Ισλανδία: Δημοψήφισμα ενάντια στους καταναγκασμούς, του Σπύρου Παναγιώτου

Η μικρή νησιωτική χώρα στη μέση του Ατλαντικού θεωρήθηκε το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του ’90. Με όχημα την εξάπλωση του τραπεζικού τομέα και όπλο την “αξιοποίηση” των πιο προχωρημένων διεθνών τραπεζικών εργαλείων, η Ισλανδία συγκέντρωσε τεράστια ξένα κεφάλαια στις τράπεζές της και αναδείχθηκε σε κόμβο του παγκόσμιου κερδοσκοπικού παιχνιδιού. Μετά από λίγα χρόνια, το 2007, μαζί με την παγκόσμια “εκτίμηση”, κατέκτησε, σύμφωνα με το ΔΝΤ, την τέταρτη θέση στις πιο πλούσιες χώρες του κόσμου, με βάση το ακαθάριστο κατά κεφαλή προϊόν.

Το θαύμα, όμως, κράτησε λίγο. Το φθινόπωρο του 2008, όταν η κρίση σάρωσε την παγκόσμια αγορά, οι τράπεζες της Ισλανδίας οδηγήθηκαν σε τεράστιες ζημιές. Ο θαυμασμός της “διεθνούς κοινότητας” μετατράπηκε σε απέχθεια. Η βρετανική κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας τον αντιτρομοκρατικό νόμο, δέσμευσε τα περιουσιακά στοιχεία των ισλανδικών τραπεζών στο εξωτερικό και τις οδήγησε σε πλήρη κατάρρευση. Το ΔΝΤ πρόσφερε δάνεια ύψους 10 δισ. δολαρίων για να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας, επιβάλλοντας παράλληλα αποικιοκρατικά οικονομικά μέτρα στους πολίτες. Η κυβέρνηση κατέρρευσε και η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές. Η νέα κυβέρνηση συμφώνησε τον περασμένο Ιούνιο να πληρώσει στις κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Ολλανδίας αποζημιώσεις 5,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στη χασούρα των Βρετανών και των Ολλανδών που είχαν επενδύσει κεφάλαια στις τράπεζες της Ισλανδίας. Τα χρήματα αυτά τα είχαν ήδη επιστρέψει οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Ολλανδίας στους πολίτες τους, και τώρα πιέζουν να τα πάρουν από την κυβέρνηση της Ισλανδίας, η οποία με τη σειρά της θα τα φορτώσει στους δικούς της πολίτες.

Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο μισό περίπου ΑΕΠ της χώρας, και η καταβολή του θα οδηγήσει τους Ισλανδούς σε πολυετή οικονομική εξαθλίωση. Η νέα κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να το καταβάλει και προχώρησε από τον περασμένο Αύγουστο στην ψήφιση σχετικού νόμου. Όμως, η Βρετανία και η Ολλανδία απέρριψαν τους όρους αποπληρωμής του “χρέους” και ανάγκασαν να ψηφιστεί νέος νόμος, με βαρύτερους όρους. Αυτό εξαγρίωσε τους Ισλανδούς, που συγκέντρωσαν υπογραφές υποστηρίζοντας ότι είναι άδικο κάθε πολίτης της χώρας να πληρώσει περί τα 18.000 δολάρια για τα λάθη ιδιωτικών εταιριών, οι οποίες εποπτεύονται από ξένες κυβερνήσεις. Ανάγκασαν, έτσι, τον Ισλανδό πρόεδρο Ολαφούρ Γκρίμσον να μην υπογράψει τον σχετικό νόμο και να οδηγήσει τη χώρα σε δημοψήφισμα.

Αυτά είναι λίγο ως πολύ γνωστά από τις εφημερίδες. Γνωστά είναι και όσα ακολούθησαν. Ασφυκτικές πιέσεις για μη ένταξη της χώρας στην ΕΕ, απειλές για αποκλεισμό από τα δάνεια του ΔΝΤ κ.λπ. Από κοντά και η διεθνής συντροφία των οίκων αξιολόγησης Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch που υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Ισλανδίας, πιέζοντας ασφυκτικά την κυβέρνηση.

Εκείνο που επιχειρήθηκε να κρατηθεί στην αφάνεια είναι το παράδειγμα των Ισλανδών, που όρθωσαν το ανάστημά τους ενάντια στους καταναγκασμούς των ισχυρών και στην απαίτηση να φορτωθούν οι λαοί τις συνέπειες των αδιεξόδων και της κρίσης που γεννά το παγκόσμιο σύστημα της εκμετάλλευσης και της κερδοσκοπίας.

Είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες και προοπτικές και για εμάς. Παρά τις σημαντικές διαφορές, και η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη της παγκόσμιας κρίσης αποδυναμωμένη, καθώς αποψιλώθηκε κάθε ικμάδα της παραγωγικής της δύναμης από τους ευρωπαϊκούς καταναγκασμούς και το φαγοπότι που τους συνόδεψε. Σήμερα, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, οδηγείται σε μια εξευτελιστική επιτήρηση που υποθηκεύει το μέλλον όχι μόνο των σημερινών εργαζόμενων, αλλά και των επόμενων γενεών, χρεώνοντάς τους το κόστος της κρίσης και ανατινάζοντας εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Αυτούς τους καταναγκασμούς ο αστικός πολιτικός κόσμος θεωρεί μοναδικό δρόμο για την ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας του. Ο επιχειρηματικός κόσμος χειροκροτεί, αναζητώντας στα ερείπια που σωριάζονται γύρω απ’ τα νέα μέτρα καινούργιες ευκαιρίες για κερδοσκοπία και φαγοπότι. Αισθάνονται ήσυχοι, γιατί το παράδειγμα των Ισλανδών μοιάζει μακρινό. Αισθάνονται ήσυχοι, γιατί η Αριστερά παραμένει πελαγωμένη στον αυτισμό των μεγάλων λόγων χωρίς έργα, βυθισμένη στο μικροκομματικό τέλμα του εφησυχασμού και ξεπερασμένων διλημμάτων.

Κι όμως, είναι ώριμο περισσότερο από ποτέ να αναπτυχθεί ένα κίνημα αμφισβήτησης, όχι μόνο των νέων κυβερνητικών μέτρων, αλλά και ολόκληρου του ευρωενωσιακού οικοδομήματος που με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας βυθίζει στην αβεβαιότητα και την απόγνωση εκατομμύρια εργαζόμενους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

Είναι ώριμο και δυνατό περισσότερο από ποτέ ένα “εθνικό” κίνημα να πάρει πανευρωπαϊκές διαστάσεις αναζητώντας συνεργασία και συστράτευση με τους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου που βρίσκονται και αυτοί αντιμέτωποι με τις ίδιες επιβολές του διευθυντηρίου της ΕΕ, με τους Ισλανδούς όλου του κόσμου σ’ έναν αγώνα για να πληρώσουν την κρίση εκείνοι που τη δημιούργησαν. Ένα τέτοιο όραμα, μια τέτοια προοπτική, θα μπορούσε στις μέρες μας να πάρει διαστάσεις ενός διεθνούς κινήματος, ανάλογου του ΟΧΙ που όρθωσαν οι Γάλλοι, οι Ιρλανδοί, οι Ολλανδοί στο ευρωσύνταγμα την περασμένη περίοδο.

Μια τέτοια προοπτική θα μπορούσε να ξεπεράσει φοβίες και προκαταλήψεις των εργαζόμενων, των άνεργων, των νέων, να δημιουργήσει νέες ελπίδες για την ανατροπή των συσχετισμών που δυναστεύουν την ίδια τη ζωή.

Υπάρχει και άλλος δρόμος…

Σπύρος Παναγιώτου