Ροτζέριο Μορέιρα, Μπλόκο της Αριστεράς, Πορτογαλία: “Θέλουμε να απαντήσουμε στην ανάγκη του κόσμου για μια Αριστερά που δίνει λύσεις”

Συνέντευξη με τον Ροτζέριο Μορέιρα,
Μπλόκο της Αριστεράς

Στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας δημοσιεύσαμε συνέντευξη του Χορστ Καρς από το γερμανικό κόμμα της Αριστεράς. Στο παρόν φύλλο δημοσιεύουμε τη συνέντευξη του Ροτζέριο Μορέιρα, μέλους της εθνικής καθοδήγησης του πορτογαλικού Μπλόκο της Αριστεράς.

Και τα δύο στελέχη επισκέφθηκαν την Ελλάδα στις παραμονές της 3ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρώντας να μεταφέρουν τις εμπειρίες από τα εγχειρήματα της Αριστεράς στις χώρες τους.

Όπως ο Χορστ Καρς, έτσι και ο Ροτζέριο Μορέιρα μας μεταδίδει ένα τρόπο σκέψης και προσανατολισμού ο οποίος θα έπρεπε και θα μπορούσε να προβληματίσει δημιουργικά αρκετούς από αυτούς που συχνά-πυκνά αναφέρονται γενικόλογα στην ευρωπαϊκή Αριστερά…

Γνωρίζουμε ότι το Μπλόκο δημιουργήθηκε πριν από δέκα χρόνια από δυνάμεις πολύ διαφορετικής προέλευσης…

Πράγματι, η ιδέα ξεκίνησε πριν 10 και πάνω χρόνια, όταν η πορτογαλική Αριστερά έδωσε μια σημαντική μάχη στο δημοψήφισμα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων – την οποία χάσαμε τότε, διότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα τήρησε “ουδέτερη” στάση. Όλη αυτή όμως η κοινή δράση προκάλεσε μια ανατροπή συνειδήσεων σε πλατύ κόσμο της Αριστεράς, και αποτέλεσε το έναυσμα για την προσπάθεια πιο συγκροτημένης συνεργασίας. Όντως, οι τρεις βασικές δυνάμεις που προχώρησαν στη δημιουργία του Μπλόκο ήσαν πολύ διαφορετικές: το μαρξιστικής-λενινιστικής προέλευσης UDP [Λαϊκή Δημοκρατική Ενότητα], το τροτσκιστικό PSR [Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα], και η “Πολιτική 21”, η οποία συσπείρωνε συντρόφους που είχαν αποχωρήσει από το Πορτογαλικό Κ.Κ. Στις ενωτικές διεργασίες πήραν μέρος και πολλοί ανεξάρτητοι αγωνιστές. Βέβαια υπήρχε μια προϊστορία συνεργασίας: παλιότερα το UDP και το PSR είχαν κατέβει από κοινού σε εθνικές εκλογές, ενώ και η “Πολιτική 21” είχε συνεργαστεί με επαναστάτες σοσιαλιστές σε δημοτικές εκλογές. Όμως με το Μπλόκο δεν επιχειρήσαμε την ενότητα της άκρας Αριστεράς, αλλά την επανίδρυση μιας πλουραλιστικής, μαχητικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Πώς έγινε κατορθωτή μια τέτοια “συνάντηση”, που μάλιστα κατέληξε σε τόσο ουσιαστική ομογενοποίηση; Εδώ, όπου δοκιμάζεται το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η εμπειρία σας!

Το Μπλόκο έγινε πραγματικότητα επειδή καταφέραμε να πετύχουμε ένα προτσές οικοδόμησης πολιτικής εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών των διαφορετικών ρευμάτων. Το καθοριστικό στοιχείο ήταν η επίτευξη ουσιαστικής εμπιστοσύνης ανάμεσα στις διαφορετικές ως τότε καθοδηγήσεις. Η ειλικρινής διάθεση για ενότητα, αφού είχαμε την εκτίμηση ότι έτσι θα υπηρετήσουμε καλύτερα την υπόθεση της Αριστεράς, υπερκέρασε τις όποιες προκαταλήψεις και διαφοροποιήσεις. Οι αποφάσεις λήφθηκαν από κοινού, δημοκρατικά. Αλλά οι ατέρμονες συζητήσεις αποφεύχθηκαν, χάρη στην εμπιστοσύνη που είχε ήδη οικοδομηθεί με μεγάλες αμοιβαίες υποχωρήσεις. Μην νομίσετε όμως ότι τα τρία βασικά κόμματα αυτοδιαλύθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη! Άλλωστε τα δύο από αυτά, το UDP και το PSR, ήταν ιστορικά κόμματα της πορτογαλικής Αριστεράς. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος, μια περίοδος τριών-τεσσάρων ετών, ώσπου η ομογενοποίηση στα σημαντικά πολιτικά ζητήματα να βαθύνει αρκετά. Και τότε πράγματι τα τρία κόμματα αποφάσισαν να αυτοδιαλυθούν, μετατρεπόμενα σε πολιτικές ενώσεις, ρεύματα ιδεολογικού προβληματισμού και διαλόγου στο εσωτερικό του Μπλόκο.

Μια και μιλάμε για ιδεολογικό προβληματισμό… ποιο ρόλο παίζει αυτός στη λειτουργία του Μπλόκο; Με δυο λόγια, πώς αυτοπροσδιορίζεστε, δεδομένης της διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης των αρχικών συνιστωσών;

Αποφασίσαμε συνειδητά από την αρχή ότι δεν θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε ποιο αριστερό ιδεολογικό ρεύμα του 20ού αιώνα είχε περισσότερο δίκιο και ποιο λιγότερο. Δηλαδή, αποφασίσαμε να μην επικεντρωθούμε σε μια ιδεολογική-θεωρητική συζήτηση που θα δυσκόλευε την ενότητά μας, αλλά να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στην ανάγκη του κόσμου για μια Αριστερά που θα προσπαθεί να προτείνει, να δώσει σήμερα λύσεις στα προβλήματα των εργαζόμενων, της νεολαίας κ.λπ. Αυτοπροσδιοριζόμαστε λοιπόν ως σοσιαλιστική και λαϊκή Αριστερά, με μια σαφή ταυτότητα σοσιαλιστικού και ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αναγνωρίζουμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω σε θέματα θεωρητικών επεξεργασιών, αν και πραγματοποιούμε αρκετά συνέδρια και σεμινάρια για τον εξοπλισμό μας σε μια σειρά ζητήματα. Πέρυσι, για παράδειγμα, συμμετείχαμε ενεργητικά στην πραγματοποίηση του Διεθνούς Συνεδρίου Καρλ Μαρξ, που αφιερώθηκε σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για όλα, θα μπορούσα να πω, τα ιστορικά και ιδεολογικά ζητήματα που απασχολούν τους μαρξιστές σήμερα. Μέχρι εκεί! Διότι αν είχαμε αρχίσει τη διαδικασία ενοποίησης προσπαθώντας να αποφασίσουμε “τι είδους σοσιαλισμό θέλουμε”, το Μπλόκο δεν θα υπήρχε…

Κατανοητό. Αυτή η αντίληψη, αυτή η ομογενοποίηση ας πούμε πάνω σε μια τέτοια κατεύθυνση πολιτικής ενότητας, υποστηρίζεται από το σύνολο της εθνικής καθοδήγησης;

Οι καθοδηγήσεις των τριών αρχικών συνιστωσών έχουν σήμερα ενοποιηθεί στα βασικά πολιτικά ζητήματα, και παρουσιάζονται με κοινές προτάσεις στα συνέδρια του κόμματος, που γίνονται κάθε δύο χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε μονίμως την ίδια γνώμη για όλα, αλλά στα βασικά υπάρχει ουσιαστική συμφωνία. Αυτή η ομογενοποιημένη πλειοψηφία εκπροσωπεί περίπου το 80% των συνέδρων και της εθνικής καθοδήγησης. Έχει οικοδομήσει μια κοινή και πολύ αλληλέγγυα άποψη σε ό,τι αφορά τα πλέον ουσιαστικά ζητήματα, δηλαδή την απάντηση στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα.

Αυτό σημαίνει ότι στην εθνική καθοδήγηση δεν εκπροσωπούνται μειοψηφικές απόψεις;

Σε κάθε συνέδριο παρουσιάζονται ισότιμα όλες οι απόψεις, πλειοψηφικές και μειοψηφικές, κι επίσης κάθε μέλος δικαιούται να προτείνει τροποποιήσεις. Οι αποφάσεις του συνεδρίου ακολουθούνται από την εκλογή της εθνικής καθοδήγησης, που αποτελείται από περίπου 80 μέλη, με απλή αναλογική. Άρα εκπροσωπείται και η μειοψηφία. Όμως το όργανο που διευθύνει την καθημερινή πολιτική, το πολιτικό γραφείο ας πούμε, το οποίο εκλέγεται από την εθνική καθοδήγηση, είναι ομογενοποιημένο. Δηλαδή εκφράζει την άποψη της πλειοψηφίας, ώστε να ασκούμε αποτελεσματική πολιτική. Βέβαια έχουμε πλουραλισμό, αναγνωρίζουμε τα ρεύματα, δεν υπάρχει θέμα πειθαρχίας σε κάποια “γραμμή” στις εσωτερικές ψηφοφορίες κ.λπ. Αλλά αυτός ο πλουραλισμός δεν μπορεί να εκφράζεται στην καθημερινή διεύθυνση του κόμματος, διότι θα την καθιστούσε αναποτελεσματική.

Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η πολιτική γραμμή του Μπλόκο συνεχώς διευρύνει την επιρροή της και οι προτάσεις του διεμβολίζουν τους ψηφοφόρους άλλων κομμάτων, περιλαμβανομένου του Σοσιαλιστικού;

Αν το δούμε στην περίοδο των δέκα χρόνων ύπαρξης και δράσης του Μπλόκο, έτσι είναι. Ξεκινήσαμε με δύο βουλευτές, και σήμερα έχουμε δεκαέξι. Ξεκινήσαμε με έναν ευρωβουλευτή, και σήμερα έχουμε τρεις. Η επιρροή μας είναι πλέον φανερή σε όλη τη χώρα, και όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα – στις δημοτικές εκλογές για παράδειγμα δεν πετύχαμε τους στόχους μας, υποστήκαμε ήττα τόσο εξαιτίας δικών μας αδυναμιών όσο και λόγω της πόλωσης που επικράτησε μεταξύ των υποψήφιων του Σοσιαλιστικού Κόμματος, από τη μια, και της δεξιάς ή του Κ.Κ. από την άλλη. Πάντως, μετά τα νικηφόρα για εμάς αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των εθνικών εκλογών, τίποτα δεν είναι όπως πριν στην πορτογαλική Αριστερά. Φαίνεται πια ότι ο στόχος μιας πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας που θα ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν είναι ουτοπικός, αν και γνωρίζουμε καλά ότι αυτό δεν θα επιτευχθεί αύριο, ούτε εύκολα. Από αυτή την άποψη, και παρόλο που έχουμε επιτύχει συγκλίσεις με την αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, π.χ. πρόσφατα όταν καταψήφισαν μαζί μας τον αντιδραστικό Κώδικα Εργασίας που εισήγαγε η κυβέρνηση του Σόκρατες [Σ.τ.Μ.: πρωθυπουργός και ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος], τακτικός στόχος μας πρέπει να είναι να νικήσουμε το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Η ήττα της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας του είναι όρος για τη δημιουργία της πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας που θα φέρει την Αριστερά στην εξουσία, και θα επιβάλει τις αλλαγές που η χώρα χρειάζεται.

Το Πορτογαλικό Κ.Κ. τι θέση έχει σε αυτούς τους σχεδιασμούς;

Καταρχήν, είπαμε ότι τίποτα πλέον δεν είναι όπως πριν στην Αριστερά. Ο συσχετισμός δύναμης έχει αλλάξει πολύ σε σχέση με 10 χρόνια πριν: τότε εμείς είχαμε δύο βουλευτές, και το Κ.Κ. είχε δεκαεφτά. Σήμερα έχουμε δεκαέξι, και το Κ.Κ. δεκαπέντε. Δηλαδή το Πορτογαλικό Κ.Κ. λίγο-πολύ διατήρησε τις δυνάμεις του, αλλά στο μεταξύ το Μπλόκο διεύρυνε θεαματικά την επιρροή του. Στις τελευταίες εκλογές ξεπεράσαμε το Κ.Κ. σε όλες σχεδόν τις εκλογικές περιφέρειες. Όμως αντίπαλός μας δεν είναι το Κ.Κ. – αντίθετα, ιδίως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο συγκλίνουμε πολλές φορές. Αυτό που άλλαξε είναι ότι το Κ.Κ. δεν μπορεί πλέον να παριστάνει ότι “αγνοεί” την ύπαρξη του Μπλόκο, όπως έκανε πριν μερικά χρόνια. Βέβαια το Κ.Κ. στο τελευταίο συνέδριό του χαρακτήρισε το Μπλόκο “εργαλείο εναντίον των συμφερόντων της εργατικής τάξης” – εμείς προτιμάμε να μην απαντάμε με παρόμοια φρασεολογία. Λέμε ότι πρέπει να εργαστούμε όλοι για τη δημιουργία μιας Μεγάλης Αριστεράς, η οποία σαφώς περιλαμβάνει το Κ.Κ. – δεν θα είναι όμως υπό την ηγεμονία της σεχταριστικής ηγεσίας του.

Στο μεταξύ όμως, δεν υπάρχει και η πιο ρεαλιστική, ας πούμε, σκέψη για συνεργασία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα;

Για ποιο λόγο να επιδιώξουμε μια κυβερνητική συνεργασία με τους Σοσιαλιστές; Δεν λέμε όχι από θέση αρχής, αλλά εξαιτίας ακριβώς της πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση Σόκρατες. Τι χρησιμότητα θα έχει να πάρουμε, για παράδειγμα, το υπουργείο Υγείας ή Παιδείας, ενώ η κυβέρνηση θα ασκεί μια συνολικά νεοφιλελεύθερη πολιτική; Η πολιτική των Σοσιαλιστών είναι πιο κοντά στην κεντροδεξιά, τις θέσεις της οποίας υλοποιούν οι Σοσιαλιστές. Εάν άλλαζε το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ναι, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά δεν το βλέπουμε να γίνεται, ούτε άλλωστε δικαιούμαστε να επέμβουμε στα εσωτερικά του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Για εμάς το σημαντικό είναι να διατηρήσουμε την πολιτική πρωτοβουλία, να δείχνουμε την ελπίδα με τις προτάσεις μας, να κερδίσουμε τελικά την εμπιστοσύνη του κόσμου, και να συμβάλουμε έτσι καθοριστικά στη συγκρότηση μιας κοινωνικής πλειοψηφίας αλλαγής! Εκεί αποσκοπεί όλη η πολιτική μας τακτική, και η απάντηση που προτείνουμε σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης με το κύριο σύνθημά μας, “Δικαιοσύνη στην Οικονομία”. Αυτό δηλαδή που εμείς είπαμε είναι ότι δεν ζούμε μόνο μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά ότι η κρίση είχε ξεκινήσει πολύ πριν στην Πορτογαλία, ότι έχει ήδη βαριές επιπτώσεις για τον πορτογαλικό λαό, και ότι δεν μπορεί να επιλυθεί παρά μόνο αν πληρώσουν αυτοί που την προκάλεσαν.

Εν μέσω λοιπόν κρίσης, και παρά την ενίσχυση συνολικά της Αριστεράς στις εθνικές εκλογές, η νέα κυβέρνηση δεν δείχνει σημεία διαφοροποίησης από την πολιτική που είχε ακολουθηθεί μέχρι σήμερα;

Έτσι είναι. Η νέα κυβέρνηση Σόκρατες συνεχίζει τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Το πιο πρόσφατο δείγμα της κυβερνητικής πολιτικής φάνηκε χτες, όταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, από κοινού με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (δηλαδή την κεντροδεξιά) υπερψήφισαν στη Βουλή μια απόφαση για ένα από τα κυριότερα κοινωνικά θέματα, την παιδεία, και συγκεκριμένα την “αξιολόγηση” των εκπαιδευτικών. Η κεντροδεξιά πρότεινε νομοσχέδιο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κίνημα των εκπαιδευτικών, αφού ξεπαγώνει τη λεγόμενη “αξιολόγηση”, και το Σοσιαλιστικό Κόμμα το υπερψήφισε. Έγινε δηλαδή σαφές, σε όποιον μπορεί ακόμη να αμφέβαλε, ότι η νέα κυβέρνηση Σόκρατες δεν στρέφεται προς τα αριστερά, αλλά εξακολουθεί να εντάσσεται σε αυτό που εμείς αποκαλούμε “κεντρώο μπλοκ”, δηλαδή στη συμμαχία των σοσιαλιστών με την κεντροδεξιά.

Διαβάσαμε όμως και κάποιες κατηγορίες εναντίον του Μπλόκο, ότι δεν καταψήφισε τις προγραμματικές θέσεις της νέας κυβέρνησης του Σόκρατες;

Αυτό δεν ισχύει! Επαναλάβαμε ρητά την αντίθεσή μας στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης του Σοσιαλιστικού Κόμματος που παρουσιάστηκε στο νέο κοινοβούλιο. Ωστόσο, δεν προβλέπεται θετική ή αρνητική ψήφος στις προγραμματικές δηλώσεις μιας νέας κυβέρνησης. Το μόνο που μπορεί κάποιος να κάνει, είναι να θέσει θέμα ψήφου εμπιστοσύνης συνολικά εναντίον της κυβέρνησης – βέβαια μια τέτοια κίνηση αμέσως μετά τις εκλογές δεν θα είχε νόημα, ούτε πρακτικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε και να παρεξηγηθεί από τον κόσμο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υποστηρίζουμε την κυβέρνηση ή τις πολιτικές της. Αν υπήρχε σχετική ψηφοφορία στη Βουλή, σαφώς και θα ψηφίζαμε εναντίον της κυβέρνησης Σόκρατες.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Ερρίκος Φινάλης