Για έναν δημιουργικό και εντοπισμένο μαρξισμό

Το κείμενο που ακολουθεί, δίνεται στη δημοσιότητα από την επιτροπή κειμένων που έχει συσταθεί εν όψει της διεξαγωγής του Πανελλαδικού Σώματος της ΚΟΕ που θα πραγματοποιηθεί στις 11-12 Μαρτίου. Οι σκέψεις που περιλαμβάνονται στο κείμενο, προτείνονται για συζήτηση και προβληματισμό και θέλουν να συμβάλλουν στον αναγκαίο διάλογο. Τα θέματα που θίγονται είναι πιθανά δύσκολα και απαιτητικά αλλά ταυτοχρόνως κρίσιμα για ν’ ανοιχτούν μονοπάτια και δρόμοι.

 

 

 Της επιτροπής κειμένων για το Πανελλαδικό Σώμα της ΚΟΕ

Η απαίτηση για μια ριζική αλλαγή των όρων οργάνωσης της κοινωνίας συναντιέται σήμερα με ένα έλλειμμα και μια γενική κρίση στο επίπεδο των ιδεών. Όσο αυτό παραγνωρίζεται κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε έναν ανούσιο πρωτογονισμό. Να αναζητάμε δηλαδή την «πράξη» που τάχα θα ανοίξει δρόμους μα στην πραγματικότητα να παγιδευόμαστε σε κύκλους γύρω από τον εαυτό μας.

Οι ριζοσπαστικές δυνάμεις βρίσκονται σε ιδεολογική και γνωσιοθεωρητική κρίση. Δεν είναι τόσο ότι οι δυνάμεις αυτές είναι ανεπαρκείς ή ότι απλά υπολείπονται σε «κάτι», αλλά ότι οι ίδιες είναι γέννημα θρέμμα μιας εποχής που εξακολουθητικά αλλάζει δραματικά. Αυτό δεν αποτελεί αγνωστικισμό ούτε υπαινίσσεται υποταγή στο τετελεσμένο. Καθιστά όμως σαφή μια σημαντική αδυναμία και κυρίως τοποθετεί το προχώρημα των πραγμάτων σε διεργασίες πιο απαιτητικές.

Η πραγματικότητα είναι απείρως πλουσιότερη, πολύμορφη, συνθετότερη από τις ιδέες που γεννάμε γι’ αυτήν. Οι επαναστατικές αλλαγές ή και τα κινήματα τροποποιούν το περιβάλλον ύπαρξής τους για να το χωνέψουν και να πλουτίσουν έπειτα από τη νέα κατάσταση, είτε θετική είτε αρνητική. Και για να επιστρέψουν ξανά και ξανά στην πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτό «πρέπει» να κάνουν.

Μαρξισμός και ριζοσπαστικά ρεύματα

Το ερώτημα περί επιβεβαίωσης ή μη του μαρξισμού, αποκατάστασης ή υπεράσπισής του, ανακάλυψης του πραγματικού μαρξισμού απέναντι σε έναν διαστρεβλωμένο δεν είναι άχρηστο αλλά ενδέχεται να είναι πια βαρετό. Αυτό δεν είναι ύβρις απέναντι σε μια κοσμοθεωρία που άλλαξε τον κόσμο. Είναι περισσότερο προτροπή για δυο πράγματα.

Πρώτον, να ορίσουμε την ιδεολογική αντιπαράθεση εκκινώντας εντός των σύγχρονων ιστορικών – και άρα πρωτόγνωρων – ερωτημάτων. Και δεύτερον, να αξιοποιήσουμε ό,τι ο μαρξισμός διαθέτει ως «γνώση» και ως «μεθοδολογία» για το φωτισμό και την αλλαγή της πραγματικότητας, αφού επί του παρόντος δεν φαίνεται να υπάρχει ένα «σώμα» αντιλήψεων και οπτικών που να μπορεί να τον αντικαταστήσει.

Υπάρχουν όμως εδώ κάποια δεδομένα. Το κομμουνιστικό κίνημα ηττήθηκε υπό το βάρος ατελειών, συσχετισμών, αναντιστοιχιών. Για αρκετές δεκαετίες ο μαρξισμός αποτελούσε είτε σημαία γραφειοκρατικών επιτελείων με απολύτως συστημική στάση είτε απλά διδασκόταν ελεύθερα και γενναιόδωρα στα πανεπιστήμια του «πολιτισμένου κόσμου» σε Ανατολή και Δύση. Η τέτοια αποσύνδεσή του από τα όποια μαζικά, ιστορικά, ανταγωνιστικά κινήματα δεν είναι μια μικρή λεπτομέρεια, αφού ενδεχομένως έτσι πολλές από τις δυναμικές ανάπτυξής του να μην προχώρησαν. Με αυτή την έννοια, η συνομιλία του με όλα τα ριζοσπαστικά ρεύματα σκέψης αλλά και με διαφορετικά πεδία κοινωνικών και άλλων επιστημών μόνο καλό μπορεί να κάνει. Δεν «τα έχει πει όλα» ο μαρξισμός.

Επιπλέον, τα σύγχρονα κινήματα ή οι αντιστασιακές κινήσεις μεγάλης κλίμακας δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα από αυτή την «κοσμοαντίληψη», ζήτημα που καλεί σε προβληματισμό, ανοιχτότητα, αναζήτηση και όχι αμυντικούς αφορισμούς αυτοεπιβεβαίωσης. Ανοιχτότητα που δε σημαίνει «τσιμπολόγημα» και εκλεκτικισμό, αλλά μια κουλτούρα κριτικής πρόσληψης και παραγωγής της γνώσης, μια δυνατότητα βαθιάς κατανόησης του γιατί και πως υφίστανται οι διαφορετικές οπτικές.

«Διαστρεβλώσεις» ή κάτι πιο βαθύ;

Όσοι αναφέρονται στον μαρξισμό πρέπει να αναρωτηθούμε πόσα απ’ αυτά που ζούμε και παρατηρούμε χωράνε φιλόξενα στο κεφάλι μας αλλά κι αν έπειτα μετασχηματίζονται σε δημιουργικό οδηγό για άνοιγμα δρόμων, λύσεων, διεξόδων και σκοπών. Η εμπειρία πάντως δεν είναι θετική. Καχυποψία της αριστεράς απέναντι στα μαζικά κινήματα με σημαντικότερα αυτό της Αντιπαγκοσμιοποίησης την πρώτη δεκαετία του αιώνα και αυτό των Πλατειών τα προηγούμενα χρόνια. Δυσκολία να αποδεχτεί το αίτημα για δημοκρατία και συμμετοχή πράγμα που ίσως σχετίζεται με την αντίληψη ότι ο τελικός σκοπός του αγώνα είναι η «διαχείριση των πραγμάτων» και με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανάγκη πρωτοπορίας και ειδικών. Περιορισμός της πάλης των τάξεων σε ένα μπρα ντε φερ εργατών-καπιταλιστών. Ερμηνεία όλων των εξελίξεων εντός αυτής της σφαίρας σαν ο καπιταλισμός να είναι απλά οικονομία.

Αναγωγή του συνόλου της ανθρώπινης εμπειρίας σε μια κοινωνιολογία που αγνοεί ή υποτιμά τις υπερβατικές, συμβολικές και τραγικές διαστάσεις και ανάγκες του ανθρώπινου γένους. Αποδοχή μιας σύνθετης (ιδεολογικής, ανθρωπολογικής κ.ά.) εξέλιξης που βαφτίζεται από αντικειμενική έως προοδευτική την ώρα που αυτή διαλύει κοινωνικές μορφές, παραδόσεις, ρίζες και σαν το άτομο να μπορεί να υπάρξει και να «ολοκληρωθεί» με τα «δικαιώματά του» και πέρα από κοινωνικούς δεσμούς. Αξιολόγηση της ποιότητας μιας κοινωνίας με βάση μόνο ή κυρίως τα εισοδήματα και τα υλικά αγαθά και όχι τον βαθμό κοινωνικότητας και αλληλεγγύης της. Ελαστικότητα στον διαχωρισμό μέσων και σκοπών ή και υποτίμηση της αξίας των… αξιών και της ηθικής. Αντίληψη ότι η πολιτική οργάνωση είναι το πρωταρχικό και όχι ένα λειτουργικό στοιχείο όλης της πολιτικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να δίνεται βάρος όχι στο πως ζει και σκέφτεται η κοινωνία αλλά στο τι λένε και πράττουν τα κόμματα, οι οργανώσεις κ.λπ. Καταγραφή σχεδιασμών, προγραμμάτων και στρατηγικών ωσάν αυτά ν’ αποτελούν επινόηση και όχι κατάκτηση που έχει σχέση με υποκείμενα και χώρους.

Όλα αυτά και πολλά ακόμα δεν αποτελούν απαραιτήτως «λάθη» αλλά συνοψίσεις που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να αντιτείνει ότι όλα αυτά δεν είναι μαρξισμός αλλά διαστρέβλωσή του. Πιθανά δεκτή ένσταση, κατά βάθος όχι και πολύ τίμια και πάντως όχι πειστική απάντηση στα ζητούμενα.

Σχηματοποιήσεις και υπερβάσεις

Ένας δημιουργικός μαρξισμός θα όφειλε να διευρύνει τις ματιές του και να παραγάγει νέες κατηγορίες για να περιγράψει – και να υπάρξει – μέσα στα σύγχρονα φαινόμενα. Ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού σαν συνέπεια της κοσμογονίας που επέφεραν τα κινήματα που τον αμφισβήτησαν αλλά και τα πολύ βασικά χαρακτηριστικά της μετανεωτερικής συνθήκης που διαφοροποιούν τους όρους σύγκρουσης εργασίας-κεφαλαίου καθιστούν ανεπαρκείς τις κεκτημένες γενικεύσεις-λύσεις. Έτσι, θα ήταν περίεργο να ισχυριζόμαστε ότι τα εργαλεία υπάρχουν και μένει απλά η («ορθή») χρήση τους. Κι αν είναι εύκολο να αποδειχτεί πως «η πάλη των τάξεων συνεχίζεται» δεν είναι εξίσου απλό να ερμηνευτεί «ποιος νικάει και γιατί», προς τα που οδηγούμαστε και από ποιο δρόμο.

Χρειαζόμαστε περισσότερο έναν μαρξισμό που θα εστιάζει στον χώρο και στον χρόνο, αναλύοντας και δοκιμάζοντας, και όχι δεσμευμένος από κάποιες γενικές αρχές και σχήματα. Αυτή η ριμάδα η «συγκεκριμένη ανάλυση» που τόσο δοξάστηκε και τόσο αγνοήθηκε ή εργαλειοποιήθηκε από τους μαρξιστές. Απαιτείται ένας μαρξισμός εντοπισμένος και γειωμένος, δηλαδή ικανός να φέρνει στην επιφάνεια τα «ειδικά στοιχεία» της κάθε κατάστασης, τους όρους που τα δημιούργησαν, τον πλούτο τους. Μακριά από μια ευρωποκεντρική ή δυτική ματιά, να ανιχνεύει και να συνδέεται με την τεράστια ποικιλία μορφών κοινωνικότητας, πράξης και σκέψης που γεννά η ανθρώπινη ζωή και προσπάθεια στις πιο διαφορετικές συγκυρίες τοπικά και χρονικά.

Στην πραγματικότητα, ακόμα και από την ίδια την ιστορία των επαναστατικών μετασχηματισμών είναι φανερό ότι οποιαδήποτε σκέψη επέδρασε με τρόπο αποφασιστικό «αναγκάστηκε» να διευρυνθεί και να υπερβεί σχηματοποιήσεις και στενά μοντέλα. Ο ρόλος των αγροτών στην Κίνα, ο ινδιανισμός στην Λατινική Αμερική, η μετααποικιακή σκέψη σε Ινδία και Αφρική, οι λιγότερο γνωστές απόψεις του Μαρξ για τη ρωσική αγροτική κοινότητα. Αλλά και στις μέρες μας, οι Βολιβιανοί επαναστάτες θεωρούν για παράδειγμα αδιανόητο να μιλήσουν για μαρξισμό χωρίς να αναφερθούν στο ιθαγενικό στοιχείο. Οι Βενεζουελανοί αναμετρήθηκαν παλιότερα με το ζήτημα της διάβρωσης κάποιων κοινωνικών στρωμάτων εξαιτίας του γρήγορου πλουτισμού.

Σε πολλές καταστάσεις οικονομικής κρίσης και ανέχειας οι γυναίκες στάθηκαν δυνατότερες από τους άντρες. Άλλο πράγμα οι Ισπανοί και άλλο οι Έλληνες Αγανακτισμένοι. Άλλος ο ρόλος των μεσοστρωμάτων σε μια ενδεχόμενη πορεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα κι άλλος στη Γερμανία. Αλλιώς θα απαντηθεί μάλλον το ζήτημα της πολιτειακής και περιφερειακής συγκρότησης στην Ελλάδα κι αλλιώς στην Ελβετία. Αλλιώς μετράει το θρησκευτικό στοιχείο, η θρησκεία, το βάθος και η ισχύς των πολιτισμικών αποτυπωμάτων της σε διαφορετικές χώρες. Ή τέλος, πώς να ερμηνεύσεις την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων στη χώρα μας χωρίς την ευρεία και εσωτερικά ανομοιογενή κατηγορία του «ριζοσπαστισμού».

Μπορεί τα παραδείγματα να είναι ενδεικτικά και σκόρπια – σε βαθμό παρεξήγησης – θέλουν όμως να τονίσουν την ανάγκη να αρνηθούμε έτοιμες συνταγές και την απαίτηση να παράξουμε νέες.

Από τη σκοπιά ενός δρώντος υποκειμένου

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που ίσως χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε δημιουργικό και εντοπισμένο μαρξισμό. Δεν άλλαξε απλά ο «κόσμος» ωσάν αυτό να αναφέρεται σε κάτι αντικειμενικό και έξω από εμάς που πρέπει έπειτα να το γνωρίσουμε, να επιδράσουμε σε αυτό, να το αλλάξουμε. Είμαστε κι εμείς κομμάτι αυτού του κόσμου, αποτύπωμά του, κατ’ ανάγκη αλλά και κατ’ επιλογή. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει επιστροφή. Αν οι παλιές θεωρίες δεν επαρκούν είναι γιατί δέθηκαν οργανικά με άλλα υποκείμενα, άλλες δυνάμεις, τρόπους ύπαρξης, σκέψης, δράσης. Το ν’ αλλάξουμε τον κόσμο σημαίνει ν’ αλλάξουμε τη σχέση μας με αυτόν, ξεπερνώντας τη σκληρή διαίρεση και τον διαχωρισμό αντικειμενικού-υποκειμενικού.

Είμαστε ένα υποκείμενο που μετασχηματίζεται, μετασχηματίζοντας το αντικείμενο. Γι’ αυτό δίνουμε έμφαση στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης πέρα από τον οικονομισμό, την επικέντρωση στις «δομές», τους αναγωγισμούς κάθε είδους και μακριά από τα «σχέδια προς εφαρμογή». Όταν εξετάζουμε την πραγματικότητα δεν μπορούμε παρά να περιγράφουμε όχι απλά αυτό που συμβαίνει αλλά αυτό που εμείς θέλουμε να πετύχουμε. Δηλαδή, την προοπτική από τη σκοπιά ενός δρώντος υποκειμένου. Με τις κάθε φορά δυνατότητες και ελλείψεις του. Με τον «εαυτό» μας μέσα σε όλο αυτό. Μόνο έτσι θα δημιουργηθεί μία νέα μαχητικότητα, πιο γειωμένη, πιο πραγματική, ουσιωδώς και όχι φανταστικώς οραματική.