Με δικαστήρια και “διάλογο” το ΠΑΣΟΚ στην υπηρεσία της Cosco

Συνεχίστηκαν το τελευταίο διάστημα οι χειρισμοί της κυβέρνησης σε όλα τα μέτωπα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργεί η σύμβαση με την κινεζική Cosco για το λιμάνι του Πειραιά. Η κυβέρνηση τοποθέτησε τον Γ. Ανωμερίτη διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΛΠ και ξεκίνησε διάλογο με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο λιμάνι. Παράλληλα, χρησιμοποίησε την προκλητική δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε μετά από την αγωγή που κατέθεσαν μεγαλοεπιχειρηματίες, και κήρυξε παράνομη την απεργία των εργαζομένων. Το δικαστήριο θεώρησε ότι μάλλον από χόμπι χάνουν τα μεροκάματά τους οι εργαζόμενοι, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος να απεργούν.

Ταυτόχρονα, έχει επί της ουσίας συντελεστεί και ολοκληρωθεί η μετεκλογική στροφή του ΠΑΣΟΚ στο θέμα. Από τις προεκλογικές καταγγελίες για αποικιοκρατική σύμβαση που βλάπτει τα συμφέροντα της χώρας περάσαμε πρόσφατα στην υπενθύμιση της στρατηγικής σημασίας που έχει η συνεργασία με την Κίνα, στη σιωπή για το αν τελικά υπάρχουν ή όχι συγκεκριμένα προβληματικά σημεία στη σύμβαση, στην επίκληση της νομιμότητας και των δικαστικών αποφάσεων απέναντι στους εργαζόμενους.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση ζητάει ένα μήνα παράταση για να απαντήσει στα ερωτήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές. Είναι φανερές οι δυσκολίες της κυβέρνησης, αν σκεφτεί κανείς ότι οργανισμοί και υπουργεία ρίχνουν το μπαλάκι ο ένας στον άλλον για να απαντήσουν στα ερωτήματα της Επιτροπής και ότι η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αν υπάρχει πρόβλημα με τις φοροαπαλλαγές της Cosco, τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ, ως αντιπολίτευση και μέσω της ευρωβουλευτίνας Μ. Κόππα, έθεσε το θέμα στην Ευρωβουλή και τώρα, ως κυβέρνηση, εφαρμόζει τη σύμβαση… Την ίδια στιγμή, η Cosco απαντάει με έγγραφό της ότι οι φοροαπαλλαγές δεν είναι ασύμβατες με το κοινοτικό δίκαιο, αφού, πρώτον, ο νόμος του 1953, που ενεργοποίησε η κυβέρνηση Καραμανλή, ήταν σε ισχύ όταν η χώρα μπήκε στην Ευρώπη και, δεύτερον, οι διατάξεις του έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά από επενδυτικούς ομίλους. Η κυβέρνηση, από τη μεριά της, διαδίδει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να έχει και η ΟΛΠ Α.Ε. παρόμοιες φοροαπαλλαγές, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα ανταγωνισμού, αλλά δυσκολεύεται να το στηρίξει, αφού ο νόμος του Μαρκεζίνη αναφέρεται στη φοροαπαλλαγή ξένων επενδυτών κι όχι ελληνικών εταιριών. Το μπάχαλο, λοιπόν, θα συνεχιστεί και οι ακροβασίες της κυβέρνησης πάνω στη γραμμή της εφαρμογής της σύμβασης δεν είναι εύκολο να φέρουν αποτελέσματα.

Την ίδια στιγμή, ο διάλογος με τους συνδικαλιστικούς φορείς τείνει να περιοριστεί στο θέμα του εργασιακού καθεστώτος. Υπάρχουν όμως δύο δεδομένα και τρία ερωτηματικά. Είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να εμφανίσει μια κάποια πρόταση που να φαίνεται ότι κάτι εξασφαλίζει στους εργαζόμενους. Ήδη κάποιοι αναφέρονται σε ένα φορέα που θα ρυθμίζει ενιαία τα εργασιακά θέματα στο λιμάνι για το προσωπικό είτε του ΟΛΠ είτε μελλοντικά της Cosco ή οποιουδήποτε άλλου εργοδότη και επενδυτή. Είναι όμως επίσης σίγουρο ότι καμιά τέτοια πρόταση δεν θα κλείσει το δρόμο στη χειροτέρευση της θέσης των εργαζομένων άμεσα ή πιο μακροπρόθεσμα. Άγνωστο είναι σε ποιο βαθμό η Cosco θα αποδεχτεί λύσεις, από τη στιγμή που βρίσκεται καβάλα στο άλογο και επιδεικνύει τις υπογραφές που έχουν πέσει στη σύμβαση παραχώρησης. Είναι επίσης ερωτηματικό αν τα σωματεία των λιμενεργατών θα αποδεχτούν τον περιορισμό της συζήτησης στα εργασιακά θέματα, αφήνοντας στην άκρη το σύνολο της σύμβασης. Και είναι βέβαια ερωτηματικό αν θα αναπτυχθεί ή όχι ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, που θα απαιτεί κατάργηση της σύμβασης και δημόσιο λιμάνι.