ΗΠΑ: Μια εξωτερική πολιτική στον καιρό της κρίσης, από την “La Forge”

Άρθρο που δημοσιεύθηκε στο φύλλο 497 της “La Forge”,
εφημερίδας του Κ.Κ. Εργατών Γαλλίας (
www.pcof.net)

Ο Ομπάμα και η ομάδα του τοποθετούν τα θεμέλια της εξωτερικής πολιτικής του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ειδικά στην Ασία και τη Μέση Ανατολή. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι ο τόνος και ο λόγος δεν έχουν σχέση με την απλοϊκή και φιλοπόλεμη ρητορική των Μπους και Σία, για τους οποίους ο κόσμος διαιρούνταν σε αυτούς που ήταν “με” τις ΗΠΑ και σε όλους τους υπόλοιπους. Δεν βρισκόμαστε πλέον στις θέσεις για το “σοκ των πολιτισμών” που έφερναν σε αντίθεση τη Δύση με τον αραβικό κόσμο και το Ισλάμ.

Αυτή η αλλαγή τόνου δημιουργεί βέβαια ψευδαισθήσεις για το μέγεθος και τη φύση των αλλαγών στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Πόσο μάλλον που η νεοσυντηρητική δεξιά των ΗΠΑ δεν σταματά να υπερθεματίζει και να κατηγορεί τον Ομπάμα ότι βάζει σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ο Ντικ Τσέινι, ο εγκληματίας πολέμου που ενέπνευσε, μαζί με άλλους, την πολιτική του Μπους, ειδικά στον πόλεμο ενάντια στο Ιράκ, και που έδωσε το πράσινο φως στα βασανιστήρια μέσα στα επίσημα κρατητήρια (όπως το Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκράιμπ) και στα ανεπίσημα, είναι ένας από τους ομιλητές που έχουν μεγάλη πρόσβαση στα ΜΜΕ.

Ο Ομπάμα είναι ένας πρόεδρος στον καιρό της κρίσης: κρίσης οικονομικής χωρίς προηγούμενο, πολύ υποβαθμισμένης εικόνας του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού και διογκούμενης εχθρότητας των λαών στην πολιτική της κυριαρχίας και του πολέμου (ειδικά στη Μέση Ανατολή, την Ασία, για να μη μιλήσουμε για τη Λατινική Αμερική). Η βορειοαμερικάνικη μεγαλοαστική τάξη περιμένει από αυτόν να παλινορθώσει την οικονομική, δημοσιονομική, πολιτική, ιδεολογική και στρατιωτική ηγεμονία αυτής της υπερδύναμης. Με τον Ομπάμα παίζει το χαρτί της συνεργασίας και των διαπραγματεύσεων, χωρίς ωστόσο να “χαλαρώνει”: ο τελευταίος στρατιωτικός προϋπολογισμός είναι αυξημένος και, αν έχουν αναβληθεί ορισμένα βαριά προγράμματα, είναι για να αναπτυχθούν εξοπλισμοί που αντιστοιχούν σε “ειδικές αποστολές”.

Μας ενδιαφέρει άμεσα αυτή η πολιτική καθώς, υπό την ώθηση του Σαρκοζί, οι δεσμοί με το βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό έχουν ενδυναμωθεί στο στρατιωτικό τομέα, όπως δείχνει η ολοκληρωτική επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Τα εγκαίνια της γαλλικής στρατιωτικής βάσης του Αμπού Ντάμπι, συμπληρωματική αυτής του Τζιμπουτί, είναι ένα σήμα μεγαλύτερης στρατιωτικής εμπλοκής του γαλλικού ιμπεριαλισμού σε αυτή τη “νευραλγική” περιοχή, κοντά στο Ιράν και το Αφγανιστάν, όπως δήλωσε ο Σαρκοζί μπροστά στους σεΐχηδες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Οι ΗΠΑ, χώρα φιλική στους μουσουλμάνους

Στο λόγο του στο Κάιρο, ο Ομπάμα προσπάθησε, με ένα ορισμένο μπρίο, να δώσει για τις ΗΠΑ την εικόνα μιας χώρας πολύ φιλικής προς τους μουσουλμάνους. Έτοιμος εδώ και δύο χρόνια, αυτός ο λόγος μεταφράστηκε και μοιράστηκε άμεσα σε παγκόσμιο επίπεδο. Αναφερόμενος πολλές φορές στο Κοράνι και στη δική του εμπειρία και διαδρομή, ο Ομπάμα υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να επιβάλουν ένα πολιτικό μοντέλο στις “μουσουλμανικές” χώρες και ότι η φιλοδοξία του ήταν να δημιουργήσει “έναν κόσμο, στον οποίο οι κυβερνήσεις υπηρετούν τα συμφέροντα των πολιτών τους και όπου τα δίκαια όλων των παιδιών του Θεού θα είναι σεβαστά. Αυτός είναι ο κόσμος τον οποίο οραματιζόμαστε και στον οποίο θα φτάσουμε μονάχα όλοι μαζί”.

Η στρατηγική του Ομπάμα είναι μια πλανητική στρατηγική. Όπως εξήγησε στον Νετανιάχου και όπως είπε στο λόγο του στο Κάιρο, η προτεραιότητά του είναι να (ανα)συστήσει τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τις κυβερνήσεις των αραβικών και μουσουλμανικών χωρών, χωρίς την υποστήριξη των οποίων καμία σταθεροποίηση είναι δυνατή, ούτε στην Παλαιστίνη, ούτε στο Ιράκ, ούτε σε Αφγανιστάν-Πακιστάν, ούτε στο Ιράν. Δεν διστάζει να περιλάβει τη Ρωσία σε αυτές τις διαπραγματεύσεις – τη Ρωσία που, μεταξύ άλλων, δέχεται το πέρασμα από το έδαφός της των σιδηροδρομικών κομβόι με στρατιωτικό και άλλο υλικό με προορισμό τα αμερικάνικα στρατεύματα στο Αφγανιστάν.

Το ζήτημα του Ισραήλ και οι Παλαιστίνιοι

Μερικές μέρες πριν, εξέπεμψε κριτικές ενάντια στην πολιτική του Ισραήλ, κριτικές που ξεκόβουν με τη σχεδόν χωρίς προϋποθέσεις υποστήριξη του Μπους στις διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις, δεσμευμένες στο πλευρό τους στη σταυροφορία “ενάντια στην τρομοκρατία”.

Ο Ομπάμα εξήγησε στον Νετανιάχου, ο οποίος είναι επικεφαλής μιας συμμαχικής κυβέρνησης η οποία περιλαμβάνει και φασίστες, ότι έπρεπε να “σταματήσουν οι εποικισμοί” και να αποδεχτεί την ιδέα των “δύο κρατών”. Ο Νετανιάχου άκουσε μα δεν δεσμεύτηκε, γνωρίζοντας ότι όσο βαθιές και να είναι οι αντιθέσεις, δεν αμφισβητούν τη στρατηγική συμμαχία που συνδέει το βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό με τον ισραηλινό σύμμαχό του (την “αμετάβλητη σχέση”, για την οποία μίλησε ο Ομπάμα στο Κάιρο). Γνωρίζει επίσης ότι το αίτημα για σταμάτημα των εποικισμών εκφράστηκε πολλές φορές από τους ιθύνοντες των ΗΠΑ, χωρίς ποτέ αυτό να εμποδίσει το Ισραήλ (1).

Ο Ομπάμα απευθύνθηκε επίσης στους Παλαιστινίους, στην Παλαιστινιακή Αρχή και κυρίως στη Χαμάς, ζητώντας τους να αρνηθούν κατηγορηματικά τη βία και να αναγνωρίσουν το Ισραήλ. Ο Αμπάς, που δεν μπορεί να αρνηθεί τίποτα ούτε στο βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δήλωσε ικανοποιημένος. Αλλά η προοπτική της δημιουργίας ενός διαλυμένου παλαιστινιακού κράτους, στο πλάι ενός υπερεξοπλισμένου Ισραήλ, διακηρυγμένης πυρηνικής δύναμης, του οποίου οι ιθύνοντες διατηρούν τον πληθυσμό υπό διαρκή ένταση προβάλλοντας συνέχεια την “ιρανική πυρηνική απειλή” και την απειλή των παλαιστινιακών επιθέσεων, εμφανίζεται όλο και λιγότερο ρεαλιστική, μια παγίδα για ένα αυξανόμενο πλήθος Παλαιστινίων. Φοβούνται ότι το ειρηνευτικό σχέδιο του Ομπάμα δεν θα είναι παρά ένα σχέδιο αφοπλισμού της παλαιστινιακής αντίστασης.

“Το Ιράκ στους Ιρακινούς”

Για να δικαιολογήσει τον πόλεμο ενάντια στο Ιράκ, ο Μπους και οι άλλοι εγκληματίες πολέμου, οι Ράμσφελντ, Τσέινι, Ράις κ.ά., είχαν μετατρέψει αυτή τη χώρα σε επίκεντρο της τρομοκρατίας. Αυτός ο πόλεμος μαζικής καταστροφής (πάνω από ένα εκατομμύριο νεκροί) για το πετρέλαιο και τον έλεγχο της περιοχής, διέλυσε τη χώρα και πρακτικά τη διαμέλισε, επιδεινώνοντας τις διαφορές μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο Ομπάμα πήρε τις αποστάσεις του από τις αιτιάσεις της εποχής Μπους: “Αντίθετα από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, ο πόλεμος στο Ιράκ είναι το αποτέλεσμα μιας επιλογής, η οποία προκάλεσε σημαντικές διαφωνίες στη χώρα μου και σε όλο τον κόσμο.” Έτσι χαρακτήρισε, ως “σημαντικές διαφωνίες”, τα τεράστια κύματα οργής που ξεσήκωσαν τους λαούς όλου του κόσμου ενάντια σε αυτόν τον πόλεμο και ενάντια στο βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Για το βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, η μείωση του αριθμού του στρατού κατοχής στο Ιράκ, μιας χώρας αρκετά και σε βάθος χρόνου αποδυναμωμένης, δεν συνιστά μια ολική και οριστική αποχώρηση από αυτή τη γειτονική στο Ιράν χώρα. Ο Ομπάμα το μεταφράζει αυτό λέγοντας ότι θέλει να “αφήσει το Ιράκ στους Ιρακινούς”, προσθέτοντας ότι “ως συνεργάτες, και όχι ως προστάτες, θα υποστηρίξουμε ένα Ιράκ ασφαλές και ενιαίο”. Όπως βλέπουμε, δεν τίθεται ζήτημα αποζημιώσεων – και ως “συνεργασία” πρέπει να αντιληφθούμε τη συνέχιση της πολιτικής της λεηλασίας των πηγών της χώρας, ειδικά του πετρελαίου της.

Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο

Ήταν μια από τις βασικές υποσχέσεις της καμπάνιας Ομπάμα, μια απόφαση που στόχευε να ξεφορτωθεί ένα από τα σύμβολα της αυθαιρεσίας, της άρνησης όλων των δημοκρατικών δικαιωμάτων, των οποίων οι ΗΠΑ καμώνονται πως είναι ο μεγάλος υπερασπιστής. Ήταν εξίσου ζήτημα περιορισμού των έκτακτων δικαστηρίων που είχαν στηθεί για να “δικάσουν” τους κατηγορουμένους.

Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, στο Γκουαντάναμο παραμένουν 241 κρατούμενοι από 30 χώρες. Η Ουάσινγκτον διαπραγματεύτηκε με την ΕΕ για να μπορέσει να της στείλει μια πενηντάδα, που θεωρήθηκαν “αθώοι”, δηλαδή, με άλλα λόγια, κρατούμενοι για χρόνια, χωρίς αποδείξεις, χωρίς δικαιώματα. Αυτές οι διαπραγματεύσεις στο επίπεδο της ΕΕ, που κατέληξαν δύο μέρες πριν τις ευρωεκλογές, διενεργήθηκαν με την πιο μεγάλη διακριτικότητα. Είναι αλήθεια ότι θα φώτιζαν τη φύση των “ενισχυμένων” δεσμών μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, τόσο εγκωμιασμένων στη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Η Ουάσινγκτον δέχτηκε να “αποζημιώσει” τα κράτη, όχι τους πρώην κρατούμενους, αλλά για τα τυχόν έξοδα! Όμως πολλές κυβερνήσεις απαίτησαν να περιοριστούν οι πιθανότητες μετακίνησης τους, χρησιμοποιώντας μια διάταξη της συμφωνίας Σένγκεν.

Για τους κρατούμενους που δεν είναι “εκτοπιστέοι” προς την ΕΕ, η διοίκηση Ομπάμα ψάχνει λύσεις για να προχωρήσει, πέρα από τη σθεναρή αντίθεση πολλών εκλεγμένων στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στη φυλάκιση των “τρομοκρατών” στο αμερικάνικο έδαφος. Είναι επίφοβη η αποστολή ορισμένων κρατουμένων στα κρατητήρια των χωρών-συμμάχων των ΗΠΑ όπου και συνελήφθησαν. Ξέρουμε ότι ορισμένοι στάλθηκαν προς χώρες που χρησιμοποιούν βασανιστήρια.

Η πολεμική αναζωπυρώθηκε με το ζήτημα του περιορισμού των ειδικών δικαστηρίων που στήθηκαν για να “δικάσουν” τους κρατουμένους, έξω από το παραδεκτό νομικό πλαίσιο. Αποσπάσματα του κειμένου για τα “νόμιμα” βασανιστήρια, στα οποία υποβλήθηκαν οι κρατούμενοι, άρχισαν να δημοσιεύονται. Δικαστές, καθηγητές Πανεπιστημίου είναι αυτοί που συνέταξαν αυτό το κείμενο, που προσπαθεί να δώσει μια βάση νομιμοποίησης στα βασανιστήρια που κάνει η CIA. Η ανάγνωσή του είναι απίστευτη: έντεκα ημέρες στέρησης ύπνου δεν συνιστούν βασανιστήριο!

Οι σύμβουλοι του Ομπάμα εκτιμούν ότι πρέπει να αποφευχθεί ο περιορισμός αυτών των ειδικών δικαστηρίων, επειδή τη σκυτάλη θα πάρει η “κανονική” δικαιοσύνη, με το ρίσκο να καταστούν δημόσιες οι μέθοδοι “καταναγκαστικής ανάκρισης”. Θεωρούν ότι αυτό “μπορεί να εξαπολύσει ένα κύμα αποτροπιασμού και οργής που ενδέχεται να πυροδοτήσει απόπειρες ενάντια στα βορειοαμερικάνικα συμφέροντα”. Είναι ακριβώς ο εκβιασμός που προβάλλει ένας από αυτούς που έδωσαν το πράσινο φως για τα βασανιστήρια, ο Ντικ Τσέινι, ο οποίος δεν σταματά να ανακοινώνει απόπειρες ενάντια στα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Αυτή η υπόθεση δείχνει ανάγλυφα τις αντιφάσεις και τα όρια της πολιτικής “εθνικής συμφιλίωσης” που θέλει να πραγματοποιήσει ο Ομπάμα.

Ο πόλεμος σε Αφγανιστάν-Πακιστάν

Ο Ομπάμα έχει μια προτεραιότητα: τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν. Είναι, για αυτόν και τους συμβούλους του, η εστία της “ακραίας βίας” (ο καινούριος όρος για την “τρομοκρατία”) που θέλει να ανασχέσει, αφού δεν μπορεί να εξαλείψει. Ο Ομπάμα κάλεσε τους δύο προέδρους, τον Καρζάι του Αφγανιστάν και τον Ζαρνταρί του Πακιστάν, για να τους ζητήσει να συνεργαστούν, ειδικά στη συνοριακή μεθόριο ανάμεσα στις δύο χώρες. Δεν τους έχει πλήρη εμπιστοσύνη: στην αρχή της χρονιάς, ο Ζαρνταρί προσπάθησε να αγοράσει ειρήνη προτείνοντας στους Ταλιμπάν και στους αρχηγούς των φυλών στην κοιλάδα του Σουάτ να τους δώσει αυτονομία, ειδικά στον τομέα του ισλαμικού νόμου, σε αντάλλαγμα για τον τερματισμό των επιθέσεων ενάντια στον πακιστανικό στρατό. Το αποτέλεσμα για τον βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό ήταν κάθε άλλο παρά θετικό: οι επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις κατοχής στο αφγανικό έδαφος από το Πακιστάν εντάθηκαν και, στο τέλος Απριλίου, οι Ταλιμπάν πλησίασαν λιγότερο από 100 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του Πακιστάν. Οι πιέσεις των ΗΠΑ πάνω στον Ζαρνταρί κατέληξαν στην εξαπόλυση μιας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης στην κοιλάδα του Σουάτ και στη γειτονική περιοχή του Μπουνέρ. Αυτή η πολύ ορεινή ζώνη δέχτηκε καταιγισμό από βαρέα όπλα, προκαλώντας την έξοδο περισσότερο από 600.000 ανθρώπων. Οι πακιστανικές αρχές έχουν παγιδευτεί ανάμεσα στη συμμαχία του με την Ουάσινγκτον, την πίεση των ισλαμικών κομμάτων και εκείνη του πληθυσμού, που αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την πολιτική ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν ενισχύσει τους δεσμούς τους με τον παραδοσιακό εχθρό, την Ινδία. Με άλλα λόγια, η πολιτική των ΗΠΑ αποσταθεροποιεί το καθεστώς, πάνω στο οποίο στηρίζεται σήμερα. Εξ ου και η σημασία να βρει μια έξοδο από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν.

Το αφγανικό μέτωπο

Το μάθημα που έδωσε η περίοδος Μπους είναι ότι αυτός ο πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο στο στρατιωτικό πεδίο. Χρειάζεται μια “πολιτική” πτυχή για “να κερδηθούν οι καρδιές”. Το πρόβλημα είναι ότι, για την ώρα, η πολιτική πτυχή διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους… στρατιωτικούς, λόγω έλλειψης πολιτικών υποψηφίων.

Η τοποθέτηση του στρατηγού Μακ Κρίσταλ επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν δείχνει ότι η προτεραιότητα δίνεται στις αντιαντάρτικες επιχειρήσεις. Αυτός ο παλαίμαχος των ειδικών δυνάμεων στο Ιράκ, τότε υπό τις διαταγές του Τσέινι, έχει μια μακρά φήμη κακόφημων επιχειρήσεων (σφαγή του Τζαλαλαμπάντ το 2007 και της Χέρτα το 2008), επιχειρήσεις που είχαν πολυάριθμα θύματα στον άμαχο πληθυσμό. Υπέρμαχος της μαζικής καταφυγής στη χρήση τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών, μπορεί να υπολογίζει στην υποστήριξη του Γκέιτς, άλλου βετεράνο της ομάδας Μπους που ανακυκλώθηκε σε αυτήν του Ομπάμα, για να αυξήσει τη δύναμη των ειδικών δυνάμεων και των στρατιωτικών πιστώσεων. Για πρώτη φορά, το ύψος των πιστώσεων για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν ξεπέρασαν αυτές, τις ήδη αξιοσημείωτες, του Ιράκ: 96 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον ζητήθηκαν για τον πόλεμο στη ζώνη “AFPAK”, από ένα συνολικό στρατιωτικό προϋπολογισμό αυξημένο κατά 4%.

Αυτή η γενική θεώρηση δείχνει ότι η πολιτική του Ομπάμα στέκεται στην αναζήτηση πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών, στις οποίες το ΝΑΤΟ καλείται να παίξει έναν αυξανόμενο, αλλά όχι αποκλειστικό ρόλο. Το στοίχημα είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά για τη διασφάλιση της ηγεμονίας του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού, σε έναν κόσμο χτυπημένο από μια βαθιά κρίση, που καθιστά τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών, του νερού, των θαλάσσιων δρόμων αλλά και των ηπειρωτικών (αγωγοί) ένα ζωτικό ζήτημα για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός θέλει να συμμετάσχει ολοκληρωτικά σε αυτό το “μεγάλο παιχνίδι”, ενδυναμώνοντας τους δεσμούς του με τον βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ο λόγος του Ομπάμα δημιούργησε προσδοκίες και μεγάλες αυταπάτες. Για το λόγο αυτό πρέπει να μένουμε στα γεγονότα, στις πράξεις και τις αποφάσεις, για να φωτίσουμε τα διακυβεύματα και τους κινδύνους αυτής της πολιτικής.

Σημείωση
(1) Το 1980, ο Κάρτερ είχε πει ότι οι εποικισμοί ήταν ένα εμπόδιο για την ειρήνη. Την εποχή εκείνη υπήρχαν 61.500 έποικοι. Ο Ρέιγκαν επανέλαβε αρκετές φορές το ίδιο πράγμα το 1982: οι έποικοι ήταν τότε 105.595. Σήμερα είναι περίπου 500.000.

Μετάφραση: Γιάννης Σκαλιδάκης