Η μακρά πορεία της ευελιξίας, του Γιάννη Κουζή

Η ευελιξία της εργασίας δεν συνιστά σύγχρονο φαινόμενο. Ανέκαθεν το κεφάλαιο επιχειρούσε να προσαρμόσει την εργασία στις ανάγκες του. Γι’ αυτό, κατά κανόνα, οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν μακρά παράδοση, λειτουργώντας στο πλαίσιο γενικών νομικών κανόνων, διατηρώντας για πολλές δεκαετίες ένα περιθωριακό μέγεθος στο σύνολο της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων. Το έναυσμα για τη διόγκωση του φαινομένου της ευελιξίας καταγράφεται μαζικά σε εθνικό επίπεδο κατά τη δεκαετία του ’80, υπό το φως του ενισχυμένου ρόλου των νεοφιλελεύθερων δοξασιών που διαμορφώνουν το πλαίσιο λειτουργίας του συνεχώς εντεινόμενου και διεθνοποιούμενου ανταγωνισμού στους κόλπους του κεφαλαίου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η ευελιξία, έχοντας ήδη καταλάβει σημαντικό ρόλο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, υιοθετείται από την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση ως βασικό εργαλείο πολιτικής για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης. Σ’ αυτό το πλαίσιο, κυριαρχεί η δογματική προσήλωση στη χρήση πολιτικών μείωσης των δαπανών για την εργασία (“εργατικού κόστους”) προκειμένου οι επιχειρήσεις να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους και να προβαίνουν σε προσλήψεις φθηνότερου εργατικού δυναμικού. Οι λογικές αυτές ενοχοποιούν πολλαπλά την εργασία και τις μακρόχρονες κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της Ευρώπης, θεωρώντας ότι αυτές συνιστούν αρνητική παράμετρο στο πεδίο του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, είναι επιβεβλημένη η ριζική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι κατευθύνσεις για τον εκσυγχρονισμό της εργατικής νομοθεσίας με άξονα την ευελιξία και το ιδεολόγημα της φλεξικιούριτι που απηχεί την προσπάθεια των κυρίαρχων κύκλων να προβληθεί η ισόρροπη ανάπτυξη της ευελιξίας και της ασφάλειας, δύο εννοιών που είναι από τη φύση τους ανταγωνιστικές, και γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να αναπτύσσονται παράλληλα και ισόρροπα, αλλά πάντα η μία θα υπερέχει της άλλης ή θα την εξουδετερώνει αφαιρώντας τα πλεονεκτήματα για τα οποία αρχικά επιλέγεται.

Stage που “τρέχουν” (από το “Έθνος” 21/10/2009)
Πολιτιστικής Κληρονομιάς 1.060
Ο.Ε.Ε. (Οργαν. Εργατικ. Εστίας) 290
Ψυχικής Υγείας 941
Δημ. Βιβλιοθ. – Αρχεία Κράτους 485
ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού (παράταση) 7.917
2008- ΟΚΑ (Οργαν. Κοιν. Ασφ.) 777
Επιμελητήρια (παράταση) 600
Ο.Ε.Κ (Οργαν. Εργατικ. Κατοικ.) 243
Εθνικής Άμυνας 134
ΟΚΑ (Οργαν. Κοιν. Ασφ.) 164
Υγείας – Κοινωνικής Αλληλεγγύης 2.308
Υπ. Απασχολ.-Υπ. Δικαιοσ.–Δημ. 3.388
2008- ΟΚΑ (Οργαν. Κοιν. Ασφ.) 456
ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 174
ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 1.261
Γενικό Λογιστήριο Κράτους 110
Υπηρεσίες ΟΑΕΔ – Φορείς Κοιν Ετ 1.390
2009- Δημόσιο* 1.000
ΣΥΝΟΛΟ 22.728

*Πρόκειται για προεκλογικά stage τα οποία υπολογίζεται να φτάσουν τελικά τις 10.000 ανεβάζοντας και τον συνολικό αριθμό αυτού του καταλόγου.Άλλοι υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμό των εργαζομένων με stage στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε πάνω από 40.000 (εκτιμώντας σε 7.000 όσους εντάχθηκαν προεκλογικά). Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με προγράμματα stage μιλάνε για αριθμούς άνω των 80.000. Και φυσικά κανένας δεν ξέρει να πει πόσοι είναι ανά υπηρεσία, πόσες συμβάσεις έχουν ανανεωθεί και ξεπερνάνε το 24μηνο κ.ο.κ.

Στην Ελλάδα, η στροφή προς την ευελιξία έχει την αφετηρία της στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν, κατόπιν εισήγησης του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας Σημίτη, υιοθετήθηκαν από το τότε ΕΣΑΠ (1986) μέτρα για την ενίσχυση της ευελιξίας τα οποία δεν εφαρμόστηκαν λόγω και της σοβαρής αντίστασης που ασκούσε την περίοδο εκείνη το συνδικαλιστικό κίνημα και της σοβαρής κρίσης στο εσωτερικό της ΓΣΕΕ. Ωστόσο από το 1990 και επί δύο δεκαετίες, με αλλεπάλληλες νομοθετικές, συμπληρωματικού χαρακτήρα, παρεμβάσεις διαμορφώνεται ένα ισχυρό νομοθετικό οπλοστάσιο που κατοχυρώνει όλο το εύρος των ευελιξιών με ειδικές ρυθμίσεις για την καθεμία χωριστά, απορρυθμίζοντας το εργατικό δίκαιο που εισάγει βαθμηδόν στο εσωτερικό του στοιχεία του εμπορικού δικαίου.

Με τις ρυθμίσεις αυτές (βλ. Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, 20/9/2009, σελ. 34) εισάγονται ή ενισχύονται μορφές ευελιξίας τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο τομέα όπως: η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η ενοικίαση εργαζομένων, τα ιδιωτικά γραφεία εύρεσης εργασίας, οι εργολαβίες, τα stages, η ελαστική διευθέτηση του συνολικού χρόνου εργασίας και τα ευέλικτα ωράρια, η διάβρωση των κλαδικών συμβάσεων σε περιοχές με υψηλή ανεργία, η σύνδεση αμοιβής παραγωγικότητας, η αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων για ορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων, η αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ για τους νεοπροσλαμβανόμενους και για το παλαιό προσωπικό με τη μονομερή κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων….

Μετά από τις παρεμβάσεις αυτές και πριν ακολουθήσουν νέες το τοπίο στην αγορά εργασίας διαμορφώνεται σήμερα ως εξής:

  • Σύνολο απασχολουμένων 4.532.000, εκ των οποίων 2.923.000 μισθωτοί
  • Ανεργοι 443.000
  • Προσωρινά απασχολούμενοι 355.000, εκ των οποίων 100.000 στο δημόσιο
  • Μερικώς απασχολούμενοι 273.000, εκ των οποίων 31.000 στο δημόσιο
  • Εργαζόμενοι με διάφορες μορφές δανεισμού 40.000
  • Εργαζόμενοι σε εργολαβίες 80.000
  • Εργαζόμενοι με stages 40.000(;)
  • Εργαζόμενοι με “μπλοκάκι”, αν και απασχολούνται με όρους εξάρτησης, 300.000
  • Εργαζόμενοι χωρίς ασφάλιση 1.000.000

Η κατάσταση αυτή δηλώνει ένα ευρύ κλίμα ανασφάλειας για το περιεχόμενο και το εργασιακό μέλλον ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, συμπαρασύροντας σε μια συνολικότερη υποβάθμιση τους όρους και τις συνθήκες εργασίας.

Η Ελλάδα υιοθετώντας ένα τρίτο εργαλείο, την ευελιξία για τη μείωση του εργασιακού κόστους, μετά από τις παραδοσιακές πρακτικές των πολιτικών των χαμηλών μισθών και της παράνομης ευελιξίας, καλείται να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Πώς συμβιβάζεται να κατέχει το χαμηλότερο εργασιακό κόστος, μαζί με την Πορτογαλία στην Ε-15, και να παρουσιάζει ταυτόχρονα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας, τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα αλλά και τη μεγαλύτερη κερδοφορία των επιχειρήσεων;

Γιάννης Κουζής,
Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,
επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ/ΓΣΕΕ


Η γενιά των 600 ευρώ

Αν θελήσουμε να επεκτείνουμε τα στοιχεία για τη γενιά των 600 ευρώ, αυτή αποτελεί πια (σύμφωνα και με τα στοιχεία του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ) τη μοναδική φιγούρα αφού το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για τους νεοεισερχόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ανέρχεται σε 776,2 ευρώ και στον ιδιωτικό τομέα ανέρχεται σε 662,1 ευρώ. Ενώ ως προς τη μορφή της απασχόλησης με την οποία βρήκαν δουλειά, το 17% εντάχθηκαν με τη μορφή της μερικής απασχόλησης και το 47% ως πρόσκαιρα εργαζόμενοι.

Αν οι νέοι αποτελούν το ένα μεγάλο θύμα του νεοφιλελευθερισμού, το άλλο είναι οι γυναίκες. Το ποσοστό ανεργίας τους είναι 1,5 φορές μεγαλύτερο από το μέσο ποσοστό ανεργίας και υπερδιπλάσιο του ποσοστού ανεργίας των ανδρών. Οι γυναίκες αποτελούν το 62% των ανέργων και αναλογούν επτά γυναίκες σε κάθε 10 μερικώς απασχολούμενους.

Τέλος, το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι κατά προσέγγιση 50% υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών.