πασχίζει να χτίζει το δικό του πρόγραμμα πάλης, τις δικές του μορφές συντονισμού και οργάνωσης, τους δικούς τρόπους ενεργοποίησης και αγώνα. Ένα μέτωπο συνολικά ανταγωνιστικό και ανεξάρτητο από ιμπεριαλιστικά ή αστικά κέντρα.

Το ζητούμενο και αναγκαίο είναι η ύπαρξη του μετώπου, το επιδιωκόμενο είναι το «στοίβαγμα», η συγκέντρωση όλων των παραπάνω δυνάμεων απέναντι στον κύριο εχθρό. Αυτό το ποικιλόμορφο ακανόνιστο μέτωπο, η Διεθνής Κοινότητα των Λαών, θα υποβοηθάει την αναζήτηση του νέου, του ανατρεπτικού λόγου και πράξης. Θα ωθεί στη συγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για το νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Ο νεοταξικός κόσμος μπορεί να έχει αντίπαλο. Ο κόσμος που θα συγκροτεί και θα συγκροτείται στο μέτωπο, ορίζει τον άλλο ανταγωνιστικό πόλο. Η αντιπαράθεση των δύο κόσμων-πόλων σε διεθνικό επίπεδο απέναντι στον ιμπεριαλισμό (αμερικάνικο, ευρωπαϊκό κ.ά.) θα καθορίζει το συσχετισμό δύναμης.

 

9. Οι άμεσες κατευθύνσεις της ΚΟΕ για τη Διεθνή Κοινότητα των Λαών:

α) Συμμετοχή σε κάθε προσπάθεια διεθνούς αναφοράς, συγκρότησης και παρέμβασης της Κομμουνιστικής Αριστεράς, της πτέρυγας του επαναστατικού μαρξισμού, με κριτήρια:

i) Την ύπαρξη μιας γενικής γραμμής και τις έμπρακτες προσπάθειες διαρκούς εμπλουτισμού της. Μια γενική γραμμή που θα καθορίζεται από την αντιιμπεριαλιστική και αντινεοταξική κατεύθυνση, που θα καθοδηγεί τη συμμετοχή στα κινήματα σε διεθνές και εθνικό πεδίο. Μια γενική γραμμή που θα εκφράζεται εκεί όπου το επιτρέπουν και το αναδεικνύουν οι υποκειμενικές συνθήκες σε αντικαπιταλιστική-επαναστατική πραχτική.

ii) Την κομμουνιστική αναφορά και προοπτική. Αναφορά σε ένα υπαρκτό παρελθόν, πλούσιο για θεωρητικά συμπεράσματα με αξία χρήσης για το παρόν και το μέλλον. Με προοπτική συνεχούς οικοδόμησης του κομμουνιστικού προγράμματος, αντλώντας από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης αλλά και από το υπάρχον υλικό-θεωρία των συνεισφορών των Μαρξ, Λένιν, Μάο. Δεν οριζόμαστε σαν κομμουνιστική αριστερά από το παρελθόν μας μόνο, η ταυτότητά μας αφορά το παρόν και το μέλλον. Το δημόσιο παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος και της κομμουνιστικής θεωρίας έχει αρκετό υλικό για αξιοποίηση.

iii) Την έμπρακτη ισοτιμία και σεβασμό μεταξύ όσων –ανεξαιρέτως μεγεθών– θέλουν να συμβάλουν στο συντονισμό και τη συγκρότηση της κομμουνιστικής αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ενωτική διάθεση στην πράξη θα εμφανίζεται με κοινές πρωτοβουλίες-καμπάνιες, με την παραγωγή προϊόντων του κομμουνιστικού προγράμματος, με τα κινήματα αλληλεγγύης, αλλά και με την αλληλοβοήθεια μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων.

iν) Την αποδοχή των διαφορετικών τρόπων και μορφών προσέγγισης των μαζών και ανατροπής του συσχετισμού δύναμης σε εθνικό επίπεδο (ζητήματα ταχτικής), την αποδοχή της διαφωνίας και αντιπαράθεσης που δεν οδηγούν σε αποκλεισμούς και περιθωριοποιήσεις.

β) Η συμμετοχή μας στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση μέσω του Φόρουμ, με στόχο να συγκροτηθεί και να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική συνιστώσα του και να συγκροτηθεί η κομμουνιστική συνιστώσα χωρίς σεχταρισμούς και αποκλεισμούς.

γ) Η διαρκής προσπάθεια για την ύπαρξη ενός γνήσιου αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε εθνική, περιφερειακή και διεθνική κλίμακα. Αντιιμπεριαλιστικό κίνημα με κεντρικές αιχμές του από τη μια ενάντια στον αμερικανισμό, που έχει την κύρια ευθύνη για τη διεθνή αταξία και την πλανητική τρομοκρατία καθώς και για τα πολλά εθνικά εγκλήματα σε Βαλκανική, Μ. Ανατολή κ.ά., και απ’ την άλλη ενάντια στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό που πρωταγωνιστεί τουλάχιστον σε περιφερειακό-ηπειρωτικό επίπεδο.

 

Β. Για την ενότητα δράσης, για το πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό

 

10. Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μια απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού, είναι μια προσπάθεια αντιμετώπισής της. Αποτελεί ένα επιθετικό ανεξέλεγκτο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου. Ταυτόχρονα και μετά την τυπική κατάρρευση και διάλυση του (αν-)υπαρκτού σοσιαλισμού με τις διαλυτικές συνέπειες που αυτό είχε στο εργατικό κίνημα και στα πολιτικά κόμματα της αριστεράς, ο νεοφιλελευθερισμός αναδιαρθρώνει και απελευθερώνει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις σχεδόν σε παγκόσμια κλίμακα. Εξαπολύει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στην αντίπαλη τάξη για να διαλύσει τις διάφορες μορφές «αναγκαστικού» κοινωνικού συμβιβασμού (κράτος πρόνοιας, κράτος δικαίου κ.ά.) και να παλινορθώσει συνολικά την ταξική κυριαρχία της κεφαλαιοκρατικής τάξης, ανασυγκροτώντας τους όρους και τις συνθήκες κερδοφορίας του κεφάλαιου.

Τριάντα «ένδοξα χρόνια», τριάντα χρόνια όπου τα κοινωνικά και πολιτικά συμβόλαια στις χώρες του κέντρου του καπιταλισμού δεν απειλήθηκαν, αλλά και τριάντα πλέον (1977 μέχρι σήμερα) χρόνια παγκόσμιας επέκτασης και επιθετικότητας της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. (Εξαιρέσεις που παραδειγματίζουν, ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής και ορισμένες περιοχές και χώρες της Ασίας).

Μια ανεξέλεγκτη αγορά με τους δικούς της νόμους, ένα κράτος με σιδερένιους νόμους και μηχανισμούς που προφυλάσσει τις συνθήκες και την ίδια την αγορά, που διαλύει πολιτικά και κοινωνικά την εργατική τάξη, δημιουργώντας μια δημοκρατία με περισσότερη ελευθερία για το κεφάλαιο και με ποικίλους αποκλεισμούς για τον κόσμο της εργασίας. Τα τρία πολιτικά θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού είναι η απορρύθμιση της αγοράς και των σχέσεων εργασίας και η συρρίκνωση της κρατικής παρέμβασης σύμφωνα με το μοντέλο ελάχιστο κράτος / μέγιστο κέρδος για το κεφάλαιο, οι ιδιωτικοποιήσεις των εθνικών πόρων, του δημόσιου τομέα, της έρευνας και της τεχνολογίας, η πλήρης υπαγωγή τους στο κεφάλαιο και η μετατροπή των κοινωνικών αγαθών σε εμπορεύματα, και η δημοκρατία της μηδενικής κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας.

Αυτή η σημερινή «επανάσταση» του καπιταλισμού δημιουργεί αλλεπάλληλους κοινωνικούς αποκλεισμούς, πολλαπλασιάζει και απλώνει τη φτώχεια και συμπιέζει τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα. Μισθωτοποιεί και προλεταριοποιεί μάζες εργαζομένων που στα 30 «ένδοξα χρόνια» δεν «φιλοδοξούσαν» να είναι σύμμαχες με την εργατική τάξη. Χτυπάει τη συλλογικότητα και την ενότητα των εργαζόμενων και της εργατικής τάξης, διαλύει την κοινωνική συνοχή, αλλά και παράγει διαρκείς αποκλεισμούς από την πολιτική και τον συνδικαλισμό.

Η ιδεολογία του σημερινού καπιταλισμού αποτυπώνεται με το τρίπτυχο «η οικονομία στο τιμόνι, λιγότερο κράτος-περισσότερη ελευθερία για το κεφάλαιο και τις σχέσεις του, η αγορά ρυθμίζει τα πάντα». Συνεπώς, δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά επιχειρήσεις, άτομα και οικογένειες, άρα και η πρόοδος αυτών είναι που σπρώχνει την ιστορία μπροστά…

Το νέο μοντέλο συσσώρευσης του κεφάλαιου περισσότερο έχει να κάνει με μια ληστρική αυταρχικότητα και αρπαγή μέσα από την ολόπλευρη, συνολική και σε όλους τους τομείς εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, παρά με τις λεγόμενες παραγωγικές επενδύσεις.

Ο δικομματισμός είναι η μορφή του σημερινού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Τα δύο κόμματα, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αποτελούν τις δύο και μοναδικές σταθερές, τα δύο μέρη του δικομματισμού, ο οποίος εμφανίζεται χρόνια τώρα ακαταμάχητος και με σταθερή ηγεμονία και κυριαρχία. Εδώ και χρόνια έχει ολοκληρωθεί η μετατόπιση του σοσιαλδημοκρατικού ΠΑΣΟΚ και ο μετασχηματισμός του σε καθαρό αστικό κόμμα που κομμάτι της βάσης του έχει αριστερές λαϊκές αναφορές και καταβολές με ό,τι σήμαινε ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά η αντίθεση αριστερά-δεξιά από τη δεκαετία του ’60 και ύστερα. Η ηγεσία μάλιστα του ΠΑΣΟΚ –όχι μόνο η σημερινή– δεν έκρυψε τη συμπάθεια και την υποταγή της απέναντι στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, χωρίς να διαφοροποιείται σε τίποτα από τους επικεφαλής της ΝΔ.

Εδώ και χρόνια έχουμε μια πολιτική στροφή προς τα δεξιά, που έχει σαν συνέπεια την κοινωνική συντηρητικοποίηση. Δημιουργείται μια πλατιά μάζα φοβισμένων, ανασφαλών ανθρώπων, όπου οι αξίες της ζωής (αλληλεγγύη, συλλογικότητα, κοινωνική ταυτότητα και δημιουργία) είναι αποκλεισμένες προς χάρη της ατομικής ύπαρξης και επιβίωσης. Αυτός είναι κοινωνικά ο μεγάλος μεσαίος χώρος για τον οποίο ερίζουν η δεξιά νεοφιλελεύθερη ΝΔ με το σοσιαλδημοκρατικό νεοφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ. Ο υπόλοιπος κόσμος του κλασικού πολιτικού και κοινωνικού περιθωρίου είναι αδιάφορος, εκτός παιχνιδιού και καθόλου ενοχλητικός.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 διαμορφώνεται το δικομματικό παιχνίδι με δάνεια και βοήθειες της γκορμπατσοφικής και μεταγκορμπατσοφικής περιόδου της αριστεράς του ΚΚΕ και του ΣΥΝ. Από τον εκσυγχρονισμό και τη «νέα μεγάλη ιδέα» της ισχυρής Ελλάδας της ΟΝΕ, στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων-απορρυθμίσεων της ΝΔ του Καραμανλή, ο νεοφιλελευθερισμός εναλλάσσει κυβερνήσεις απρόσκοπτα και ανενόχλητα.

Ο δικομματισμός με εναλλαγές που θυμίζουν Βρετανία ή και άλλες χώρες νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας με δύο πλειοψηφικά κόμματα, είναι ο κύριος πολιτικός μοχλός της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας, πολιτικής και ιδεολογίας.

Ο νεοφιλελευθερισμός και ο δικομματισμός είναι οι κύριοι κεντρικοί εχθροί και αντίπαλοι για τον πλειοψηφικό κοινωνικό πόλο της εργασίας, για τους φερόμενους ή και πραγματικούς πολιτικούς εκφραστές των κυριαρχούμενων κοινωνικών δυνάμεων.

 

11. Η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης έχει να κάνει με τον καπιταλισμό τού σήμερα, με το συσχετισμό δύναμης, με το σύγχρονο κοινωνικό ζήτημα, με το αντίστοιχο κεντρικό πολιτικό πρόβλημα. Το να μην βλέπεις τα προβλήματα δεν σημαίνει ότι αυτά δεν υπάρχουν. Το να αγνοείς το συσχετισμό δύναμης, δεν σημαίνει ότι αυτός καταργείται. Ο συσχετισμός δύναμης ήταν, είναι και θα παραμένει το κομβικό στοιχείο, ο κρίσιμος δείκτης έκβασης της πολιτικής και της ταξικής πάλης. Άρα ξεκινάμε και αναγνωρίζουμε ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός ή, πιο σωστά, είναι σήμερα σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας, της αλλαγής, της ανατροπής και της οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας, της σοσιαλιστικής.

Η αναγνώριση της περιόδου και του συσχετισμού δεν σημαίνει και αποδοχή ή παράδοση σ’ αυτό που «αυθόρμητα» γεννάει η ίδια η πραγματικότητα. Η σημερινή περίοδος –περίοδος του νεοφιλελευθερισμού– είναι η συνέπεια της έκβασης της ταξικής πάλης της προηγούμενης περιόδου. Αυτό το αποτέλεσμα ανατρέπεται, αντιστρέφεται με μια άλλη, νικηφόρα για την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους έκβαση αυτής της ίδιας της πάλης των τάξεων.

Δυστυχώς, στην ημερήσια διάταξη δεν βρίσκεται η επανάσταση, παρόλο που αυτή είναι ιστορικά επίκαιρη και αναγκαία. Οι συνθήκες μπορεί να είναι ώριμες από αντικειμενική άποψη για τον κομμουνισμό, και από ’κεί πηγάζει η επικαιρότητά του, αλλά οι επαναστάσεις δεν παραγγέλνονται, δεν γίνονται θεωρητικά, απαιτούν υλική δύναμη και διαφορετικούς όρους από τους σημερινούς.

Στη μόνιμη πολιτική επικαιρότητα βρίσκεται η άμεση αντιμετώπιση σε πλανητική, περιφερειακή και εθνική κλίμακα του κεντρικού αντίπαλου, που είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Στις εθνικές κλίμακες οι δύο εχθροί –νεοφιλελευθερισμός και δικομματισμός– και η αντιμετώπισή τους μέχρι την ανατροπή τους βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.

Ο στρατηγικός στόχος σήμερα έχει να κάνει με το πέρασμα των δυνάμεων της εργασίας σε μια άλλη κατάσταση. Το «από εδώ που βρισκόμαστε» στο «εκεί που επιδιώκουμε να φτάσουμε» σημαίνει απαραίτητα και έχει σαν συνέπεια την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης, μια ορισμένη ηγεμονία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της που θα απειλεί να ελαχιστοποιήσει την επιρροή και την ηγεμονία της αστικής τάξης. Αυτή η ποιοτικά άλλη κατάσταση είναι ο σημερινός, πολιτικά επίκαιρος, στρατηγικός μας στόχος.

Παλεύουμε λοιπόν, για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για να ανατραπεί ο σημερινός συσχετισμός δύναμης που είναι προϊόν της μετάλλαξης του κομμουνιστικού κινήματος και της διάλυσης του συστήματος κρατών που είχαν αποσπαστεί μια ορισμένη περίοδο από το καπιταλιστικό σύστημα.

Η ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δύναμης σε κάθε χώρα, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, παγκόσμια, συνδέεται άμεσα και σχεδόν αποκλειστικά με την ποιότητα, το βάθος και το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού.

 

12. Η σημερινή αριστερά είναι το προϊόν της ήττας του σοσιαλισμού. Μιας ιστορικής ήττας που προήλθε από το εσωτερικό της, από τις επιλογές της, από το πάγωμα και την αναθεώρηση της θεωρίας της, από την αντιγραφή της αστικής πολιτικής και την ενσωμάτωση μέσα σ’ αυτήν, από την εγκατάλειψη των μαζών.

Η αριστερά στην Ελλάδα –κι όχι μόνο– στερείται στρατηγικής και ταχτικής. Αυτό αποτελεί μια βασική όψη της αποπολιτικοποίησής της, αλλά και ενός δογματισμού στο επίπεδο της θεωρίας και της πολιτικής επιστήμης.

Η αριστερά στις διάφορες μορφές της χαρακτηρίζεται από δύο ασθένειες: η μία είναι ο δογματισμός και ρεφορμισμός στη θεωρία και η άλλη ο σεχταρισμός και οπορτουνισμός στην πράξη, που σηματοδοτούν το δίπολο του κομματικού πατριωτισμού-χουλιγκανισμού και του οργανωτικού διαλυτισμού.

Σήμερα στην Ελλάδα η αριστερά εμφανίζεται κυρίως με δύο μορφές: α) με τη μορφή της ενταγμένης και ενσωματωμένης στο σύστημα, που αναζητεί λόγο και πράξη μεταξύ διαχείρισης και μερικής αντίστασης και β) με τη μορφή της αυτοπεριθωριοποίησης και καθαρότητας που με αγωνιστικό τρόπο λέει πως αναζητά –χωρίς ποτέ να βρίσκει– ακροατήρια, υποστηρικτές και εργατικές μάζες.

Αυτές οι δύο κύριες διαμορφώσεις της ελληνικής αριστεράς, που σχηματικά στην πρώτη κατάσταση είναι ο ΣΥΝ και το ΚΚΕ, ενώ στη δεύτερη γενικά οι υπόλοιπες δυνάμεις της λεγόμενης επαναστατικής αριστεράς, είναι απότοκες της υπερεκτίμησης της αστικής τάξης και της πολιτικής της, της υποτίμησης της πολιτικής παρέμβασης, της υποτίμησης των μαζών, της ανομολόγητης αδυναμίας ενός σχεδίου κινήματος, οργάνωσης, παρέμβασης, προοπτικής.

Η στρατηγική υποκαθιστά ή μπερδεύεται με την ταχτική (ΚΚΕ, ΝΑΡ κ.ά.), η ταχτική αδιαφορεί για την ανυπαρξία στρατηγικής (ΣΥΝ κ.ά.) ή εξαντλείται στη διαχειριστική μεταρρυθμιστική κατάσταση.

Ο αγώνας των οργανωμένων δυνάμεων της αριστεράς αφορά μόνο την ίδια την αριστερά και βρίσκεται μακριά από τα προβλήματα των εργαζόμενων μαζών, παρόλη τη φλυαρία γι’ αυτές. Οι εργαζόμενες μάζες δικαιολογημένα λοιπόν δεν ενδιαφέρονται, γιατί δεν τους αφορούν τα τέτοια προβλήματα και οι αντιπαραθέσεις στη μικρή γειτονιά της αριστεράς.

Η αγωνία των διάφορων μορφών της ελληνικής αριστεράς σήμερα είναι η ύπαρξη και αναπαραγωγή των οργανωμένων τους δυνάμεων και κυρίως των μηχανισμών τους, η διάσωση και ολίγη αύξηση του αριθμού και της ποσότητας των ψηφοφόρων τους είτε στο μεγάλο κοινοβουλευτικό παιχνίδι είτε στο μικρό σωματειακό ή φοιτητικοσυλλογικό επίπεδο.

Ο αγώνας γίνεται στο περιθώριο των μαζών και αφορά το ποιος θα ’ναι νικητής του ιδιότυπου εμφυλίου.

Για το ΚΚΕ όλα θα λυθούν ψηφίζοντας ΚΚΕ, περιμένοντας τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία, παρεμβαίνοντας έξω και μακριά από τις μάζες, πάντα όμως για τις κάμερες και την εικονική πραγματικότητα. Ο ιδιότυπος σεχταρισμός αλλά και η μεγαλύτερη δόση ενός αντιπασοκισμού –ενώ πριν λίγα χρόνια εξέθρεψε τον πασοκισμό– αντικειμενικά το φέρνει πιο κοντά στην κυβερνητική ΝΔ.

Ο ΣΥΝ, ένα ιδιότυπο κόμμα «φραξιών», «προσωπικοτήτων», ισορροπιών και όχι αποφάσεων, βρίσκεται πότε με τα κινήματα και πότε με λογική της διαχείρισης και της κεντροαριστεράς, ακολουθώντας και την πορεία των υπόλοιπων «αδελφών κομμάτων» της ευρωπαϊκής αριστεράς. Κρίση προσανατολισμού και στρατηγικής, μάλλον απροσδιοριστία με τέτοιο τρόπο που να τα χωρά όλα και όλους.

Η υπόλοιπη λεγόμενη επαναστατική αριστερά (ΝΑΡ κ.ά.) έχει ταυτίσει στρατηγική και ταχτική, έχει τελειώσει με τον ιμπεριαλισμό και τις συμμαχίες, έχει φτάσει την ανάλυσή της στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και επιλέγει την αυτοπεριθωριοποίησή της ή παιδεύεται με ακαδημαϊκό τρόπο στα προβλήματα της επαναστατικής θεωρίας, σε απουσία κοινωνικών ερεισμάτων και επαφής με τις κοινωνικές συγκρούσεις που να δίνουν υλικό και να ωθούν τη σκέψη, ή αισθάνεται επάρκεια από τις κατακτήσεις του παρελθόντος με τα «κλασικά εικονογραφημένα» παραπέμποντας σε μια διαρκή δικαίωση και αυτοεπιβεβαίωση.

Το στοιχείο που ενώνει το σύνολο της αριστεράς είναι ότι απομακρύνεται διαρκώς από το συγκεκριμένο, το πρακτικό, το πραγματικό, αυτό που απασχολεί τις μάζες. Απομακρύνεται από το ρόλο του χρήσιμου για το κίνημα και τους εργαζόμενους. Την ίδια στιγμή, η ύπαρξη ιστορικών ιδεολογικών ρευμάτων στην ελληνική αριστερά (φιλοσοβιετικός ρεφορμισμός, ευρωκομμουνισμός, μαοϊσμός, τροτσκισμός) εμφανίζεται σαν η χημική ουσία που δεν επιτρέπει συμφωνίες, συνεργασίες, ενότητα στη δράση. Μάλλον δεν είναι αυτή η αιτία του εμφυλίου και απλώς αποτελεί τη «λογική» δικαιολογία. Και αυτό γιατί τα πιο σοβαρά κομβικά ζητήματα μιας ιστορικά προσδιορισμένης και καθορισμένης περιόδου του χθες (της οικοδόμησης του σοσιαλισμού από το ’20 και ύστερα) δεν αποτελούν τουλάχιστον στις μέρες μας επίδικα ζητήματα (αν και είναι υπαρκτά και καθοριστικά για τη συνολική αυτοκριτική), δεν αποτελούν προβλήματα των καιρών μας που έχουν τεθεί από την πορεία του κινήματος, από τους περιορισμούς συγκρότησης και ανάπτυξής του.

Το πρόβλημα είναι αν αυτά τα ιστορικά ρεύματα παράγουν σήμερα πολιτική που να ανατρέπει τα δεδομένα, αν παράγουν λόγο και συνεισφέρουν στην επαναστατική θεωρία στο επίπεδο της προοπτικής. Με τέτοιους όρους, το ερώτημα τού ποια σύγχρονη αριστερά θέλουμε, παραμένει διαρκώς αναπάντητο, ενώ είναι αναγκαίο και επίκαιρο να απαντηθεί για να εκφράσει τους κυριαρχούμενους και καταπιεσμένους, τους σύγχρονους της γης τους κολασμένους. Αν ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί ένα τεράστιο σύγχρονο κοινωνικό ζήτημα, η αριστερά αποτελεί το σύγχρονο πολιτικό πρόβλημα.

 

13. Από τη μια ο τέτοιος αρνητικός συσχετισμός δύναμης και από την άλλη η αδυναμία, το τέλμα της αριστεράς – όταν λέμε αριστερά εννοούμε το πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο των εργαζόμενων. Η παρακμή της αριστεράς κωδικά έχει να κάνει με την ιδεολογική στασιμότητα και φτώχεια, με τον πολιτικό της προσανατολισμό και την αδυναμία πολιτικής έκφρασης των κάτω, με την οργανωτική της συρρίκνωση και περιθωριοποίηση.

Είναι υπαρκτές όμως τόσο οι αντιστάσεις, όσο και κυρίως αυθόρμητα κινήματα ενάντια σε συνέπειες και σε πλευρές της πολιτικής του νεοφιλελευθερισμού. Εί ναι επίσης υπαρκτός ένας στρατός της κοινωνικής αριστεράς, της πολιτικοποιημένης προς τ’ αριστερά δυσαρέσκειας, όπως επίσης και ένας στρατός των οργανωμένων δυνάμεων της αριστεράς.

Η άποψή μας, η πολιτική μας γραμμή και κατεύθυνση έχει να κάνει με τούτο. Με την ενότητα των τριών στρατών σε ένα αντίπαλο στρατό-μέτωπο. Η υλική κοινωνική βάση υπάρχει. Είναι ο τέταρτος πλειοψηφικός στρατός της κοινωνικής αγανάκτησης, του κοινωνικού «γαμώτο» που καθημερινά αυξάνεται μέσα από διαφορετικές πλευρές της κοινωνικής ζωής.

Η ενότητα της αριστεράς στη δράση, σε όλες τις μικρές και μεγάλες πολιτικές στιγμές, είναι ο απαραίτητος όρος για την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης.

Είναι αναγκαίο ένα διαρκές ραντεβού ενότητας, συνομιλίας, δράσης, αντιπαράθεσης και πάλι ενότητας μέσα από αντιθέσεις, με στόχο την ανασυγκρότηση του κινήματος σε όλους τους χώρους (εργασία, πόλη, εκπαίδευση, πολιτισμός). Στις δεδομένες ιστορικές στιγμές αυτή η συσσώρευση δυνάμεων θα έχει επιπτώσεις στους συσχετισμούς δύναμης, θα είναι επιταχυντής της ανάπτυξης του κινήματος, θα είναι ο πολιτικός εκφραστής, το πολιτικό εργαλείο των κοινωνικών αντιπάλων του νεοφιλελευθερισμού, ο πολιτικός αντίπαλος του δικομματισμού. Ο τέτοιος νέος πολιτικός προσανατολισμός θα αλλάξει και την ίδια την αριστερά (πολιτικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά, αριθμητικά κλπ).

Η συσσώρευση και συγκέντρωση μιας υπαρκτής κρίσιμης και επαρκούς μάζας είναι το ένα αφετηριακό στοιχείο για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανατροπή του συσχετισμού δύναμης με κατάληξη πολιτική. Το δεύτερο στοιχείο αφορά το πολιτικό πρόγραμμα, την πολιτική δράση και πρακτική, την πλήρη ανεξαρτησία από το δικομματισμό (δεξιό και «αριστερό» νεοφιλελευθερισμό) χτίζοντας μια αριστερή αντιπολίτευση και όχι μια δήθεν αριστερή πρόταση διαχείρισης και εξουσίας.

Το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο των εργαζόμενων, των φτωχών, των λαϊκών στρωμάτων και των πολιτικών δυνάμεων, που αντιπαρατίθεται με το μέτωπο των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού πρέπει να είναι η πρόταση της αριστεράς αν θέλει να προσεγγίσει και να επιλύσει τα πραγματικά προβλήματα. Αυτό οφείλουμε να οικοδομήσουμε, γνωρίζοντας ότι και δύσκολο είναι και απαιτεί χρόνο, τόλμη και διαφορετικές διαδικασίες και μορφές από τις ιστορικά συνήθεις.

Το ερώτημα της πολιτικής εκπροσώπησης των κινημάτων, της πολιτικής έκφρασης των κυβερνώμενων, των αμυνόμενων και αγανακτισμένων πρέπει να απαντηθεί έτσι κι αλλιώς.

Να γίνουμε πολλοί σημαίνει να ενωθούμε, να αποσπάσουμε λαϊκές δυνάμεις από τον ΠΑΣΟΚισμό, να σταθούμε αντίπαλοι σημαίνει να δώσουμε τις μικρές και μεγάλες μάχες και τέλος, να έχουμε νίκες σημαίνει να είμαστε αποτελεσματικοί στη δράση.

Ούτε η κεντροαριστερή διαχείριση, ούτε το πολιτικό περιθώριο και ο απομονωτισμός, μέσω σεχταριστικών πολιτικών, που στην ουσία αντιπαραθέτει το κοινωνικό και πολιτικό και αδιαφορεί για το κρίσιμο ερώτημα του πώς περνάμε από την κατάσταση της παθητικής άμυνας στην κατάσταση της ενεργητικής αντίστασης, δίνουν απαντήσεις. Στις αντιλήψεις για τα εικονικά κινήματα, για το κίνημα-κόμμα, για το κόμμα-φρούριο, για το κόμμα-βοηθό και αιμοδότη της κεντροαριστερής δήθεν εναλλακτικής λύσης στο νεοφιλελευθερισμό, απαιτείται μια διαρκής ανελέητη αντιπαράθεση, ένας πόλεμος θέσεων για να ηγεμονεύσει και να περπατήσει η ενιαία και αποτελεσματική αριστερά. Η κομμουνιστική αριστερά οφείλει να παίρνει πρωτοβουλίες, να θέτει τα ζητήματα, να παρεμβαίνει, να δημιουργεί εκπλήξεις και γεγονότα αποκτώντας τη συνείδηση του συνολικού, σχετικοποιώντας το μερικό ή ανάγοντας τη συγκυρία στο συνολικό.

Η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να επιδιώξει το ραντεβού και τη συνομιλία με κομμάτια της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων, με τη νεολαία και τη διανόηση. Δεν πρέπει να περιορίζεται στα ιδεολογήματά της, ούτε μέσω της ιδεολογίας της αυτάρεσκα να μένει στους συνήθεις χώρους της, δηλαδή τους χώρους εκπαίδευσης και το χώρο των μορφωμένων μικροαστικών στρωμάτων.

Η ιδεολογία να βρει τη σύνδεσή της με την πολιτική. Αυτό σημαίνει να αντιληφθεί την εποχή και τα καθήκοντα που η τελευταία θέτει.

Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα ξεπροβάλλουν ευκαιρίες για την επαναστατική αριστερά, για τη δύναμη της κομμουνιστικής αριστεράς, για την ΚΟΕ. Αρκεί να θελήσουν να τις αδράξουν.

Υπάρχει εγγενής αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ουσιαστικά σαν ο αντίπαλος του νεοφιλελευθερισμού. Ο καπιταλισμός τού σήμερα δεν αφήνει, δεν θέλει μια διαχείριση ίδια με τις προηγούμενες δεκαετίες. Το έργο του νεοφιλελευθερισμού έχει ανάγκη μιας μεγαλύτερης επιθετικότητας και επιτάχυνσης. Οι «μεταρρυθμίσεις» Καραμανλή δεν είναι ελληνικό παράδοξο ή φαινόμενο, άσχετα αν γίνεται αλά ελληνικά, είναι στοιχείο-προβολή της γενικής ευρωπαϊκής, κι όχι μόνο, νεοφιλελεύθερης πολιτικής (πουθενά στην Ευρώπη τα λεγόμενα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν προβάλλουν ένα διαφορετικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής, μέσα στα πλαίσια του συστήματος). Το ΠΑΣΟΚ απλά έχει ενσωματώσει το νεοφιλελευθερισμό και τον προωθεί, και η πλήρης αδυναμία του σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο να σταθεί αντιπολιτευτικά ή έστω εναλλακτικά, δίνει χώρο έτσι ώστε η αντίθεση δεξιάς-αριστεράς να έχει πραγματικό νόημα και να εκφραστεί από τις δυνάμεις της αριστεράς.

Αν όμως δεν υπάρξει μια πραγματική τόσο αριστερή όσο και δύναμη, η εκδίωξη της ΝΔ θα σημαίνει την επαναφορά της άλλης φθαρμένης νεοφιλελεύθερης δύναμης του δικομματισμού.

Η ρεφορμιστική αριστερά βρίσκεται μέσα στην κρίση προσανατολισμού, αδυνατεί γιατί δεν θέλει και δεν μπορεί να εκφράσει με όρους αξιοπιστίας και μονιμότητας όλους όσους χτυπιούνται, έχει μειωθεί η δύναμή της στους εργασιακούς χώρους και κυρίως στους χώρους της νεολαίας, βρίσκεται σε μια συνεχή οργανωτική συρρίκνωση και χαλαρότητα καθώς και σε μια εκλογική στασιμότητα. Αυτή η παρακμή είναι φανερή στα οργανωμένα κομμάτια της και επιτρέπει τ’ αυτιά και τα μάτια να ’ναι πιο ανοιχτά από το παρελθόν και χωρίς τις ιδεολογικές μυωπίες και απόλυτες αλήθειες και αντιπαραθέσεις που δεν επέτρεπαν καν τη συνομιλία.

Οι μεγάλες αφηγήσεις του ευρωκομμουνισμού και του υπαρκτού σοσιαλισμού έχουν ηττηθεί και παραμένουν δρώσες μόνο σαν ιστορικές αναφορές, χωρίς μεγάλη πολιτική αξία σήμερα. Η επιστροφή στην πολιτική, για την κομμουνιστική αριστερά σημαίνει και την ουσιαστική προσέγγιση στα ζητήματα της επαναστατικής θεωρίας. Αυτά τα δύο βρίσκονται σε μια ορισμένη ενότητα και αντίθεση. Όμως, μέσα από τις μικρές και μεγάλες μάχες, μέσα από το υλικό της παρέμβασης, της κριτικής και της σύγκρουσης με το σύγχρονο καπιταλισμό, δεν θα σφυρηλατούνται μόνο τα πρωτοπόρα αποσπάσματα, αλλά θα ερμηνεύουν και θα μαθαίνουν, θα επανεπεξεργάζονται συλλογικά και μέσα από την απόκτηση πραγματικών ταξικών κοινωνικών ερεισμάτων το κομμουνιστικό πρόγραμμα, ένα νέο σύγχρονο κομμουνιστικό μανιφέστο, μια νέα πορεία και προοπτική.

Η ΚΟΕ προβάλλει την ενότητα στη δράση της αριστεράς, τον αριστερό πόλο, το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό με στόχο την ανασυγκρότηση του κινήματος, την ανασύνθεση της αριστεράς, την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης. Αποτελεί μια ταχτική πολιτική γραμμή που συνδέεται άρρηκτα με τη στρατηγική της.

Ταχτική πολιτική γραμμή που γνωρίζουμε ότι είναι δύσκολο το να επιτευχθεί, αλλά για μας είναι αναγκαίο. Γνωρίζουμε ότι απαιτείται μια μακρά και σύνθετη πορεία με πισωγυρίσματα, αλλά και μόνιμη απεύθυνση για ενότητα και εμβάθυνση των περιεχομένων ενότητας. Απαιτούνται δοκιμασίες (μια τέτοια μικρή δοκιμασία είναι η περίπτωση της Πρωτοβουλίας για τη συσπείρωση της αριστεράς, μια άλλη ασφαλώς σημαντικότερη και λιγότερη «αριστερή» αποτελεί το Φόρουμ, που πέραν των άλλων έδινε τη δυνατότητα ωσμώσεων, συνευρέσεων, προβληματισμού, αλλά και κοινής ανολοκλήρωτης δράσης).

Ο ρόλος της ΚΟΕ στις ενωτικές διαδικασίες είναι η συνεχής εμβάθυνση του περιεχόμενου και της αντιπαλότητας που αυτό πρέπει να έχει, το διαρκές μπόλιασμα με τον επαναστατικό μαρξισμό, η ακούραστη σύνδεση με την προοπτική και το σοσιαλιστικό σχέδιο και το κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Είναι αυτονόητο πως η ΚΟΕ σαν κομμουνιστική συνιστώσα του μετώπου δεν χάνει την οργανωτική της αυτοτέλεια, την πολιτική της ανεξαρτησία, τη δυνατότητα παραπέρα οργανωτικής συγκρότησης και ανάπτυξης –όπως και καμία άλλη συνιστώσα– γιατί αυτά είναι στοιχεία-όπλα για τη συγκρότηση, κατεύθυνση και ανάπτυξη του μετώπου.

Στη βάση μιας επαναστατικής μαρξιστικής προβληματικής και πρακτικής –άρα και αντιπαράθεσης και διαφοροποίησης εντός του μετώπου– βρίσκεται η ανθρώπινη χειραφέτηση και τα ιστορικά αιτήματα της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Πάνω σ’ αυτά μπορούν να οικοδομηθούν εκ νέου διάφορες κατηγορίες ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος. Αυτά σημαίνουν συγκεκριμένες επεξεργασίες πάνω σε κομβικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα κοινωνικά αγαθά και κοινωνικοποίηση, δημοκρατία και ισότητα, ηθική και ατομικότητα, εξουσία και «κοινωνία των πολιτών» κ.ά.

Οι κομμουνιστές, λοιπόν, πρέπει να φροντίσουν για το υποκείμενο, αλλά επίσης και για το περιεχόμενο. Δεν λατρεύουμε συλλήβδην την ενότητα, ούτε το όποιο υποκείμενό της, όλα αυτά για μας αποτελούν εργαλεία-όπλα για να αλλάξουν τα πράγματα στην κοινωνία. Δεν είμαστε ενωτικοί, είμαστε πολιτικοί στη βάση τού ότι παλεύουμε για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης. Τα καθήκοντά μας μέσα στο μέτωπο αφορούν και το πολιτικό πρόγραμμα πάλης, τις μορφές οργάνωσης, αντιεξουσίας και ενεργοποίησης του λαού, πρωτοβουλίες δράσης κλπ.

Η ΚΟΕ παλεύει για να δημιουργηθεί ένα αντινεοφιλελεύθερο, αντικαπιταλιστικό μέτωπο που θα ενσωματώνει αντιιμπεριαλιστικές κατευθύνσεις και προτάγματα μέσα από ένα διαρκές ανοιχτό προσκλητήριο ενότητας προς όλες τις δυνάμεις της αριστεράς.

 

Γ. Για τη συγκρότηση και ανάπτυξη της ΚΟΕ

 

Η ταυτότητά μας – Η κατάστασή μας

 

14. Η ΚΟΕ στα τέσσερα χρόνια ζωής έχει κατορθώσει να έχει, για όσους παρακολουθούν την αριστερά, μια ταυτότητα με εφτά χαρακτηριστικά: δημοκρατική – ενωτική – λαϊκή – ανήσυχη – αριστερή – νεανική – αγωνιστική.

Δημοκρατική, όσον αφορά τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας. Γιατί τέτοιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας και η ποιότητα των δεσμών της με το κίνημα. Γιατί είναι σημαντική η ανάπτυξη της ελευθερίας γνώμης και η απόκτηση της ικανότητας να διαμορφώνει κάθε αγωνιστής άποψη και δυνατότητα ελέγχου της πορείας και του απολογισμού της οργάνωσης.

Ενωτική, γιατί προβάλλουμε μια πολιτική γραμμή ενότητας της αριστεράς, ενότητας των αγώνων, ενότητας της δράσης, ενότητας των εργαζόμενων, των φοιτητών κλπ.

Λαϊκή, γιατί προσπαθούμε να πλησιάσουμε τις λαϊκές μάζες, προσπαθούμε να απευθυνθούμε μαζικά κι όχι περιθωριακά, προσπαθούμε, χωρίς να χαϊδεύουμε τις λαϊκές μάζες, να τις καταλάβουμε, για να μπορέσουμε να τις ενεργοποιήσουμε και να αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένη εμπλοκή με τα λαϊκά προβλήματα και τον κόσμο που νιώθει στο πετσί του την επίθεση.

Ανήσυχη, γιατί δεν μένουμε στάσιμοι και στατικοί. Η ΚΟΕ πολύ σύντομα, από την επόμενη μέρα της ίδρυσής της, απέδειξε και στον πιο ορκισμένο αντίπαλό της πως δεν άλλαξε απλά το όνομά της. Άλλαξε σε πολλά και άλλαξε με θετικό τρόπο. Ο μετασχηματισμός των πραγμάτων και του εαυτού της ήταν και παραμένει όπλο για την ΚΟΕ για να είναι και σύγχρονη και ανήσυχη και δημιουργική. Τουλάχιστον στο πολιτικό πεδίο αναζητάμε διαρκώς, χωρίς δογματισμούς και προκαταλήψεις, τους τρόπους και τις πρακτικές για να αλλάξουν τα πράγματα, για να βγει η αριστερά από το τέλμα.

Αριστερή, τόσο με τη συνεχή αναφορά μας στην αριστερά όσο και με το ότι αντλούμε από την αριστερά του παρελθόντος, προσπαθώντας να διαμορφώσουμε και την αριστερά του μέλλοντος. Αριστερή, γιατί προγραμματικά-προοπτικά, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά είμαστε σε συνολική αντιπαράθεση με τις δύο δεξιές (μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό νεοφιλελευθερισμό).

Νεανική, γιατί αναζητούμε το νέο, το ζωντανό, γιατί έχουμε νεανικό δυναμικό, γιατί δεν έχουμε φθαρεί μέσα από όλες εκείνες τις δυσφημιστικές πρακρικές της λεγόμενης παραδοσιακής αριστεράς.

Αγωνιστική, γιατί πιστεύουμε ότι εκεί υπάρχει ελπίδα αλλαγής, γιατί δεν πιστεύουμε ότι η διαχείριση, η μεταρρύθμιση, ο κυβερνητισμός, ο κοινοβουλευτισμός είναι λύσεις που μπορούν να ανατρέψουν τα καπιταλιστικά δεδομένα. Οι διεκδικήσεις, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, οι θεσμικές αλλαγές μπορούν να βοηθήσουν, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κίνημα και να εκπληρώσουν τους στόχους συλλογικής ανατροπής του υπάρχοντος συστήματος κοινωνικών σχέσεων.

Η ΚΟΕ όμως είναι και μια δύναμη συνεχώς αναπτυσσόμενη, με πανελλαδική εμβέλεια και απεύθυνση σε αρκετές κοινωνικές κατηγορίες, στρώματα, τάξεις. Δυναμώσαμε πανελλαδικά, οργανωτικά, πολιτικά. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για την οργάνωσή μας, που συμβαίνει διαρκώς, όλα τα χρόνια στην κυριολεξία. Είναι ένα αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό, με το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί καμία δύναμη της αριστεράς.

Η οργάνωσή μας είναι αντιιμπεριαλιστική-αντινεοταξική, συμμετέχει στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, προβάλλει όλα τα αντινεοφιλελεύθερα κινήματα και αγώνες στον κόσμο. Είναι αλληλέγγυα με όλους όσους αγωνίζονται ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό.

Η ΚΟΕ προσδιορίζεται από το Κομμουνιστική όχι μόνο γιατί αναφέρεται στις προλεταριακές κομμουνιστικές επαναστάσεις, στο υλικό και στη θεωρία που αυτές δημιούργησαν, αλλά γιατί θεωρεί πως ο απώτερος στόχος, η στρατηγική και προοπτική για μια άλλη κοινωνία έχει όνομα, και αυτό δεν είναι άλλο από τον κομμουνισμό.

 

15. Το δίπολο οικοδόμηση-παρέμβαση είναι και θα είναι το καθοδηγητικό νήμα της πορείας μας. Πρέπει να πηγαίνει μαζί με την εσωτερική συγκρότηση και μαζική απεύθυνση που αφορά τους τρόπους λειτουργίας και τις μορφές δράσης μας. Αυτά είναι βασικές, ιδεολογικές αφετηριακές κατευθύνσεις για την οργάνωσή μας. Δεν είμαστε με τη θεωρία της αντικειμενικής εξέλιξης και του αντικειμενισμού, γιατί κατανοούμε πως οι δεδομένες ιστορικές συνθήκες δεν αποτελούν το σύνολο του προβλήματος. Αν το αποτελούσαν, ελάχιστη σημασία θα είχε η συνειδητή πολιτική δράση – εξάλλου αν συνέβαινε αυτό, η ιστορία θα ήταν διαφορετική.

Δεν είμαστε με τη μικροαστική αναρχική θεωρία-ψυχολογία της απεύθυνσης στους μυημένους, στους γνωρίζοντες, στους λεγόμενους μη προσκυνημένους.

Η αλλαγή-ανατροπή, για τη δική μας θεωρία και αντίληψη, θα προέλθει από την τεράστια πλειοψηφία που πλήττεται και σήμερα είναι μέλος, οπαδός ή ψηφοφόρος της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Δεν αλλάζουν τα πράγματα ούτε με τη θεωρία ούτε με τον ακαδημαϊσμό. Χρειαζόμαστε τη θεωρία, αλλά κι αυτή πρέπει να είναι ικανή να μετασχηματιστεί στην υλική πραγματικότητα. Χρειαζόμαστε τη θεωρία και τα εργαλεία της, αλλά χρειαζόμαστε και εκείνο το εργαλείο που μπορεί να τη δοκιμάσει, να την αλλάξει, να τη μετασχηματίσει σε υλική δύναμη. Γι’ αυτό και η οικοδόμηση, γι’ αυτό και η έννοια της συγκρότησης και οργάνωσης. Παρέμβαση σημαίνει να κάνουμε υπόθεση άμεσα, μόνιμα, προοπτικά την άσκηση μιας σοβαρής αντιπολίτευσης εναντίον του συστήματος και την άσκηση κριτικής στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που υπάγονται στον καπιταλισμό. Παρέμβαση σημαίνει επίσης, προσπάθεια αντιμετώπισης των πρακτικών, καθημερινών, πολιτικών διλημμάτων με την προοπτική και το στόχο της ανατροπής των συσχετισμών δύναμης.

Η έννοια «οικοδόμηση» έχει πολλούς αποδέκτες. Οικοδομώ σημαίνει δημιουργώ, σημαίνει χτίζω σχέσεις. Σχέσεις με τον κόσμο μέσα από μια καθημερινή και πολύπλευρη πράξη, όχι σκέτα και ανιαρά πολιτική. Μέσα στον κόσμο, προσπαθώντας να παρεμβαίνω στην άμεση αλλά και στην κοινωνική συνείδησή του, στη συλλογική του ταυτότητα. Μέσα στον κόσμο γιατί μαθαίνω, ενεργοποιούμαι και ενεργοποιώ. Οικοδόμηση σημαίνει χτίζω σχέσεις με το κίνημα διεθνώς και εσωτερικά. Έχω αναφορές στο κίνημα με την έννοια ότι επεξεργάζομαι αυτά που παράγει, συμμετέχω σ’ αυτό, επηρεάζομαι και επηρεάζω. Χτίζω οργάνωση σημαίνει ασκώ επιρροή, αναπτύσσω πλατιά σχήματα δράσης και συμμετοχής, οργανώνω και ενεργοποιώ ανθρώπους και αποκτώ συνείδηση συλλογικά και ατομικά ενός μαχητικού τρόπου, επίμονου, αγωνιστικού, ανεξάρτητου. Χτίζω κομμουνιστική οργάνωση σημαίνει ότι δημιουργώ μια ανοιχτή και κλειστή κοινότητα αγωνιζόμενων ανθρώπων που προσπαθούν να έχουν μια συνολική στράτευση στην υπόθεση απόρριψης και ανατροπής του καπιταλισμού. Τέλος, συγκρότηση σημαίνει πως οικοδομώ θεωρία και πολιτική γραμμή μέσα από αυτό που βλέπουμε, πράττουμε και αναλύουμε. Μέσα από την προσπάθεια για απάντηση στα προσωρινώς αναπάντητα ιστορικά ερωτήματα, μέσα από το παρελθόν, μέσα από το συνεχές ψάξιμο των σύγχρονων προβλημάτων.

 

ΚΟΕ μέσα στο λαό – ΚΟΕ δυνατή στην αριστερά

 

16. Μ’ αυτό τον τίτλο πριν τρία χρόνια τοποθετήθηκε ένα σχέδιο οικοδόμησης, ταυτότητας, ανάπτυξης. Πρέπει να αγωνιστούμε να τα καταφέρουμε.

ΚΟΕ μέσα στο λαό σημαίνει:

α) Τη δραστηριοποίησή μας πανελλαδικά σε εργασιακούς χώρους και την αυξανόμενη εκπροσώπησή μας σε σωματεία, ομοσπονδίες, μορφές οργάνωσης των εργαζόμενων.

β) Την ανάπτυξη της δραστηριοποίησής μας στις βασικές περιοχές της Αθήνας – Πειραιά – Θεσσαλονίκης – Πάτρας – Κρήτης – Θεσσαλίας.

γ) Τη συγκρότηση και ανάπτυξη σε όλες τις ηπειρωτικές πρωτεύουσες των νομών της χώρας μας.

δ) Τη συγκρότηση και ανάπτυξη δουλειάς στους μαθητές πανελλαδικά.

ε) Την καλή εκλογική καταγραφή στις όποιες εκλογικές διαδικασίες.

Προαπαιτούμενα είναι η ύπαρξη πολιτικής γραμμής και η οργάνωση πρωτοβουλιών και σχεδίων δράσης που να δοκιμάζουν αυτή τη γραμμή. Μέσα στο 2008 απαιτείται η επεξεργασία συνολικού και συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος διεκδικήσεων και πάλης, που να είναι και το προτεινόμενο για το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό.

ΚΟΕ δυνατή στην αριστερά σημαίνει:

α) Την άσκηση μιας πολιτικής (πρωτίστως) επιρροής.

β) Την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση αλλά και την ανοιχτή πρόσκληση

για ενότητα με τις άλλες δυνάμεις.

γ) Την ύπαρξη μαζικών και αναγνωρισμένων στελεχών της μέσα στους κοινωνικούς χώρους.

δ) Την πανελλαδικοποίηση και οργανωτική ανάπτυξή της.

Η ΚΟΕ πρέπει και μπορεί να κάνει την έκπληξη αποτελώντας μια νέα μαχητική δύναμη της αριστεράς, που μπορεί να διεμβολίσει τις δύο πτέρυγες της επίσημης αριστεράς. «Νέα» και «δύναμη», είναι τα δύο προσδιοριστικά.

Όχι περιθωριακή δύναμη, αλλά στο προσκήνιο, πρωτίστως στους μαζικούς χώρους και αγώνες. Δύναμη σημαίνει ποσότητα (αριθμοί) και ποιότητα συγκρότησης (βαθμός και βάθος πολιτικοποίησης).

 

Εργατική δουλειά

 

17. Ο Φρ. Ένγκελς έγραφε πως «η κατάσταση της εργατικής τάξης είναι το πραγματικό θεμέλιο και η αφετηρία όλων των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων, καθώς αποτελεί την πλέον ορατή και οξύτερη εκδήλωση της σύγχρονης κοινωνικής αθλιότητας». Μπορούμε χωρίς υπερβολή να μιλάμε για αθλιότητα. Μάλιστα, «η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο είναι ταυτόχρονα συσσώρευση αθλιότητας, σκλαβιάς, αμάθειας, αποκτήνωσης, κοινωνικής κατάπτωσης στον άλλο» (Κ. Μαρξ).

Ο νεοφιλελευθερισμός, αυτή η επιθετική και καταστροφική σύγχρονη πολιτική του κεφάλαιου, αυξάνει και διευρύνει τη φτώχεια, προλεταριοποιεί ευρύτερες μάζες εργαζομένων, συρρικνώνει τους αυτοαπασχολούμενους, μισθωτοποιεί επαγγελματίες τεχνολογικών και επιστημονικών απασχολήσεων, μειώνει τον ελεύθερο χρόνο, καταργεί την όποια κοινωνική πολιτική, μετατοπίζει το μη μισθολογικό κόστος εργασίας προς τους εργαζόμενους. Τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται και τα ποσοστά απασχολησιμότητας στα πλαίσια και του χειρισμού, μιας και «η αστική τάξη έχει κάνει παραπέρα προόδους στην τέχνη να κρύβει τη δυστυχία της εργατικής τάξης». Οι γυναίκες και οι νέοι είναι αυτοί που κύρια πλήττονται απ’ αυτή την πολιτική. Αυτή η πολιτική εκπορεύεται και καθοδηγείται από την ΕΕ με τους μηχανισμούς της. Από τη «Λευκή Βίβλο για την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα» (1993) έως τις οδηγίες Μπολκεστάιν (2005) στο κέντρο βρίσκονται οι αντιδραστικές αλλαγές και επιθέσεις στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους. Επακόλουθο αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία μιας κοινωνικής πόλωσης. Σχηματίζονται ολοένα και περισσότερο οι δύο κοινωνικοί πόλοι. Όλο και περισσότερο συσσωρεύονται και στοιχίζονται κοινωνικές δυνάμεις στον πόλο της εργασίας, της απασχολησιμότητας, της ανεργίας, του αποκλεισμού. Οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο πόλων αυξάνουν αλλά και βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο, με επίκεντρο τη βασική αντίθεση κεφάλαιο/εργασία.

 

18. Έχουν πραγματοποιηθεί τεράστιες αλλαγές και αναδιαρθρώσεις (θεσμικές – τεχνολογικές – παραγωγικές – πολιτικών συσχετισμών) πάνω στον τρόπο παραγωγής, στην οργάνωση εργασίας, στις σχέσεις παραγωγής, στις ταξικές σχέσεις.

Να μην ξεχνάμε την αλλαγή και την ενσωμάτωση μιας ολόκληρης περιοχής του πλανήτη (οι λεγόμενες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, από ΕΣΣΔ έως Κίνα), όπου το κεφάλαιο απελευθερώθηκε στη δράση του και ταυτόχρονα απελευθέρωσε ακόμα περισσότερο και την καταστροφική επιθετικότητά του στις χώρες του δυτικού κόσμου. Η περιθωριοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων, η μεγάλη συρρίκνωση των ρεφορμιστικών οργανώσεων της αριστεράς σαν συνέπεια της συμβολικής πτώσης του τείχους, περιλαμβάνεται μέσα στις ιστορικές τεράστιες αλλαγές που έπαιξαν καίριο ρόλο την τελευταία 30ετία.

Πραγματοποιούνται διαρκώς αλλαγές στο χρόνο εργασίας, στους ρυθμούς και στην οργάνωση του χρόνου. Αλλαγές που συμπιέζουν το εργατικό κόστος (μισθοί), που μειώνουν έως μηδενίζουν το έμμεσο εργατικό κόστος (πρόνοια, παιδεία, υγεία κ.ά.), αλλαγές που εμπορευματοποιούν διαρκώς τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, που ελαστικοποιούν, εξατομικεύουν τους όρους πρόσληψης, αμοιβής και εργασίας. Έχουν αυξηθεί και αυξάνονται οι διαχωρισμοί και οι διαφοροποιήσεις μέσα στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους. Έχουμε λοιπόν αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στη σύνθεση της εργατικής τάξης, στις διαφοροποιήσεις. Διαχωρισμούς της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων. Οι σύγχρονοι εργαζόμενοι έχουν πολλές διαστρωματώσεις: νέοι-παλιοί, ειδικευμένοι-ανειδίκευτοι (με νέες μορφές τέτοιου διαχωρισμού), δημόσιοι-ιδιωτικοί, αλλοδαποί-ημεδαποί, γυναίκες-άντρες, ασφαλισμένοι-ανασφάλιστοι κ.ά.

Όλες αυτές οι αλλαγές είχαν επίδραση και στο ιδεολογικό πεδίο, δημιούργησαν μια ιδεολογία που έχει προσβάλει και μερίδες της αριστεράς («ριζοσπαστικής» ή «ρεφορμιστικής»), γύρω από τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, τη συνείδησή της και τις μορφές οργάνωσής της (κόμμα – συνδικάτο – συνδικαλιστική παράταξη – μέτωπα). Μια ιδεολογία όπου η τάξη δεν αναγνωρίζεται σαν υποκείμενο, όπου δεν αναγνωρίζεται σαν τάξη, όπου δεν εκφράζεται παρά μόνο σαν ένα υποσύνολο σε ένα γενικό σύνολο μη ταξικών κατηγοριών και σχέσεων. Μαζί με το «τέλος» της ιστορίας γράφεται και ένα ιδιαίτερο «τέλος» της εργατικής τάξης.

Η επαναστατική θεωρία ή το κομμουνιστικό πρόγραμμα οφείλει να απαντήσει κι όχι απλά μόνο να επαναλάβει ζητήματα που αφορούν το ρόλο, την οργάνωση της εργατικής τάξης, τις διαφοροποιήσεις και την ενότητα της τάξης. Η ΚΟΕ έχει μερίδιο από αυτό το καθήκον.

 

19. Σήμερα, τα βασικά αφετηριακά ερωτήματα για τη δράση των κομμουνιστών και των αγωνιστών της αριστεράς έχουν να κάνουν με το ρόλο των συνδικάτων, με το κρίσιμο, πολιτικό και ιδεολογικό-αξιακό πρόταγμα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας, με το στοιχείο της ταξικής ενότητας και πώς αυτή δημιουργείται, με την αντιπαράθεση στις πολιτικές του απομονωτισμού, του σεχταρισμού και της οργανωτικής διάσπασης, με την ικανότητα και αποτελεσματικότητα της εργατικής διαπραγμάτευσης και συνολικά με την τροποποίηση του σημερινού ταξικού συσχετισμού.

Οι νέοι εργαζόμενοι, οι γυναίκες, οι μετανάστες, αποτελούν το στόχο και το κυρίως εκμεταλλευτικό υλικό για την κερδοφορία και αναπαραγωγή του κεφάλαιου, αλλά από την ανάποδη, αποτελούν το κρίσιμο στοιχείο και τον δείκτη για την ανασυγκρότηση του κινήματος των εργαζόμενων και της εργατικής τάξης.

Οι αγώνες της νεολαίας στην Ευρώπη αλλά και οι αγώνες των ελλήνων φοιτητών και σπουδαστών που στην πλειοψηφία τους αποτελούν τους αυριανούς απασχολήσιμους, χαμηλόμισθους, άνεργους, ειδικευμένους και συνεχώς καταρτιζόμενους, υποδεικνύουν κατά ένα μέρος το αληθινό αυτής της προσέγγισης. Η κατάσταση σε ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ – ΠΑΜΕ ούτε εμπνέει αισιοδοξία ούτε δημιουργεί την ελάχιστη εμπιστοσύνη σ’ αυτές τις τρεις μεγάλες καταστάσεις.

Τα βασικά ερωτήματα, οι ανάγκες που έχει η δουλειά της κοινωνικής ισοτιμίας, της αλληλεγγύης, της ενότητας, της ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος, δεν απασχολούν παρά μόνο ακαδημαϊκά και εικονικά τις κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Ο νεοφιλελευθερισμός σαν πολιτική ιδεολογία έχει προσβάλει και τα συνδικάτα – τα τελευταία μάλιστα μπαίνουν στην τροχιά του κοινωνικού διαλόγου κι όχι του αγώνα και της επίμονης, άοκνης αντιστροφής της άσχημης πραγματικότητας μέσα στους χώρους των εργαζόμενων. Οι προτάσεις τους αποτελούν επιμέρους μεταρρυθμίσεις στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και ανατροπές, αφού αποδέχονται το πλαίσιο αυτής της πολιτικής. Η απομάκρυνση από την καθημερινότητα των εργαζόμενων, η αποφυγή του μερικού αγώνα αλλά και της συνολικοποίησης των αγώνων, το γύρισμα της πλάτης στους νέους εργαζόμενους και η αδιαφορία προς τους μετανάστες και τον άγρια πληττόμενο ιδιωτικό τομέα, είναι ορισμένες βασικές πλευρές της πολιτικής των επίσημων συνδικαλιστών-γραφειοκρατών.

 

20. Η ΚΟΕ βρίσκεται πανελλαδικά μέσα στους εργασιακούς χώρους με διάφορες εκπροσωπήσεις. Η ανάπτυξή της σ’ αυτούς τους χώρους είναι ακόμα χαμηλή. Η δουλειά μέσα στους εργαζόμενους μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί: α) μέσα και έξω από τους εργασιακούς χώρους (γειτονιά – πόλη), β) μέσα και μέσω των συνδικάτων, γ) μέσω δικτύων αλληλεγγύης και δικαιωμάτων, μέσω μορφών οργάνωσης συνδικάτων.

Η Ένωση Εργαζομένων αποτελεί ένα συνδικαλιστικό, κοινωνικό, παραταξιακό χώρο συγκρότησης, συνεύρεσης, συλλογικότητας και παρέμβασης ανά χώρους και συνολικά κεντρικά. Μπορεί να βρίσκεται μέσα σε δίκτυα αλληλεγγύης, παιδείας, υγείας, δικαιωμάτων κλπ, μέσα στα συνδικάτα με τη μορφή της συνδικαλιστικής παρέμβασης, μέσα σε ταξικές ενότητες και μέτωπα.

Έχει ανεξάρτητη λειτουργία από την ΚΟΕ και δεν υποτάσσεται στην ιεραρχική γραφειοκρατική αντίληψη κόμμα – παράταξη – συνδικάτο. Έχει τις δικές της λειτουργίες, οργανωτικές μορφές και δράσεις μέσα στους χώρους παρέμβασής της.

Τα κεντρικά κύρια θέματα που τη συγκροτούν με την παρουσία και πρωτοβουλία της ΚΟΕ είναι τα ζητήματα:

α) Της έμπρακτης αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζόμενων με στόχο την ανάπτυξη της ταξικής ενότητας και τη δημιουργία ταξικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων που να ανασυγκροτούν το κίνημα και το συνδικαλισμό των εργαζόμενων.

β) Το πολιτικό και συνδικαλιστικό πρόγραμμα πάλης ενάντια στην πολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Πρόγραμμα που οφείλει να ολοκληρώσει η Ένωση Εργαζομένων μέσα από πανελλαδική σύσκεψη στο άμεσο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα μέσα στο 2008.

γ) Η πανελλαδική συγκρότησή της και η ανά χώρους λειτουργία και δράση της. […]

Η ΚΟΕ πρέπει να πασχίσει να ακουστεί και να παρέμβει μέσα στους χώρους των νέων εργαζόμενων. Να εμπλακεί στους αγώνες της εργατικής τάξης, να πανελλαδικοποιήσει την Ένωση Εργαζομένων, να τη βοηθήσει να δυναμώσει σε νέους χώρους, να αποτελέσει μια ζωντανή, μαχητική και αναπτυσσόμενη δύναμη.

Η Ένωση Εργαζομένων πρέπει να διευρύνει την εκπροσώπησή της σε σωματεία, ομοσπονδίες, εργατικά κέντρα.

Τα Δίκτυα Παιδείας και Υγείας αποτελούν πλατιές προσπάθειες κριτικής, παρέμβασης και πρωταρχικής συλλογικότητας, έχουν πανελλαδική απεύθυνση, δεν έχουν κατ’ ανάγκη συνδικαλιστική δράση. Αποτελούνται από συναγωνιστές που επιθυμούν να συνευρεθούν, να ανταλλάξουν απόψεις και να δράσουν όπου συμφωνούν και ενώνονται.

Η Ένωση Εργαζομένων και τα Δίκτυα οφείλουν να θέσουν στόχους και κατευθύνσεις που να βοηθούν το δίπολο συγκρότηση-ανάπτυξη. Οι πρωτοβουλίες στο άμεσο διάστημα πρέπει να υλοποιούν το να γίνουμε πολλοί, να συγκροτήσουμε συλλογικότητα, να προβάλουμε την αλληλεγγύη και την ταξική ενότητα έμπρακτα, να δημιουργήσουμε το αντίπαλο δέος.

 

Εφημερίδα Αριστερά!. Εκδοτικός – ιδεολογικός τομέας. Διεθνείς σχέσεις

 

21. Ο εξοστρακισμός της ιδεολογίας είναι ίσως η πιο σημαντική νίκη του καπιταλισμού. Μια νίκη που προστατεύει το μέλλον του. Αποτελεί μία νίκη που φροντίζεται πλέον και θεσμικά, ιστορικά, παιδαγωγικά. Η γνώση αποβάλλεται διαρκώς από την εκπαίδευση, η ιστορία σήμερα δεν παραχαράσσεται απλά, αλλά καταργείται γιατί δεν είναι αναγκαία και συμφέρουσα, η μόρφωση αντικαθίσταται από την εικόνα και την πληροφορία. Αυτός ο εξοστρακισμός της ιδεολογίας πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια της αριστεράς.

Όταν η ιδεολογία ήταν αποκομμένη από την πολιτική και από το καθημερινό σύστημα αρχών, αξιών, πρακτικών της κομμουνιστικής αριστεράς, όταν ιδεολογία σήμαινε μόνο βιβλία, τσιτάτα και ακαδημαϊσμό ή σήμαινε δογματισμό και αδιαφορία για οτιδήποτε καινούργιο προέκυπτε, όταν η ιδεολογία απομακρυνόταν από την επιστήμη και την ανατροπή, τότε η ιδεολογία κατά τη σύγχρονη –τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια– αριστερά ήταν ο φτωχός συγγενής της όλης υπόθεσης «να αλλάξουμε τον κόσμο».

Έχουμε ανάγκη από την αποκατάσταση της έννοιας «ιδεολογία». Έχουμε ανάγκη από την ιδεολογία. Έχουμε ανάγκη από μια σύγχρονη, επαναστατική θεωρία. Προσπάθειες υπάρχουν πολλές, από διαφορετικές πλευρές σε διαφορετικές χώρες. Όπως και αντίστοιχες δοκιμασίες. Στο παρελθόν έχει επίσης παραχθεί πλούσιο θεωρητικό υλικό και εργαλεία. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για την προσπάθεια άρθρωσης ιδεολογικού λόγου, για την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για την ιδεολογία, για τη μεταφορά από διεθνείς προσπάθειες αξιόλογων παρεμβάσεων, για την έκδοση έργων. Οφείλουμε καταρχήν να απαντήσουμε στα σύγχρονα προβλήματα που έχουν τεθεί, στα αναπάντητα ανεξόφλητα γραμμάτια του παρελθόντος.

Ζητήματα που πρέπει να ανοίξουν στο άμεσο διάστημα:

α) Παγκοσμιοποίηση, εθνικό κράτος, αντιθέσεις στο σύγχρονο κόσμο.

β) Αριστερή πολιτική στην ΕΕ. Μέτωπα, συμμαχίες, αντιπαραθέσεις.

γ) Κράτος στο σύγχρονο καπιταλισμό. Οι κοινωνικές αντιθέσεις.

δ) Η ελληνική κοινωνία και οικονομία.

ε) Τι κρατάμε και τι όχι από τις προηγούμενες επαναστατικές απόπειρες.

στ) Σημεία ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς.

 

22. Η εφημερίδα μας, η Αριστερά!, αποτελεί το πιο έγκυρο, επίκαιρο, άμεσο, συνολικό, μόνιμο, ιδεολογικό και πολιτικό μας όπλο. Η εφημερίδα μας, ο έντυπος λόγος μας, αποτελεί ένα πολύ καλό μέσο προσέγγισης αριστερού ή ανήσυχου κόσμου. Αποτελεί την πρώτη τυχαία πολιτική προσέγγιση με τον κόσμο της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Μόνιμο καθήκον είναι να τη διαδίδουμε, να μην υποταχθούμε στην ιδεολογία της πνευματικής οκνηρίας, του τέλους της πολιτικής και της ιδεολογίας.

Η Αριστερά! πρέπει:

α) Να συνδέει και να συνδέεται με την οργάνωση, με την πολιτική και κοινωνική της δράση.

β) Να συνδέει την οργάνωση με την ευρύτερη επιρροή της, να ανοίγει δυνατότητες εισόδου σε νέους κοινωνικούς χώρους.

γ) Να επηρεάζει και να αντιπαρατίθεται με κομμάτια της πολιτικής αριστεράς. Να δημιουργήσει κοινό από την πολιτική και κοινωνική αριστερά.

δ) Να γίνει μια «κλειστή» εφημερίδα σε ό,τι αφορά την προβολή της άποψης και των θέσεων και πρακτικών της ΚΟΕ, και μια «ανοιχτή» εφημερίδα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα ιδεολογίας, αντιπαράθεσης και ενότητας με άλλες οργανωμένες ή ανοργάνωτες δυνάμεις της αριστεράς. Η Αριστερά! πρέπει να διευρυνθεί με νέους συντάκτες που δεν έχουν οργανωμένη σχέση με την ΚΟΕ.

ε) Η Αριστερά! πρέπει να αναπτυχθεί ουσιαστικά και σε νέα ζητήματα-θέματα όπως: ιδεολογία – πολιτισμός – κοινωνία.

στ) Η Αριστερά! πρέπει να πρωταγωνιστήσει βοηθώντας στην κατεύθυνση «ΚΟΕ μέσα στο λαό – δυνατή στην αριστερά».

[…]

Το 2008 να είναι το έτος για τη βδομαδιάτικη Αριστερά!

 

23. Οι διεθνείς σχέσεις αποτελούν έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό και ιδεολογικό τομέα της δουλειάς μας, που στο παρελθόν έχει αποδώσει πολύτιμους καρπούς. Καθήκον είναι η ενίσχυση και ουσιαστικοποίηση αυτού του τομέα. […]

Κατευθύνσεις:

α) Συγκεκριμενοποίηση των στενών –σε παγκόσμια κλίμακα– σχέσεών μας με οργανώσεις.

β) Ανάπτυξη και συγκεκριμενοποίηση πλατιών σχέσεων και αναφορών με προσωπικότητες και οργανώσεις της αριστεράς σε παγκόσμια κλίμακα.

γ) Πρωτοβουλίες μας για το συντονισμό των δύο ρευμάτων, αυτού που καλείται μ-λ πλευρά και αυτού που έμπρακτα συνεισφέρει και συμμετέχει αντικειμενικά στη Διεθνή Κοινότητα των Λαών.

δ) Συγκρότηση ενός πανευρωπαϊκού δικτύου κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων, εκτός ευρωπαϊκής αριστεράς.

ε) Συγκρότηση ενός Βαλκανικού και Μεσογειακού Φόρουμ Αντίστασης στη Νέα Τάξη Πραγμάτων και στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

στ) Προσπάθεια δημιουργίας τετραμηνιαίου διεθνούς περιοδικού με θέματα ενημερωτικού, πολιτικού, θεωρητικού περιεχομένου από όλο τον κόσμο. […]

ζ) Η Αριστερά! να διατηρεί μόνιμα 1-2 σελίδες για τα διεθνή ζητήματα, από κινήματα, απόψεις, αντιπαραθέσεις.

 

24. Ο εκδοτικός τομέας, δηλαδή οι εκδόσεις Α/συνεχεια, πρέπει να κάνουν ένα βήμα μπροστά προς όφελος όλης της οργάνωσης. […]

Οφείλει να παίρνει πρωτοβουλίες τοποθέτησης ζητημάτων σε μαζική κλίμακα και με πλατιά απεύθυνση.

Κατευθύνσεις:

α) Έκδοση τετραμηνιαίου διεθνούς περιοδικού.

β) Έκδοση φυλλαδίων ανά θεματολογία: εργατικά – νεολαιίστικα – πολιτιστικά.

γ) Έκδοση σύγχρονων έργων από το διεθνές περιβάλλον, όπως παλιότερα με έργα των Κοριά, Παστρέ κλπ.

δ) Εκδόσεις ή επανεκδόσεις από την κλασική λογοτεχνία ή τον κλασικό μαρξισμό.

ε) Εκδόσεις από εργασίες συλλογικές ή ατομικές μελών της ΚΟΕ. […]

 

Για τη δουλειά στη νεολαία

 

25. Η νεολαία αποτελεί εκείνη την κοινωνική κατηγορία που μέσω αυτής και πάνω σ’ αυτήν χτίζεται σήμερα από την ιδεολογία και την πολιτική του σύγχρονου καπιταλισμού-νεοφιλελευθερισμού ο «νέος» άνθρωπος, οι «νέες» σχέσεις (εργασιακές, κοινωνικές πολιτικές), η «νέα» κοινωνία, με προφανή στόχο την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Με μια διαφορετική ανάγνωση, η νεολαία μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο τη δύναμη κρούσης ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, αλλά και τη δύναμη αναζήτησης και δημιουργίας μιας διαφορετικής προοπτικής. Το ραντεβού της νεολαίας με τον κομμουνισμό θα βλάψει το νεοφιλελευθερισμό και μπορεί να ναρκοθετήσει τον καπιταλισμό.

 

26. Η δυσφήμιση που έγινε στον ίδιο τον σοσιαλισμό μέσω της υποστήριξης του (αν)υπαρκτού σοσιαλισμού, το «αποτέλεσμα», η κατεδάφιση του τείχους του Βερολίνου, η ιδεολογική φτώχεια και η υποχώρηση της κομμουνιστικής αριστεράς, η σύγχυση που καλλιεργήθηκε χρόνια για το αν είναι υπαρκτή, αξιακή-προγραμματική και συνολική η αντίθεση δεξιά/αριστερά, δημιούργησαν ευνοϊκούς όρους και προϋποθέσεις στη γερασμένη αστική τάξη. Αυτή όχι μόνο βρίσκεται πλέον μέσα στη νεολαία καθορίζοντας υπέρ της το συσχετισμό δύναμης, αλλά την τοποθετεί κυριολεκτικά στο μάτι του κυκλώνα όλων των αντιδραστικών αλλαγών που έχουν επιχειρηθεί τα είκοσι τελευταία χρόνια.

 

27. Όμως η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού γεννάει αντιστάσεις σε πολλές πλευρές του πλανήτη. Η νέα εκπαίδευση-κατάρτιση, η νέα εργασία-απασχολησιμότητα, ο νέος άνθρωπος – ο ατομικοποιημένος, η νέα ηθική – του ισχυρότερου, η νέα κοινωνία-αγορά, δείχνουν σημάδια εξάντλησης. Στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, στο αντιπολεμικό κίνημα σε παγκόσμια κλίμακα, στο εκπαιδευτικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, η νεολαία δήλωσε με την παρουσία της ότι δεν έχασε τον τρόπο να αγωνίζεται, να αναζητά, να οργανώνεται.

 

28. Η ΚΟΕ βρίσκεται μέσα στη σπουδάζουσα νεολαία, στους νέους εργαζόμενους, στη νεολαία της πόλης. Δεν έχει οργάνωση νεολαίας, γιατί θεωρεί πως οι συνθήκες της σήμερα δεν το επιτρέπουν. Θεωρεί πως χρειάζεται να οικοδομηθεί ένα αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα νεολαίας, που να αντιμετωπίζει την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, να είναι ενάντια στον πόλεμο και την κατοχή, να αμφισβητεί τον καπιταλιστικό τρόπο σκέψης ζωής και οργάνωσης της κοινωνίας.

 

29. Μέσα στους σπουδαστικούς χώρους η ανασύνθεση της αριστεράς, μέσω της εφαρμογής της κεντρικής μας γραμμής για τον αριστερό πόλο και το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο και η προγραμματική και οργανωτική ανασυγκρότηση του κινήματος, αποτελούν τις κεντρικές πολιτικές κατευθύνσεις της ΚΟΕ. Η νεοδημιουργηθείσα «Αριστερή Ενότητα» αποτελεί ένα αναγκαίο, θετικό, αλλά όχι ολοκληρωμένο ακόμα βήμα για την προώθηση του αριστερού πόλου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Κατευθύνσεις μας μέσα στους χώρους εργασίας αποτελούν η ταξική ενότητα και αλληλεγγύη, η οργάνωση και ενεργοποίηση των νέων εργαζόμενων, ο αγώνας για τα δικαιώματα.

Στο χώρο της γειτονιάς η κατεύθυνσή μας είναι η συγκρότηση-οικοδόμηση κινήματος της νεολαίας στην πόλη, που θα αντιστέκεται στον τρόπο ζωής, επικοινωνίας, πολιτισμού, στην εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού στη γειτονιά, που θα διεκδικεί τους ελεύθερους και μη εμπορευματοποιημένους χώρους για να λειτουργούν σαν μαζικοί ελεύθεροι χώροι συνεύρεσης και δημιουργίας, το τέλος της αστυνόμευσης και των ναρκωμάτων κ.ά.

 

30. Στο χώρο των μαθητών ξεκίνησε τον τελευταίο χρόνο μια οργανωμένη προσπάθεια δημιουργίας πλατιάς μαθητικής δουλειάς με βάση το έντυπο «εκτός ύλης». Στόχος μας είναι η πανελλαδική συγκρότηση Αριστερών Σχημάτων Μαθητών. Η μαθητική δουλειά σαν κατεύθυνσή της έχει την άσκηση μιας διαφορετικής ιδεολογικής επιρροής από την κατεστημένη καπιταλιστική, την ανάδειξη της αναγκαιότητας και της αξίας της συλλογικότητας και του αγώνα, τον αγώνα ενάντια στην πειθάρχηση και τους πολλαπλούς αποκλεισμούς από την εκπαίδευση. […]

 

Για τη δουλειά στη γειτονιά – πόλη

 

31. Κομμουνιστική οργάνωση είναι εκείνη που αποκτά την ικανότητα να βλέπει τα πράγματα και τις συγκρούσεις σε πολυδιάστατη βάση. Δεν υπάρχει ταξική πάλη μόνο μέσα στην παραγωγή. Η ταξική πάλη αφορά την κάθε εκδήλωση της ζωής μας, γιατί ο καπιταλισμός είναι ένα συνολικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι καταστροφικός και για τη βιολογική, πνευματική, ψυχική υγεία των εργαζόμενων, των λαϊκών μαζών, της νεολαίας (εργατικά ατυχήματα και ασθένειες, τρόφιμα, περιβάλλον, «φυσικές» καταστροφές, καρκίνος, καρδιοπάθειες, ψυχικές ασθένειες, μοναξιά, μελαγχολία, ναρκωτικά).

Η πόλη είναι ένα χωνευτήρι, ένας τόπος συνάντησης των διαφοροποιημένων στρωμάτων της εργατικής τάξης. Η πόλη είναι ο χώρος όπου πλέον τα ζητήματα της κοινωνικής πολιτικής (πρόνοια, υγεία, παιδεία) αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αξία.

Στο επίπεδο της πόλης συναντιούνται η νεολαία, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη. Στο χώρο της πόλης είναι δυνατόν να δημιουργηθούν μορφές οργάνωσης, αγώνα και διεκδίκησης, συνολικότερης έκφρασης των αναγκών και συμφερόντων της εργατικής τάξης. Αν στο χώρο εργασίας οι σχέσεις εργασίας είναι το σημείο όπου αναπτύσσονται οι αντιθέσεις, στο χώρο της πόλης η κοινωνική πολιτική, ο ελεύθερος χρόνος και πολιτισμός, ο δημόσιος χώρος είναι τα σημεία όπου αναπτύσσεται ένα σύνολο αντιθέσεων όπου δεν συμμετέχει μόνο η εργατική τάξη αλλά και οι σύμμαχοί της (νεολαία, εργαζόμενοι κλπ).

Στους χώρους διαβίωσης συναντιέσαι με την εργατική τάξη κατά μόνας αλλά και με μεγαλύτερη ευκολία. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς –και πρέπει– να χρησιμοποιήσεις και τους χώρους διαβίωσης για να μπαίνεις στους χώρους δουλειάς.

Η αύξηση της φτώχειας σε όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής είναι η συνέπεια που εύκολα αναγνωρίζεται στην πόλη. Χώρος, χρόνος, επικοινωνία, μόρφωση, σκέψη, αξίες, χρήματα, όλα λιγοστεύουν ολοένα και πιο πολύ, σε όλο και περισσότερους ανθρώπους.

Πάνω σ’ αυτό, στη διευρυνόμενη, συνολική και καθημερινή φτώχεια να αναπτύξουμε τη μαζική μας απεύθυνση, να ενεργοποιηθούμε με στόχο την οργάνωση του λαού, να δράσουμε για να αποτρέψουμε τη χειροτέρευση.

Το κίνημα στην πόλη είναι ο στόχος που πρέπει να έχει μια κομμουνιστική οργάνωση. Κίνημα δικαιωμάτων και αναγκών, οργάνωσης και υπεράσπισης των συμφερόντων της νεολαίας και των εργαζόμενων. Ένα κίνημα οργάνωσης – ενεργοποίησης του λαού που σήμερα στη σημαία του θα γράφει την αντίσταση στη φτώχεια και θα προβάλλει την κοινωνικοποίηση καθημερινών ατομικών λειτουργιών και αγαθών.

 

32. Η δουλειά της οργάνωσής μας στις πόλεις – γειτονιές πρέπει:

α) Να αποκαλύπτει την κεντρική πολιτική σκηνή (τις πολιτικές επιλογές και τις επιθέσεις της αστικής τάξης), ενεργοποιώντας όμως πρωτοβουλίες αντιστροφής της συνείδησης που δημιουργούν οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και πυροδοτώντας κινηματικές διαδικασίες και συλλογικότητες.

β) Να αναδεικνύει τα προβλήματα της νεολαίας και των εργαζόμενων στο σύνολο του χώρου της πόλης, προσπαθώντας να ενώσει κινήματα πόλεων.

γ) Να αντιστέκεται στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, στην υποβάθμιση της καθημερινής ζωής όλων των κατοίκων, με αντιπαράθεση και στην τοπική εξουσία.

δ) Να αντιπαρατίθεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των ΟΤΑ. Η αντιπαράθεση με τους ΟΤΑ μας φέρνει –όχι με αυτοματισμούς– σε αντιπαράθεση με τις επιλογές κυβέρνησης και ΕΕ.

ε) Να δοκιμάζει και να αναζητά άλλες σχέσεις συνύπαρξης μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης, να αρνείται το παλιό, το γερασμένο, το καπιταλιστικό στην οργάνωση της καθημερινής ζωής και να αναζητά μια διαφορετική οργάνωση. Οι τέτοιοι ή αλλιώτικοι πειραματισμοί και αντιστροφές που στόχο θα έχουν την ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης, της συνοχής, της ενότητας έξω από τον ατομικό-οικογενειακό τρόπο επιβίωσης, αποτελούν υλικά επεξεργασίας και προγράμματος μιας άλλης προοπτικής.

Η ΚΟΕ πρέπει να κατευθυνθεί σε δύο διαφορετικές αλλά ενιαίες στην ουσία πρακτικές κατευθύνσεις:

α) Στη δημιουργία και λειτουργία πλατιών σχημάτων, είτε αριστερά σχήματα, είτε ενωτικά σχήματα οργανωμένων και ανένταχτων δυνάμεων της αριστεράς, όπου όμως στα τελευταία πρέπει να λειτουργεί προωθητικά, πρωτοβουλιακά και ενίοτε ανεξάρτητα.

β) Στη δημιουργία νεολαιίστικων μετωπικών σχημάτων που να είναι χώροι συγκέντρωσης ζωντανών ανήσυχων δυνάμεων. Η παρέμβαση της ΚΟΕ πρέπει να καθορίζεται από τους σκοπούς πολιτικοποίησης (ποιοι είναι αντίπαλοι και γιατί), δράσης (διεκδίκησης απέναντι στην τοπική εξουσία και στις αρχές, αποκάλυψης κ.ά.), αντικαπιταλιστικής «διαπαιδαγώγησης», αλλά και ενότητας με τους υπόλοιπους κατοίκους στα πλαίσια των πλατιών αριστερών ή ενωτικών σχημάτων.

Η αντιπαράθεση με τους ΟΤΑ δεν είναι η βασική δουλειά της ΚΟΕ. Αυτό είναι ένα εργαλείο που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται για την αποκάλυψη και τη λαϊκή ενεργοποίηση. Η συμμετοχή μας μέσα στα συμβούλια δεν έχει να κάνει με την άσκηση μόνο μιας «ιδιωτικής» αντιπολίτευσης. Πρέπει να βάζουμε θέματα εκφράζοντας εργατικά συμφέροντα και ανάγκες. Μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να έχουμε μαζική απεύθυνση και να τύχουμε της μαζικής εμπιστοσύνης του κόσμου. Όμως για να κερδηθεί αυτή η εμπιστοσύνη είναι αναγκαία μια πολύχρονη δοκιμασία.

Οι δυνάμεις της ΚΟΕ που δραστηριοποιούνται στο χώρο της πόλης, στο επόμενο διάστημα πρέπει να επεξεργαστούν ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης για τα κινήματα πόλης, τις μορφές οργάνωσης και ενεργοποίησης του λαού και της νεολαίας μέσα στην πόλη, το περιεχόμενο δουλειάς και τις μορφές δράσης της νεολαίας. […]