Η διάσκεψη της Κοπεγχάγης είναι μια μεγάλη κοροϊδία, του Δημήτρη Υφαντή

Ας υποθέσουμε ότι το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι κατά κύριο λόγο το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ας υποθέσουμε ότι το διακύβευμα είναι τα μέτρα μείωσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Ακόμη κι έτσι, έχοντας δηλαδή περιορίσει τόσο πολύ το εύρος των περιβαλλοντικών απαιτήσεών μας, ο σύγχρονος παγκόσμιος καπιταλισμός αδυνατεί να προσεγγίσει έστω και τους στοιχειώδεις όρους περιορισμού της κλιματικής αλλαγής.

Η Διάσκεψη της Κοπεγχάγης που διοργανώνει ο ΟΗΕ –και κάθε άλλη τέτοια διάσκεψη– απέχει τόσο από τις σωστές αποφάσεις, τη λίγη ακόμη καλή θέληση και την πολιτική βούληση από τους ηγέτες των ανεπτυγμένων χωρών, όσο απέχει η σημερινή ιστορική «στιγμή» από μια αποφασιστική, ιστορική στροφή στις διεθνείς εξελίξεις. Μια στροφή που θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα τιτάνιων συγκρούσεων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων – και θα επέφερε έτσι μια μεγάλη αλλαγή συσχετισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Μια αλλαγή συσχετισμού που ένα της «θύμα», αν δεν είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός σε μια σειρά χώρες, θα είναι τουλάχιστον ο νεοφιλελευθερισμός και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση – που πρέπει να υποστούν ένα μεγάλο πλήγμα, μια μεγάλη υποχώρηση. Τίποτα λιγότερο από αυτό!

Να ελπίζει κανείς ότι τέτοιες διασκέψεις θα αλλάξουν κάτι χωρίς αυτή την πολιτική προϋπόθεση είναι ίσως μια αυταπάτη κατανοητή – και ενδεχομένως ψυχολογικά αναγκαία σε έναν κόσμο που κοινωνικά και περιβαλλοντικά πάει κατά διαόλου… Δεν παύει, όμως, να είναι αυταπάτη. Και οι αυταπάτες κοστίζουν. Κοστίζουν στην ίδια την υπόθεση της οικολογίας.

Στη σύγχρονη οικονομία «έντασης διοξειδίου» (κατά το έντασης κεφαλαίου, έντασης εργασίας κ.λπ.) υπάρχουν κλάδοι που παράγουν οι ίδιοι πολύ διοξείδιο (τσιμεντοβιομηχανία, χαλυβουργία, ενέργεια, μεταφορές κ.ά.). Υπάρχουν άλλοι που προμηθεύουν τέτοιους κλάδους (πετρελαιοπαραγωγή, αυτοκινητοβιομηχανία κ.λπ.). Υπάρχουν χώρες ολόκληρες που στηρίζονται κατεξοχήν σε τέτοιους κλάδους (ΟΠΕΚ, Ρωσία, πολλές βιομηχανικές χώρες κ.λπ.). Υπάρχουν πολυεθνικοί όμιλοι που έχουν επενδύσει ή έχουν εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις με τέτοιους κλάδους και χώρες, χώρες όπου έχουν μεγάλη δύναμη τέτοιοι όμιλοι (π.χ. ΗΠΑ). Υπάρχουν αναπτυσσόμενες χώρες όπου η «ανάπτυξη» είναι ουσιαστικά ταυτισμένη με τη νεοφιλελεύθερη περιβαλλοντική ασυδοσία. Υπάρχει η παγκοσμιοποίηση που στηρίζει τα «θαύματά» της σε αυτή την ασυδοσία, και πάει λέγοντας…

Μια απόφασή που θα απειλούσε τα συμφέροντα όλων αυτών των κλάδων, ομίλων, χωρών κ.λπ., έστω με ανταλλάγματα, υποσχέσεις κ.λπ., θα ήταν μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση χωρίς προηγούμενο σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού. Ένα πρώτο ερώτημα εδώ είναι, γιατί να πάρουν μια τέτοια απόφαση; Γιατί αγαπούν τους ανθρώπους; Τότε θα είχαν πάρει προ πολλού αποφάσεις ανακούφισης και σε άλλα, μη περιβαλλοντικά πεδία… Μήπως γιατί η πίεση ή το κόστος της επιδείνωσης των περιβαλλοντικών όρων γίνεται μεγαλύτερο από άλλες πιέσεις; Η κινδυνολογία του αντιοικολογικού λόμπι στις ΗΠΑ, με σχετικά σημαντική απήχηση μάλιστα, πως ακραίες αποφάσεις στην Κοπεγχάγη θα έθεταν σε κίνδυνο εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ, είναι σαφώς ενδεικτική του ποια πίεση είναι μεγαλύτερη!

Όμως, η απάντηση στο ερώτημα γιατί να πάρουν μια τέτοια απόφαση δόθηκε πριν καν ξεκινήσει η Διάσκεψη της Κοπεγχάγης: δεν θα πάρουν μια τέτοια απόφαση! Οι πιο ισχυροί κρίκοι είχαν δηλώσει με διάφορους τρόπους πως δεν συζητούν οποιαδήποτε απόφαση που θα κινείται έξω από τους μηχανισμούς της αγοράς. Δηλαδή «αγορά δικαιωμάτων ρύπων» και άλλα πολλά. Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φέρει αποτελέσματα, θα είναι πολύ λίγα και θα έρθουν πολύ αργά.

Αλλά ας υποθέσουμε για μια στιγμή πως μπορεί παρ’ όλα αυτά να παρθεί μια τέτοια πολιτική απόφαση. Μήπως και πάλι δεν είναι φανερό ότι αυτό το σύστημα είναι εκ φύσεως προβληματικό από περιβαλλοντική άποψη; Όταν ένα μέσο πιάτο φαγητό στις ΗΠΑ διανύει κατά μέσο όρο 1.500 μίλια από την παραγωγή ως την κατανάλωση; Όταν όχι μόνο η «μεταφορικότητα» αλλά χίλια δυο αντιπεριβαλλοντικά γνωρίσματα και συνολικά η κατανάλωση πόρων, ο παρασιτισμός, η τοξικότητα και καταστροφικότητα «ανά εργαζόμενο» (την ίδια στιγμή που ο εργαζόμενος εξαθλιώνεται) μεγεθύνονται, αντί να μειώνονται, με την πορεία που ακολουθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός;

Άρα, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να επισημαίνει κάποιος «πολύ» οικολόγος, δηλαδή κάποιος πολύ φίλος της γης όπως αυτή ήταν, είναι πως για να προστατέψουμε πραγματικά τη Γη, το περιβάλλον και, τελικά, τον άνθρωπο, επιβάλλεται η αντικατάσταση αυτού του κοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στην παραγωγή κέρδους με ένα σύστημα που στηρίζεται στην παραγωγή για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών (αυτό λέγεται σοσιαλισμός, αλλά η λέξη ίσως τσιτώσει κάποιους οικολόγους που είναι λίγο αλλεργικοί στον όρο). Οποιαδήποτε οικολογία δεν περιλαμβάνει και αυτή την κεντρική διαπίστωση υπηρετεί άλλους, ανομολόγητους σκοπούς – και, πάντως, όχι τη σωτηρία του περιβάλλοντος.

Δεύτερον, ακόμη και στο βαθμό που μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού θα ήταν θεωρητικά εφικτό να παρθούν μέτρα περιορισμού της κλιματικής αλλαγής, κάποιος «πολύ» οικολόγος θα έπρεπε πρώτος αυτός να καταγγέλλει συνάξεις όπως αυτή της Κοπεγχάγης σαν μια μεγάλη κοροϊδία που δεν πρόκειται να δώσει τίποτε θετικό για το περιβάλλον, την κλιματική αλλαγή κ.λπ. – επειδή πράγματι δεν πρόκειται να δώσει τίποτε θετικό όσο οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η λειτουργία των αγορών βρίσκονται πάνω απ’ όλα.

Δημήτρης Υφαντής