ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΝΤΖΕΑΣ

Ο Γιάννης Χοντζέας είναι μια σπάνια και ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας και ιδιαίτερα στην κίνηση που προσπάθησε να αντισταθεί στον εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος.

Όλη η ζωή του Γ.Χ. ήταν μια επίμονη και επίπονη προσπάθεια σύνδεσης με την πραγματικότητα και τα βασικά προβλήματα της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος.

Ο Γιάννης Χοντζέας σαν άποψη και τοποθέτηση ξεπερνά τα σύνορα μιας σημαντικής εγχώριας προσωπικότητας του κομμουνιστικού κινήματος. Η ΚΟΕ προσπαθεί να κάνει γνωστό το έργο και τη ζωή του. Στις εκδόσεις Α/συνεχεια θα βρείτε πολλά από τα έργα του Γ.Χ. Παρακάτω παρατίθενται κείμενα που δεν έχουν εκδοθεί σε βιβλίο και ένα βίντεο-αφιέρωμα στα 10 χρόνια από το θάνατό του.

Δείτε το βίντεο με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατο του Γ.Χοντζέα

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα της ζωής του Γ.Χ.

Σημείωμα για το έργο του Γ.Χ.

Πρόλογος στο βιβλίο "Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας" (ένα αναλυτικό κείμενο για τη σημασία του έργου του Γ.Χ., μια γενική εκτίμηση της διαδρομής του, μια παρουσίαση των βασικών εννοιών και της μεθόδου του)

Διαβάστε τα κείμενα του Γ.Χοντζέα:

Για την ιστορία των Βαλκανίων

Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το κυπριακό

Για τα 15 χρόνια από τον θάνατο του Στάλιν, κείμενο στα πλαίσια της ΟΜΛΕ, γράφτηκε το 1968

Μερικά κρίσιμα ζητήματα για την ιστορία του ΚΚΕ, κείμενο που γράφτηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ το 1978, και καταπιάνεται με σημαντικά ζητήματα της ιστορίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. 

Για την "ενωμένη εθνική αντίσταση" (γράφτηκε το 1975)

"Θα διαλυθεί η καταχνιά" (κείμενο δημοσιευμένο το 1974 στον Λαϊκό Δρόμο για την Εαμική Αντίσταση)

Το "αντέρεισμα" (διήγημα)

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εκλογή από τις Grundrisse", Απρίλιος 1983

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εισαγωγή από τις Grundrisse", Δεκέμβρης 1982

Οι κερασιές δεν ανθίζουν μονάχα μια φορά, οι κερασιές δεν ανθίζουν μονάχα στη Γαλλία - 15 χρόνια μετά τον Μάη του 68, Μάιος 1983

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Το τέλος του κομμουνισμού» του Γιάννη Χοντζέα (Φθινόπωρο του 1991) με εκτεταμένες αναφορές στην κρίση του 1929, το Νιου Ντηλ και τον κρατισμό, τη συνδεσή τους με τον φασισμό, αλλά και την κρίση του 70 και το ρόλο που παίζει στην "ενιαιοποίηση" των κοινωνικών συστημάτων Δύσης και Ανατολής.

2014 10 24 XontzeasΔείτε εδώ ολόκληρο το βίντεο για το Γιάννη Χοντζέα που επεξεργαστήκαμε και δίνουμε στη δημοσιότητα με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατό του

Δείτε εδώ παλιότερο αφιέρωμα με κείμενα για το Γιάννη Χοντζέα

«Η επικαιρότητα του κομμουνισμού θα παραμείνει σαν μια σημαντική απαίτηση όσο παρατείνονται και περιπλέκονται τα προβλήματα που εμφανίζονται σαν αδιέξοδα της σημερινής εποχής. Και με αυτήν θα αναμετρηθούν οι γενιές του σήμερα και του αύριο...»

Η ζωή του
Ο Γιάννης Χοντζέας γεννήθηκε στην Κορώνη της Μεσσηνίας το 1930. Σε ηλικία μόλις 11 χρονών αποκτά τις πρώτες επαφές με την αντίσταση. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ και στο ΚΚΕ σε νεαρότατη ηλικία και αναπτύσσει πλούσια δράση στο χώρο των Ανατολικών Συνοικιών της Αθήνας, όπου είναι γνωστός σαν Αριστείδης. Η αγωνιστική του δράση και η κομμουνιστική του ταυτότητα τον έφερε αντιμέτωπο, όπως και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές, με διώξεις, συλλήψεις, βασανισμούς, δίκες, εξορίες. Άντεξε σε όλα τα κολαστήρια, όπως αυτό της Μακρονήσου, με βαριές συνέπειες για την υγεία του. Στη δεκαετία του '50 εξόριστος στον Αη-Στράτη, μαζί με τη μεγαλύτερη μάζα των κομμουνιστών αντιτάσσεται στην ανατροπή της επαναστατικής κατεύθυνσης στο ΚΚΕ. Από τις αρχές της δεκαετίες του '60 πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε σε μια πολυεπίπεδη ιδεολογική δουλειά γενικής προετοιμασίας, δίνοντας και μ' αυτό το τρόπο το «παρών» του. Υπήρξε βασικός ιδεολογικός και πολιτικός διαμορφωτής της Α/συνεχεια. Πέθανε στις 24 Οκτώβρη του 1994.

Περισσότερα...

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΥΜΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ

Α.

Το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για καθένα που νοιάζεται για τις τύχες του σύγχρονου κόσμου και ιδιαίτερα για όσους νοιάζονται για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι ένα βιβλίο με άποψη -σπάνιο και αυτό "στις μέρες μας - , όχι περιγραφικό, στο οποίο επιχειρείται η αναμέτρηση με δύο κομβικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά την «εκκαθάριση λογαριασμών» με το παρελθόν, την κριτική τοποθέτηση απέναντι στη δράση και τη συνεισφορά του κομμουνιστικού κινήματος. Το δεύτερο αφορά την «ανάγνωση» της σύγχρονης πραγματικότητας, των μεγάλων ανατροπών που έχουν γίνει, την εκτίμηση των νέων δεδομένων και τη διερεύνηση των συνεπειών -σε θεωρητικό και πραχτικό επίπεδο- που όλα αυτά έχουν για όποιον θέλει ή «αναγκάζεται» να αγωνιστεί για ένα καλύτερο αύριο.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση γύρω από αυτά τα δύο κεφαλαιώδη ζητήματα είναι ήδη ένας σοβαρός λόγος για να δικαιολογήσει την ύπαρξη και την κυκλοφορία του συγκεκριμένου βιβλίου. Η χρονική απόσταση από τη συγγραφή του (1993) μπορεί να δώσει στον αναγνώστη μια σαφή ιδέα της διεισδυτικότητας του συγγραφέα ειδικά στο ζήτημα της ανάλυσης των τάσεων της σύγχρονης εποχής. Υπάρχει δηλαδή ένα μέτρο κρίσης που μπορεί να ακονίσει παραπέρα την σκέψη και να δημιουργήσει κριτήρια.

Φυσικά η «εκκαθάριση λογαριασμών» με το παρελθόν δε συνδέεται άμεσα με τη χρονική απόσταση από τη συγγραφή του βιβλίου (γιατί το θέμα έχει τεθεί εδώ και δεκαετίες ουσιαστικά), αλλά δείχνει κυρίως τη δύναμη και το βάθος της σκέψης του Γιάννη Χοντζέα που προσπαθεί να δώσει μια συνοπτική και κωδική απάντηση δημιουργώντας ένα σώμα τοποθέτησης άποψης για το ζήτημα, δίνοντας συγκεκριμένες συντεταγμένες για την παραπέρα αναζήτηση και ψηλάφηση πολλών ιστορικών ζητημάτων.

Πρόκειται επομένως για μια παρέμβαση σε δύο από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν και θα απασχολήσουν θεωρητικά και πραχτικά τον προοδευτικό κόσμο και τους αγωνιζόμενους ανθρώπους.

Έχει όμως σημασία να σημειώσουμε προκαταβολικά την ουσία της άποψης του για τα δύο αυτά καίρια ζητήματα. Κατά την άποψη του ένα προσχέδιο προγραμματικών θέσεων (σαν τέτοιο θεωρούσε το διάβημα του):

οφείλει στις σημερινές συνθήκες να προχωρεί σε μια «εκκαθάριση λογαριασμών» με το παρελθόν για να επιχειρήσει να ανιχνεύσει το μέλλον. Από την άποψη αυτή θα πρέπει να σκιαγραφήσει στοιχεία διδάγματα από την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος με σεμνότητα αλλά όχι «σεμνοτυφία». Ορισμένα απ' αυτά τέθηκαν στο εισηγητικό μέρος. Η πιο πέρα επεξεργασία της πείρας σε σχέση πάντα με αυτή την πραγματικότητα που διαμορφώθηκε αποτελεί μόνιμο καθήκον και απασχόληση (Γ. Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 225).

Για το Γ.Χ. «η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε» έχει άμεση, οργανική σχέση με την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Τα δύο επίπεδα συμπλέκονται, αλληλοδιεισδύουν το ένα στο άλλο, αποτελούν μέσα στη σκέψη του ένα και ενιαίο ζήτημα.

Η πραγματικότητα, ο κόσμος, διαμορφώθηκε όπως διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεση και τη δημιουργία, την υποχώρηση και την αποδόμηση αυτής της «παρένθεσης», όπως διακηρύχνουν, του κομμουνιστικού κινήματος. Επομένως δεν μπορεί να διαχωριστούν τα «μηνύματα των καιρών», όπως λένε, για το σήμερα και το αύριο από το τι έγινε και πώς έγινε χτες και προχτές (Γ.Χ., Το «τέλος» του κομμουνισμού. Επίλογος, σελ. 415).

Η Νέα Τάξη αναδύεται σαν επιδίωξη και πραγματικότητα μέσα από την άμεση συσχέτιση της διαλυτικής πορείας του κομμουνιστικού κινήματος και των διαδικασιών αναδιάρθρωσης:

Η συμφωνημένη πολιτική αναδιάρθρωση σε Δύση και Ανατολή περνάει από την αποδιάρθρωση της δεύτερης για να διαμορφωθεί δίχως διπλότητες αυτή η παγκόσμια αγορά. Και γι' αυτό οι ίδιες θεωρίες, τα ίδια συνθήματα. Μια παγκόσμια αγορά, σφαιρικοποιημένη προϋποθέτει μια σφαιρικοποιημένη παγκόσμια «παλινόρθωση». Οτιδήποτε αποσπάστηκε σε όλους τους τομείς μετά το «βιασμό» της ιστορίας του 1917 και κύρια μετά το κραχ του 1929 και πιο κύρια μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει να σαρωθεί... Απ' όπου η ανάγκη μιας «νέας τάξης» σαν οργάνωση κοινωνική και πολιτική με την ευρεία έννοια (όπ. π., σελ. 419).

Το ενδιαφέρον της τέτοιας τοποθέτησης του Γ. Χ. βρίσκεται στο ότι δεν εκτιμά πώς ήταν αναπότρεπτη και άρα αντικειμενικά αναπόφευκτη η πορεία προς την παγκόσμια «παλινόρθωση». Υπάρχει ένα απόσπασμα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του το οποίο δίνει ανάγλυφα την ουσία της τοποθέτησης για τη σχέση της υποχώρησης του εργατικού κινήματος με τον αντικειμενικό ή καλύτερα «νομοτελειακό» χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής όπως εκφράζεται από πολλούς θεωρητικούς. Αξίζει να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του:

Η οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος 100 και πάνω χρόνια μετά την περίοδο που εγκαινίασε μια νέα περίοδο στο εργατικό κίνημα, αν κριθεί στο επίπεδο της αυτοκριτικής του κομμουνιστικού κινήματος είναι ένα άλλο πράγμα απ' ό,τι αν κριθεί στο πεδίου του «αντικειμενικού», παρόλο που το πρώτο με το δεύτερο όπως και αντίστροφα συνδέονται οργανικά.

Το δεύτερο, το «αντικειμενικό» δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως το πρώτο, αλλά το πρώτο (η αυτοκριτική) δεν προσδιορίζεται από το δεύτερο, δηλαδή από την ύπαρξη κάποιων αντικειμενικών νόμων που κατέστησαν δίχως αντικείμενο και μάταιη την ύπαρξη και πάλη του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού (εργατικού) κινήματος (αδημοσίευτο χειρόγραφο για την ιστορία του εργατικού κινήματος, 1993).

Ο Γ. Χ. προσπαθεί να ξεκαθαρίσει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα όσο αφορά τις συνέπειες του. Ξεκινά από το γεγονός πως η οπισθοχώρηση γεννά ουσιαστικά την απαίτηση της αυτοκριτικής του κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς όμως να οδηγεί αυτή η διαδικασία στον ανακριβή, αντιεπιστημονικό, γεμάτο προλήψεις και προκαταλήψεις ισχυρισμό πως δεν είναι σήμερα αναγκαία η ύπαρξη του κομμουνιστικού κινήματος. Γιατί, αν το καλοεξετάσουμε, όλες οι κριτικές και οι επιθέσεις, όλων των αποχρώσεων και εντάσεων οδηγούν λίγο ως πολύ σε αυτό το συμπέρασμα. Το στηρίζει η επιστημονική κοινότητα -όχι χωρίς ανταλλάγματα-, όλο το πολιτικό προσωπικό, όλες οι προσωποποιημένες ενσαρκώσεις της νεκρής εργασίας, σχεδόν όλη η διανόηση.

Η επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν θέσης και η ανάγκη του κομμουνιστικού κινήματος το οποίο θα πρόβαλλε αυτή τη θέση και θα αγωνιζόταν για την πραγμάτωση της, είναι σήμερα περισσότερο ώριμες και αναγκαίες από ποτέ. Προβάλλουν στην ημερήσια διάταξη πιο επίμονα, πιο καθολικά. Ο Γ.Χ. σχολιάζοντας το σύνθημα «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» γράφει:

Τα «προλετάριος» και «καταπιεζόμενοι» κ.λπ. αποχτάει πλουσιότερο και πιο άμεσο περιεχόμενο.

Γιατί απευθύνεται πραγματικά «σε όλη την γήινη σφαίρα», σε πολυπληθέστερα στρώματα που απορρίπτονται και γιατί το «ενωθείτε» είναι μια πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση από ό,τι ήταν πριν και γιατί η «ένωση» αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από άλλοτε. Για την ίδια την επιβίωση και διαιώνιση του είδους (Γ. Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 67).

Ξαναγυρνώντας στη σχέση οπισθοχώρησης και «αντικειμενικού» θα δούμε πως για το Γ. Χ. δεν υπάρχει οπισθοχώρηση χωρίς ανάπτυξη και πρόοδο, όπως δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς αντεπανάσταση:

Γιατί η οπισθοχώρηση δεν νοείται χωρίς προώθηση, πρόοδο, ανάπτυξη. Αν υπήρξε και υπήρξε τέτια [σ.τ.ε. οπισθοχώρηση], αυτή δεν οφειλόταν στην εγγενή προοδευτικότητα του συστήματος που από το 1890 στην κορύφωση της αποικιακής του πολιτικής, εξαπόλυσε έναν παγκόσμιο πόλεμο για να αποτρέψει την επανάσταση, που όταν τελικά δεν την απόφυγε (έστω αρχικά σε ένα τμήμα της γης), έκθρεψε «αντίδοτα» απροκάλυπτου χτηνώδικου τύπου ή «φιλελεύθερου - δημοκρατικού» χαρακτήρα, προχώρησε σε πόλεμο και τελικά εξαπόλυσε έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο σε 20 χρόνια μόλις μετά τον πρώτο, κι αναγκάστηκε ένα τμήμα του να συμμαχήσει με εκείνο τον «κόσμο» όπου κατεύθυνε τον «εχθρό» του και πρώην σύμμαχό του. Και στη συνέχεια αναγκάστηκε να προβεί σε «παραχωρήσεις» που τώρα, δηλαδή εδώ και 15-20 χρόνια τις παίρνει πίσω, αρχικά βαθμιαία και τώρα μαζικά και απροκάλυπτα με την επίκληση μιας οικονομικής λογικής που είναι απροκάλυπτα πολιτική ιδεολογική λογική.

Η ιστορική πείρα διδάσκει πως η «αντικειμενικότητα» καταρρέει όταν η «υποκειμενικότητα» προβάλλει απειλητική και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη αυτών των «αντικειμενικών» νόμων που κυβερνάνε την οικονομία και τον κόσμο (αδημοσίευτο χειρόγραφο για την ιστορία του εργατικού κινήματος, 1993).

Το συμπέρασμα από αυτήν την «ανάγνωση» είναι αποφασιστικής σημασίας:

Επομένως η οπισθοχώρηση μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετο της: έτσι αν η σημερινή εποχή είναι εποχή «μετάβασης», αυτή η «μετάβαση» έχει διαφορετική έννοια για την κυρίαρχη, θριαμβολογούσα αν και φοβισμένη στο έπακρο «νέα τάξη» και για όλους εκείνους που ανήκουν στον κόσμο της εργασίας, του μόχθου, στον κόσμο των εκμεταλλευομένων.

Δεν ανήκουμε, δεν πρέπει να ανήκουμε σ' εκείνους που «θεώμενοι» από ύψους κάποιας αιώνιας σοφίας, θεωρούν αντικειμενικά μη αναστρέψιμη την πορεία προς τον υλικό και ηθικό εξανδραποδισμό που επιχειρείται με την επιβολή της "νέας τάξης". Ούτε σε εκείνους που στρουθοκαμηλίζουν και θεωρούν πως όλα όσα συμβαίνουν είναι ένα κακό όνειρο ή μια περαστική κατάσταση, που εύκολα με «λίγα», «δυο τρία πράγματα» μπορεί να αντιστραφεί (όπ. π.).

Η άποψη και η θέση του Γ. Χ. είναι βαθιά επαναστατική, γι αυτό και είναι τοποθετημένη ενάντια σε κάθε «αντικειμενίστικη» ανάγνωση της ιστορίας και της εξέλιξης της κοινωνίας. Όχι με την έννοια ότι αρνείται την ύπαρξη των οικονομικών νόμων, ή της αντικειμενικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (βέβαια διακρίνει και την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων κάτω από τις υπάρχουσες καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις), ή την αντικειμενική υποχώρηση και τη δραματική τροποποίηση του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, αλλά με την έννοια πως ο ίδιος θεωρεί πως όλη η δομή της κοινωνίας και της παραγωγής καθορίζεται από την πορεία της ταξικής πάλης, πως αυτός ο καθορισμός πήρε καθολική μορφή από την στιγμή της εμφάνισης του προλεταριάτου και της συγκρότησης του σε τάξη και σε παγκόσμιο κίνημα·και αναζητά σε κάθε εποχή τον αντικειμενικό νόμο ανάπτυξης της ταξικής πάλης, θεωρώντας πως αυτό είναι το πρώτιστο καθήκον των επαναστατών με την πολύμορφη, πολυεπίπεδη και παγκόσμια πράξη τους. Στη σκέψη του δεν υπάρχει ίχνος οικονομισμού, αυτόματης κατάρρευσης, μεταρρυθμιτισμού, εξελικτικισμού που λαθεμένα αποδίδονται στην Κομμουνιστική Διεθνή, στο λεγόμενο «σοβιετικό μαρξισμό» ή ακόμα και στο μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα.

Ο Γ. Χ. έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικής κατάστασης του επαναστατικού κινήματος και της οπισθοχώρησης που έχει συντελεστεί. Υπογραμμίζει σε όλο το έργο των τελευταίων χρόνων της ζωής του πως είναι πλέον υπεραναγκαία μια «νέα συνείδηση». Προσδιορίζει -και επιμένει σε αυτό- τη σχέση που συνδέει το παρελθόν με το παρόν (κατά συνέπεια και το μέλλον) με τις διαδικασίες ωρίμανσης της νέας συνείδησης:

Για να ωριμάσει η νέα συνείδηση δεν αρκεί η "κάθοδος στα βάθη" στο παρελθόν, στην ιστορία, αλλά η ταυτόχρονη "κάθοδος" σε βάθος στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα (Γ.Χ., Το «τέλος» του κομμουνισμού, Επίλογος, σελ. 422).

Το παρόν βιβλίο είναι μια τέτοια «κάθοδος», είναι μια συγκεκριμένη τοποθέτηση κι όχι απλά η αναφορά στην ανάγκη της «καθόδου» ή μόνο στις προδιαγραφές της. Έτσι δικαιολογείται η ύπαρξη του.

 

Β.

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με τις ακόλουθες εκτιμήσεις. Η σημερινή κατάσταση του κινήματος και γενικά του χώρου της Αριστεράς είναι τέτοια που απαιτεί να απαντηθούν πολλά και κρίσιμα ερωτήματα. Όχι μόνο το τι συνέβηκε στη χώρα μας τα τελευταία 25 πάνω-κάτω χρόνια, αλλά κυρίως τα γεγονότα και οι εξελίξεις στο διεθνή ορίζοντα, το τεράστιο πισωγύρισμα που σημειώθηκε, η δραματική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης, όλα αυτά ζητούν απαντήσεις. Όπως και η αναγνώριση της σημερινής κατάστασης και η εκτίμηση όλων των αλλαγών που συντελούνται σε όλους τους τομείς και σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Η απάντηση όμως των ζητημάτων αυτών δεν μπορεί να γίνει μονόπλευρα, δεν είναι καθαρά ή κύρια ζήτημα διανοητικής προσπάθειας (παρόλο που χρειάζεται κι αυτή σε μεγάλο βαθμό). Μπορεί να γίνει και είναι αναγκαίο να γίνει ξεκινώντας, ή ακόμα ξαναξεκινώντας από το επίπεδο των αναγκών, της ταξικής πά­λης, του βαθμού οργάνωσης και του συγκεκριμένου επίπεδου συνείδησης που σήμερα έχει διαμορφωθεί. Η διαρκής ενασχόλη­ση με αυτά τα πεδία ορίζει μια πράξη πλούσια η οποία οφείλει, αν σέβεται τον εαυτό της, να πασχίζει να υπάρχει μια αξεδιά­λυτη ενότητα ανάμεσα στη θεωρητική και πραχτική πλευρά της. Αυτό αποτελεί μια απαίτηση, αν έχουμε σκοπό την ανα­τροπή συσχετισμών και την εδραίωση, ανάπτυξη ενός κομμου­νιστικού κινήματος στις σύγχρονες συνθήκες. Τα τελευταία 25 χρόνια, δεν ήταν χρόνια χωρίς κινήματα, χωρίς ευκαιρίες, χωρίς δυνατότητες να υπάρξει μια διαφορετική εξέλι­ξη από την πλευρά του κινήματος, τοπικά και διεθνώς. Αυτό το σημειώνουμε γιατί δεν σκύβουμε μοιρολατρικά μπροστά σε έ­ναν συσχετισμό που διαμορφώθηκε, ούτε θεωρούμε πως ο ση­μερινός συσχετισμός δεν μπορεί να ανατραπεί. Όμως αν θελήσει κανείς να κρίνει το επίπεδο οργάνωσης και συνείδησης που έφεραν στην επιφάνεια τα ανταγωνιστικά κινήματα των δεκαετιών του '80 και '90, θα δει ότι ήταν πολύ πιο πίσω από τις απαιτήσεις που η ιστορική πορεία είχε θέσει. Η αιτία αυτής της καθυστέρησης, δεν μπορεί να εντοπιστεί σε όσους κινήθηκαν όπως κινήθηκαν (και είναι θετικό που υπήρξαν, που δήλωσαν την παρουσία τους, που δεν υποκλίθηκαν), αλλά εντοπίζεται, οφείλεται στη διάλυση και κρίση του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο αυτή. Το μεν τμήμα της επίσημης αριστεράς ενσωματωνόταν και γνώριζε μέρες «δόξας» με τα γκορμπατσωφικά ανοίγματα και ένοιωθε τον κυβερνητισμό, τη συμμετοχή στη διαχείριση και στην εξουσία σαν μια πολύ κοντινή εκδοχή, ή αλλού μεταλλασσόταν σε ανοικτά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ή και εθνικιστικά, δεξιά, ανοικτά φασιστικά κόμματα. Αφήνοντας την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους και τους λαούς σε πλήρη σύγχυση, διάλυση του κινήματος τους, περιθωριοποίηση τους.

Το τμήμα της μη επίσημης αριστεράς, ό,τι συγκροτημένα κινήθηκε, δεν μπόρεσε να προωθήσει κάποιους συνολικότερους απολογισμούς ή ακόμα να εντοπίσει διεργασίες και τάσεις που να του δίνουν δυνατότητες πρόβλεψης, εκτίμησης, παρέμβασης με στόχο την τροποποίηση των συσχετισμών. Δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη γενική κρίση.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών των δύο καταστάσεων (που διαφέρουν ωστόσο ποιοτικά) ήταν, τα όποια ξεσπάσματα, μαζικά κινήματα, αντιστάσεις, αγώνες, εξεγέρσεις να έχουν βασικά αυθόρμητο χαρακτήρα. Με δυο λόγια και λόγω του διεθνούς συσχετισμού ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση και λόγω της έλλειψης ενός συγκροτημένου πόλου, ρεύματος, τόσο το κίνημα αντίστασης και στη δεκαετία του '80 σε όλες τις διαδικασίες της αναδιάρθρωσης σε Δύση και Ανατολή, όσο και οι αυξανόμενες και εντεινόμενες εκδηλώσεις αντίστασης ενάντια στην Νέα Τάξη από τις αρχές του '90, παραμένουν στο επίπεδο της παθητικής αντίστασης, όπου το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο χαμηλός βαθμός συγκρότησης, ο αυθόρμητος χαρακτήρας, το ασυντόνιστο των αγώνων. Υπάρχει επομένως η απαίτηση να περάσουμε από τη φάση αυτή, της παθητικής αντίστασης, σε μια νέα φάση αυτή της ενεργητικής αντίστασης, στην οποία και τα λαϊκά κινήματα θα είναι σε διαφορετικό επίπεδο και το στοιχείο της συγκρότησης και οργάνωσης θα δίνει άλλο στίγμα και δυνατότητες, μονιμότητα στην λαϊκή αντίσταση και θα δίνει τη δυνατότητα να καταφέρονται κτυπήματα, να δημιουργούνται ρωγμές στη Νέα Τάξη. Θα τοποθετήσουμε την στρατηγική και την ταχτική στις υποκειμενικές πλευρές του κινήματος, ενώ -εδώ χρειάζεται προσοχή- το αυθόρμητο στοιχείο στις αντικειμενικές πλευρές. Η οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η αποσύνθεση της παλιάς κυβέρνησης, τα αυθόρμητα ξεσπάσματα του προλεταριάτου και των τάξεων που το περιστοιχίζουν, η σύγκρουση των τάξεων -όλα αυτά είναι φαινόμενα, που η ανάπτυξη τους γίνεται ανεξάρτητα από τη θέληση του προλεταριάτου. Η στρατηγική δεν ασχολείται με αυτά τα προτσές, γιατί δεν μπορεί να τα σταματήσει ούτε να τα αλλάξει· το μόνο που μπορεί είναι να τα σταθμίσει και να στηριχθεί η ίδια πάνω σε αυτά. Συνεπώς αυτό που πρέπει να εκτιμηθεί στη σημερινή κατάσταση είναι ο λόγος των αντικειμενικών και υποκειμενικών πλευρών του κινήματος, και ιδιαίτερα σήμερα την περίοδο της παθητικής αντίστασης, στην οποία κυριαρχούν οι στοιχειώδεις, αυθόρμητες εκδηλώσεις και τα ξεσπάσματα των μαζών ενάντια στην επιβολή της Νέας Τάξης Πραγμάτων και ό,τι αυτή σημαίνει. Ίσως δηλαδή να έχουμε έντονη την παρουσία των αντικειμενικών πλευρών, αφού οι αυθόρμητες εκδηλώσεις αποτελούν φαινόμενα «φυσιολογικά», αποτελούν όρο της αντικειμενικής κατάστασης, που πρέπει να πάρει κανείς σοβαρά υπόψη του στον καθορισμό της ταχτικής και της στρατηγικής. Αν το ζήτημα είναι να περάσουμε σε ένα νέο στάδιο, αυτό της ενεργητικής αντίστασης, η διαδικασία αυτή θα είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων αλλαγών, παρεμβάσεων και δυνατοτήτων από την πλευρά του υποκειμενικού παράγοντα. Θα σημαδεύεται από μια τροποποίηση των στοιχείων της εδραίωσης λαϊκών κινημάτων, οργανώσεων, κομμάτων που με μόνιμο και σταθερό τρόπο θα είναι σε θέση να οργανώνουν την λαϊκή αντίσταση, θα στηρίζονται περισσότερο στη σχεδιασμένη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα. Το αυθόρμητο στοιχείο και τα ξεσπάσματα θα έχουν την παρουσία τους. Ποτέ δεν καταργήθηκε αυτή η πλευρά και ποτέ δεν είχαμε την πλήρη έκφραση της κοινωνικής δυναμικής μέσα από το οργανωμένο, συγκροτημένο κίνημα. Άλλωστε ισχύει πάντα η υπόδειξη του Λένιν σχετικά:

Η ιστορία γενικά, η ιστορία των επαναστάσεων μερικότερα πάντα είναι πιο πλούσια σε περιεχόμενο, πιο ποικιλόμορφη, πιο πολύπλευρη, πιο ζωντανή, πιο "πονηρή", από ό,τι το φαντάζονται τα πιο καλά κόμματα, οι πιο συνειδητές πρωτοπορίες των πιο πρωτοπόρων τάξεων. Αυτό είναι κατανοητό, γιατί οι πιο καλές πρωτοπορίες εκφράζουν τη συνείδηση, τη θέληση, το πάθος, τη φαντασία δεκάδων χιλιάδων ενώ την επανάσταση την πραγματοποιούν, στις στιγμές της ξεχωριστής ανόδου και έντασης όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων, η συνείδηση, η θέληση, το πάθος, η φαντασία δεκάδων εκατομμυρίων από τις καταπιεζόμενες τάξεις.

Φυσικά ο Λένιν δεν καταλήγει στο συμπέρασμα πως αφού η ιστορία γενικά και οι επαναστάσεις μερικότερα είναι πολύ πιο πλούσιες, θα πρέπει απλά να παρακολουθούμε τη ροή τους ή να τις αναμένουμε. Αντίθετα συνεχίζει έτσι:

Από δω απορρέουν δύο πολύ σημαντικά πραχτικά συμπεράσματα: το πρώτο, ότι η επαναστατική τάξη, για την εκπλήρωση του καθήκοντος της πρέπει να κατέχει όλες, δίχως την παραμικρή αφαίρεση, τις μορφές είτε τις πλευρές της κοινωνικής δραστηριότητας. Δεύτερο, ότι η επαναστατική τάξη πρέπει να είναι έτοιμη για την πιο γρήγορη και αναπάντεχη εναλλαγή της μιας μορφής απ' την άλλη.

Έτσι είναι αναγκαίο να παραμερίσουμε την πρώτη στρέβλωση που γίνεται συχνά μπροστά στα μάτια μας: η φράση «οι ανάγκες του κινήματος» δεν πρέπει να συνδέεται άμεσα και μόνο ή αποκλειστικά με τις ανάγκες και τα ζητήματα που τα αυθόρμητα κινήματα θέτουν. Όταν εμείς θα χρησιμοποιούμε αυτόν τον ταλαιπωρημένο όρο θα εννοούμε κάτι πολύ ευρύτερο και πλουσιότερο. Θα συμπεριλαμβάνουμε πάντα στην έννοια αυτή και τα καθήκοντα της υποκειμενικής πλευράς του κινήματος, δηλαδή κυρίως αυτά της στρατηγικής και της ταχτικής, γενικά του προγράμματος. Πόσο μάλλον που υπάρχουν φωνές και οργανώσεις που ταυτίζουν το κίνημα με τις αυθόρμητες εκφράσεις του ή ακόμα χειρότερα λειτουργούν με το σχήμα «κίνημα = ο χώρος» ή ακόμα «κίνημα = το κόμμα μου ή η οργάνωση μου».

Είναι επιτακτική η ανάγκη να συμφωνήσουμε με αρκετή ακρίβεια σε ποιο σημείο βρισκόμαστε. Από γενική άποψη βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο, όπου είναι ασταθή τα στοιχεία της συγκρότησης, είναι εξαιρετικά αδύνατα τα στοιχεία και οι υποκειμενικές πλευρές του κινήματος και πρέπει μέσα από μια σύνθετη διαδικασία να δυναμώσουν, να ωριμάσουν και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες συγκρότησης. Γι' αυτό η κύρια προσοχή πρέπει να στραφεί στο να καταστήσουμε τα στοιχεία συγκρότησης σταθερά, να δυναμώσουμε τις υποκειμενικές πλευρές του κινήματος. Να δυναμώσουν δηλαδή τα στοιχεία της γνώσης και συνείδησης των δυνάμεων που πασχίζουν για μια διέξοδο, για το άνοιγμα ενός δρόμου, για να κατοχυρωθεί μια γενική γραμμή, να κατανοηθεί η ανάγκη της πάλης ενάντια στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, να κατανοηθεί η ανάγκη γενικά της πολιτική επιστήμης, ειδικότερα της στρατηγικής και της ταχτικής, να δυναμώσουν τα στοιχεία του κομμουνιστικού προγράμματος. Η άποψη και η στάση του συγγραφέα είναι συγκεκριμένη. Πρώτο βήμα για να γίνουν όλα αυτά είναι να υπάρχει επιμονή και σταθερότητα, συγκέντρωση των κυρίων δυνάμεων στην κατεύθυνση αυτή, όχι περισπασμοί και προσχωρήσεις προς τον πολυποίκιλο εκτονωτισμό. Αποφυγή ψεύτικων προβλημάτων ψευτοδιλημμάτων. Ο ίδιος για παράδειγμα θεωρεί ψευτοδίλημμα την αντιπαράθεση γύρω από τη θεωρητική επάρκεια ή τη θεωρητική ανεπάρκεια, προωθώντας μια στοιχειώδη απαίτηση: τη στοιχειώδη θεωρητική-πραχτική ανταπόκριση με βάση ένα υλικό που η δράση του κινήματος έχει θέσει και μια πραγματικότητα που στην εξέλιξη της η δράση διαμορφώνει.

Η θεωρητική επάρκεια ή ανεπάρκεια σαν κρίσιμο σημείο διάστασης ανάμεσα σε όσους εφησυχάζουν και σε όσους ανησυχούν αποτελεί στην ουσία ένα ψευδοπρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι άλλο και αυτό το υπογραμμίζει η οξύτητα που μ' αυτήν παρουσιάζεται σήμερα η ανάγκη θεωρητικής και πραχτικής ανταπόκρισης στις απαιτήσεις μιας όλο και πιο πολύπλοκης και περίπλοκης πραγματικότητας. Το «σήμερα» βέβαια έχει σχετική σημασία. Η έννοια του αφορά όχι μονάχα το σήμερα αλλά και την εικοσαετία που πέρασε.

Οι εφησυχάζοντες είναι όσοι θεωρούν ή υποτάσσονται στην «πραγματικότητα» ενός ανεπίστρεπτου παρελθόντος, που έχουν παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια ανατροπής των συσχετισμών που έχουν δημιουργηθεί σε διεθνή και εσωτερική κλίμακα μετά τις «εκτροπές από την τάξη» γεγονότων που σημάδεψαν τις προηγούμενες δεκαετίες με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση. Η πίεση τέτοιων συσχετισμών διαφοροποιεί και το «στρατόπεδο» των ανησυχούντων. Έτσι ενώ συσσωρεύτηκε στην τελευταία 30ετία ένα πλούσιο υλικό σε όλους τους τομείς, θεωρητικό, πολιτικό, οργανωτικό, η επεξεργασία του έχει αφεθεί στα «τρωκτικά των βιβλιοθηκών» με κίνδυνο που έχει κιόλας επαληθευθεί, να χρησιμοποιηθεί προς όφελος υπαρχόντων συσχετισμών... Το καθήκον του καθένα είναι στο μέτρο των δυνάμεων του να μετατρέψει την ανησυχία του σε πράξη. Κι αυτό με την πλήρη έννοια της λέξης. Να συμβάλει δηλαδή στην κάλυψη της ανάγκης για μια στοιχειώδικη ανταπόκριση στις απαιτήσεις της περίπλοκης και πολύπλοκης πραγματικότητας θεωρητικά-πραχτικά, πασχίζοντας να το κάνει αυτό σε αξεδιάλυτη ενότητα (αδημοσίευτο σημείωμα, 1990).

Στην ελλαδική περίπτωση είχαμε κυριαρχία στις δύο δεκαετίες ορισμένων καταστάσεων σε όσους κινήθηκαν (γιατί υπήρχαν και αυτοί που δεν κινήθηκαν και θεωρητικοποίησαν τη μη κίνηση ή την ενσωμάτωση τους κυρίως στο πασοκισμό, όπως για παράδειγμα το ρεύμα του ακαδημαϊκού μαρξισμού). Κύριο χαρακτηριστικό ήταν η θεωρητικοποίηση αδυναμιών, η αναπαραγωγή μυθολογικών αντιλήψεων, ο δογματισμός, ο ακολουθητισμός από διάφορα κέντρα. Σ' αυτό το έδαφος εκδηλώθηκαν δύο μεγάλες διαστροφές:

Η «ψευτο-οργάνωση και η φανταστική συσσώρευση δυνάμεων» (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 226), και τέτοιες δυστυχώς είχαμε πολλές. Όχι μία αλλά πολλές φορές στο όνομα διαφόρων «ιστορικών» αναγκών και «αποφασιστικής» σημασίας «μαχών», καθοδηγητικές ομάδες ή και καθοδηγητές ρίχνονταν σε περιπέτειες «διάσωσης» του κινήματος, ξεχνώντας κάθε σχέση με την πραγματικότητα και αποκτώντας ένα άλλο κουσούρι, ολέθριο για το κομμουνιστικό κίνημα: το διαζύγιο από την αυτοκριτική τοποθέτηση, από το να ξανα-εξετάζεις πλευρές της δράσης.

Η άλλη διαστροφή αφορούσε τη δικαιολόγηση της παθητικότητας και την παράκαμψη των καθηκόντων στο όνομα της μη συντελεσμένης συσσώρευσης. Οι φορείς της αντίληψης αυτής ισχυρίζονται πως δεν μπορούν σήμερα να απαντηθούν ζητήματα, προέχει η συσπείρωση δυνάμεων, η παρέμβαση και «μετά βλέπουμε», τη στιγμή κατά την οποία η μη απάντηση διαφόρων "προγραμματικών ζητημάτων καθιστούσε ουσιαστικά αναποτελεσματική, παρελκυστική, εκτονωτική, καταδικασμένη στην αποτυχία κάθε απόπειρα «σωτηρίας» με άλλα μέσα. Το χειρότερο είναι πως οι φορείς αυτής της όχι και τόσο παράδοξης -θα λέγαμε φυσιολογικής πλέον στάσης- αντιμετώπιζαν με εξαιρετική καχυποψία τη σκέψη και τη στάση του συγγραφέα. Αντιλαμβάνονταν ότι έρχεται σε ρήξη με τον κεντρικό πυρήνα της επιλογής τους. Ότι η ίδια η στάση του αμφισβητεί το ρόλο και την επιλογή τους. Ο ίδιος είναι σε διαρκή πόλεμο με την ακινησία της σκέψης ή την απουσία κάθε σκέψης, όταν δηλώνει πολύ συγκεκριμένα πως:

Έτσι δεν αρκεί η επανάληψη γενικών αληθειών δίχως να δοκιμάζονται οι αλήθειες αυτές μέσα στην αντιπαράθεση και την πάλη. Να επαναλαμβάνουμε τα ίδια που λέγονταν το 1960 λ.χ, δίχως να νοιαζόμαστε για το τί έχει συμβεί από τότε, είναι καλό αυτό ατομικά για τον καθένα, αλλά είναι ολέθριο αν εκφράζεται σα θέση ομάδας, κίνησης, οργάνωσης, κόμματος ( Γ. Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 142).

Φυσικά άβυσσος χωρίζει τις δύο αυτές τοποθετήσεις και στάσεις, τόσο σε επίπεδο μεθοδολογικό όσο και ουσίας. Άλλη εκδοχή αυτής της δεύτερης διαστροφής είναι η «δυστυχισμένη συνείδηση». Η μετριοκρατία, συναντιέται με ένα νεοελληνικό ωχαδελφισμό που χύνεται στο βάλτο της άποψης «τόσα μπορούμε, τόσα κάνουμε», «τα γράμματα μας είναι ολίγα», «όλοι είμαστε αποτυχημένοι» και άλλα παρεμφερή. Στην δεξαμενή αυτή μπορεί να συνευρεθούν άτομα και καταστάσεις με την πιο διαφορετική προέλευση. Κοινός παρανομαστής δεν είναι μόνο η αδιαφορία απέναντι στα προγραμματικά ζητήματα, αλλά και ο πόλεμος, ο χλευασμός, η ειρωνεία σε όποιον θέτει σαν κεντρικό ζήτημα την απάντηση τέτοιων ζητημάτων. Το παρόν βιβλίο έρχεται σε μια στιγμή που έχουν συμβεί μεγάλα γεγονότα στην περιοχή και ένα μεγάλο τμήμα ανθρώπων έχει κινηθεί τα δύο τελευταία χρόνια. Είχαμε δηλαδή μια μαζική κίνηση αντίστασης, καταγγελίας του πολέμου και του ιμπεριαλισμού τέτοια που είχε αρκετά χρόνια να εμφανιστεί. Στη μαζική αυτή κίνηση βαραίνουν τόσο οι συσχετισμοί που καταγράφονται είτε κάτω από τον κυνισμό και τις ισοπεδώσεις της Νέας Τάξης στην περιοχή είτε από τις επιτυχίες της αστικής πολιτικής και την ηγεμονία που κατορθώνει να εξασφαλίζει παρά τις μεγάλες λαχτάρες, τις αντιθέσεις και τις αμφισβητήσεις από τα κάτω. Βαραίνουν επίσης η αίσθηση της αναποτελεσματικότητας, η σύγχυση και η διαγραφόμενη περιθωριοποίηση της επίσημης Αριστεράς ή ακόμα και η κατάσταση πολυδιάσπασης της «μικρής αριστεράς».

Η έκδοση του βιβλίου αυτού γίνεται σε μια στιγμή που θεωρούμε εξαιρετικά αναγκαίο να στραφεί γύρω από τα προγραμματικά ζητήματα το ενδιαφέρον, η κίνηση, η αναζήτηση του δυναμικού της αριστεράς που θέλει να αγωνιστεί για την οικοδόμηση μιας ελπιδοφόρας προοπτικής. Αυτό θα δώσει άλλη πνοή και προοπτική στην αναγκαία πραχτική κίνηση και αντίσταση. Το βιβλίο προσφέρει πλούσιο και συγκεκριμένο υλικό για τη στροφή αυτή.

Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που δικαιολογεί την ύπαρξή του.

 

Γ.

Ο τρίτος λόγος είναι πιο ειδικός και αφορά τη συνολική προσπάθεια της Α/συνεχεια.

Στα 1993 και ενώ ο Γιάννης Χοντζέας συμμετέχει στην Α/συνεχεια, αναλαμβάνει να γράψει ένα κείμενο που να απαντά στις ανάγκες των προγραμματικών κατευθύνσεων της Α/συνεχεια, γιατί είναι κοινή πεποίθηση πως χρειάζεται το πέρασμα σε ένα νέο κύκλο ζωής και ύπαρξης της συλλογικότητας αυτής. Επομένως γράφει ένα «προσχέδιο προγραμματικών θέσεων» που αφορά μια συγκεκριμένη προσπάθεια και στοχεύει στον παραπέρα πολιτικό ιδεολογικό εξοπλισμό της.

Το έργο πρέπει να κριθεί και από τη διάσταση αυτή. Να κριθεί δηλαδή το αν είναι αναγκαία και απαραίτητα τέτοια κείμενα, αν οδηγούν στο στόχο που προσπαθούν να υπηρετήσουν, αν συμβάλλουν σε μια ουσιαστική συγκρότηση, αν συμβάλλουν στη θεμελίωση μιας προοπτικής και ενός προσανατολισμού. Η δημοσίευση του συμβάλλει στο να αποκτηθούν κριτήρια και από την πλευρά αυτή. Και ας μη νομιστεί εύκολο εγχείρημα η συγγραφή ενός κειμένου που αποσκοπεί όχι μόνο σε κωδικοποιημένη «κάθοδο» στο παρελθόν και στο παρόν, αλλά που προσπαθεί να μετουσιώσει αυτή την κάθοδο και τα συμπεράσματα της σε κατεύθυνση και σε στόχους μιας συλλογικής κίνησης. Γιατί έχει μεγάλη διαφορά να έχεις μια άποψη -όχι ότι αυτό είναι εύκολο- από το να υιοθετείται μια άποψη από ένα σύνολο και να εκφράζεται έτσι το επίπεδο ωριμότητας του συνόλου.

Όμως υπάρχει ακόμα μια πλευρά που η έκδοση του βιβλίου αυτού βοηθά να γίνει κατανοητή, ορατή. Από το θάνατο του Γ.Χ. έχουν περάσει αρκετά χρόνια και το κείμενο αυτό προσφέρει μια καθαρή βάση για την κριτική αποτίμηση της δραστηριότητας και των προσπαθειών που ακολούθησαν. Θελήσαμε να κινηθούμε με συνέπεια γύρω από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου αυτού που μάλιστα πρωτοκυκλοφόρησε σε φωτοτυπημένη μορφή στο εσωτερικό της Α/συνεχεια με τίτλο «για τις προγραμματικές κατευθύνσεις της Α/συνεχεια».

Τόσο ο αναγνώστης, όσο και όσοι παρακολουθούν από μέσα ή από κοντά τη δράση της οργάνωσης μας, μπορούν να κρίνουν και να διαμορφώσουν κριτήρια για τη δράση και τη στάση μιας οργάνωσης που θέλει να στέκεται με συνέπεια απέναντι σε στόχους που θέτει και δοκιμάζει. Κεντρικό ερώτημα για το διάστημα που μεσολάβησε είναι: κινήθηκε σε γενικές γραμμές η Α/συνεχεια στην τροχιά της προβληματικής και των κατευθύνσεων που διαγράφονται στο κείμενο αυτό; Η κυκλοφορία του βιβλίου είναι επομένως μια καλή ευκαιρία να ξαναδεί κανείς τη δράση του, να αναστοχαστεί πάνω σε αυτή, να εκτιμήσει κριτικά την πορεία του, να επιζητήσει την κριτική και τον προβληματισμό, να ανεβάσει συνολικά το επίπεδο της πολιτικής σκέψης του.

Στους χώρους της αριστεράς στην Ελλάδα, δεν είναι συνηθισμένη μια ανάλογη στάση. Σπάνια, ίσως και ποτέ δε θα δείτε να υπάρχει χρόνος για σκέψη, για κριτική, για δημιουργία κριτηρίων, για αυτοκριτική. Η Α/συνεχεια σεβόμενη πρώτα απ' όλα τον εαυτό της και προσπαθώντας να είναι μια συμβολή στη μεγάλη υπόθεση της αναγέννησης του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, προσπαθεί να προχωρά βήμα το βήμα, εξηγώντας τις επιλογές της, τους σχεδιασμούς της, αναλύοντας τους λόγους που οδηγούν σε τροποποιήσεις ή αλλαγές. Ξαναδιαβάζουμε και εμείς την περίοδο αυτή το κείμενο και συζητάμε για την πορεία μας, όχι για να απομακρυνθούμε από τους στόχους αλλά για να τους πλησιάσουμε.

 

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ «ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ»

α. Ο Γιάννης Χοντζέας μια ξεχωριστή περίπτωση στο σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, είναι μια σπάνια και ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας και ιδιαίτερα στην κίνηση που προσπάθησε να αντισταθεί στον εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος. Όλη η ζωή του Γιάννη Χοντζέα ήταν μια επίμονη και επίπονη προσπάθεια σύνδεσης με την πραγματικότητα και τα βασικά προβλήματα της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος.

Γεννήθηκε στην Κορώνη της Μεσσηνίας το 1930. Σε ηλικία μόλις 11 χρονών αποκτά τις πρώτες επαφές με την αντίσταση. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ και στο ΚΚΕ σε νεαρότατη ηλικία και αναπτύσσει πλούσια δράση στο χώρο των Ανατολικών Συνοικιών της Αθήνας, όπου είναι γνωστός σαν Αριστείδης. Η αγωνιστική του δράση και η κομμουνιστική του ταυτότητα τον έφερε αντιμέτωπο, όπως και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές, με διώξεις, συλλήψεις, βασανισμούς, δίκες, εξορίες. Άντεξε σε όλα τα κολαστήρια, όπως αυτό της Μακρονήσου, με βαριές συνέπειες για την υγεία του. Στη δεκαετία του '50 εξόριστος στον Αη-Στράτη, μαζί με τη μεγαλύτερη μάζα των κομμουνιστών αντιτάσσεται στην ανατροπή της επαναστατικής κατεύθυνσης στο ΚΚΕ.

Από τις αρχές της δεκαετίες του '60 πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε σε μια πολυεπίπεδη ιδεολογική δουλειά γενικής προετοιμασίας, δίνοντας και μ' αυτό το τρόπο το «παρών» του. Υπήρξε βασικός ιδεολογικός και πολιτικός διαμορφωτής της Α/συνεχεια. Πέθανε στις 24 Οκτώβρη του 1994.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση, για όποιον μελετήσει την ζωή του, τα βιώματα του, τις γενικές συνθήκες ύπαρξης και δράσης του, το πολιτικό και πολιτιστικό του περιβάλλον, θα εκπλαγεί από το γεγονός που καταγράφεται σαν μια αντίθεση: πώς αυτός ο άνθρωπος που σε όλη τη ζωή του υπήρξε «ακραίος» ζώντας στο πετσί του όλα τα κόστη αυτής της στάσης σε ένα βαθμό που λίγοι γνώρισαν και άντεξαν, - και εδώ εννοούμε και τις διώξεις, τα βασανιστήρια, την παρανομία, τις δυσκολίες επιβίωσης και τα προβλήματα υγείας, αλλά και τη συκοφάντηση, το κυνήγημα από χτεσινούς συντρόφους, το στιγματισμό από καθοδηγήσεις, τη «δίαιτα», την απομόνωση, την αγνόηση- κατόρθωσε να διατηρεί την ικανότητα να βλέπει το καινούργιο, να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές και να επιμένει να ορίζεται σε σχέση με τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα; Αρνήθηκε σε όλη τη ζωή του να επαναπαυτεί στις «σταθερότητες» και τα «σταθερά σχήματα» που πιθανά η πολυτάραχη ζωή του -και η ιστορία του αριστερού κινήματος- μπορούσε να προσφέρει, δεν επαναπαύτηκε ούτε εξαργύρωσε με οποιοδήποτε τρόπο τους αγώνες και τις θυσίες, δε συμπεριφέρθηκε σα βετεράνος, σαν άνθρωπος με αξιώματα, σαν άνθρωπος που έχει κάποια εξουσία. Ούτε θέλησε να γίνει επώνυμος ή συγγραφέας. Ούτε κλείστηκε στην αλήθεια του και στις μεγάλες διηγήσεις...

Ο Γ.Χ. είναι μια σπάνια και ξεχωριστή περίπτωση, γιατί απόκτησε την ικανότητα να «βλέπει», να εκτιμά, να έχει άποψη διεισδυτική, κριτική φρέσκια. Την ικανότητα να μη χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, να μην ξεκόβεται από αυτήν. Όποιος μελετήσει την περίπτωση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος διαπιστώνει πως υπάρχουν σε αυτό πολλές ιδιο­μορφίες που κάθε φορά πρέπει να εντοπίζονται και να μελετιούνται. Για παράδειγμα, πώς έγινε και χιλιάδες άνθρωποι έδειξαν τέτοια απλοχεριά, δέθηκαν με το κομμουνιστικό κίνημα και έδωσαν ζωή σε μια λαμπρή δεκαετία ('40-'50) αλλά και άντεξαν τόσα και τόσα στη δύσκολη δεκαετία του '50 (τρομοκρατία, διώξεις, εκτελέσεις), ενώ επικρατεί γενικά η άποψη ότι το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας ήταν από τα πιο καθυστερημένα και βασικά ετερόφωτο (για να χρησιμοποιήσουμε μια επιεική έκφραση των επικριτών του);

Πώς έγινε και σε αυτό το κόμμα, που όλοι χαρακτηρίζουν σαν ολόπλευρα εξαρτημένο από το ΚΚΣΕ, εκδηλώθηκε μια μεγάλη ανταρσία ενάντια στη σοβιετική επέμβαση στα μέσα της δεκαετίας του '50, επέμβαση και αντίσταση που σημάδεψε όλη τη μετέπειτα ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα; Τί άνθρωπος ήταν τελικά ο κουκουές, ποια τα βασικά του χαρακτηριστικά, η διαμόρφωση του, η συγκρότηση του; Γιατί και πώς συμπεριφέρθηκε έτσι και όχι αλλιώς; Ο Γιάννης Χοντζέας είναι ένας τέτοιος κουκουές, γέννημα και θρέμμα της εποχής των θυελλών και των μεγάλων δοκιμασιών, όπως δεκάδες χιλιάδες άλλοι. Κουκουές της δεκαετίας του '40-'50 αλλά και κουκουές που δεν αποδέχεται -όπως και χιλιάδες άλλοι - το «νέο πνεύμα» που φέρνει η νέα γραμμή που επιβάλλεται στο κομμουνιστικό κίνημα από τους Χρουτσώφ και λοιπούς. Το ιδιαίτερο και το σπάνιο σε αυτόν δεν είναι η συνέπεια και η αγωνιστικότητα ή ακόμα η μη αποδοχή του ρεβιζιονισμού. Αυτό που τον διαχωρίζει, αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι πως έχει την ικανότητα να εκτιμά, να διαμορφώνει άποψη, να εμβαθύνει. Κατόρθωσε να μην μείνει εγκλωβισμένος σε σχήματα, παραδόσεις, τελετουργικά, μυθοπλασίες. Στα πάνω από 50 χρόνια συνειδητής δράσης του βρέθηκε πάντα χωρίς να λογαριάσει κανένα κόστος, στη σωστή όχθη. Αγωνίστηκε και πολέμησε όλο το καθεστώς της καταπίεσης και εκμετάλλευσης, τους ξένους καταχτητές και τους τοποτηρητές τους. Μπόρεσε να εξεγερθεί ενάντια στην προσαρμογή και τον εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος από τα χρόνια εκείνα που είχε γίνει ήδη κατάσταση κι όχι μετά το '90. Συνέδεσε το όνομα του και τη δράση του με ό,τι πιο δημιουργικό, βαθύ, ουσιαστικό είχε να δώσει το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα στη χώρα μας. Για 15 και πάνω χρόνια, τα τελευταία της ζωής του μελετά την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, την αναδιάρθρωση σε Δύση και Ανατολή, προσπαθεί να θέσει τις βάσεις για μια «γενική προετοιμασία» για ένα νέο ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Όπως έδειξε σε όλη του τη ζωή ήταν βαθιά επαναστάτης και είχε αυτήν την καταπληκτική δύναμη να ξαναρχίζει από την αρχή κάθε φορά που αυτό ήταν αναγκαίο.

Ο Γιάννης Χοντζέας ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν άποψη, που έχουν βαθιές πεποιθήσεις. Η συγκρότηση του είναι τέτοια που δεν επιτρέπει διάσταση ανάμεσα στο θεωρητικό και το πολιτικό επίπεδο. Αν αυτά βρίσκονται σε διάσταση για καιρό σημειώνονται εκρήξεις, σημαντικές διαφωνίες, παρεκκλίσεις. Οι θεωρητικές του τοποθετήσεις δεν μπορούν παρά να έρχονται σε αντίθεση ή αντίφαση με τον τακτικισμό και το χειρισμό διαφόρων ζητημάτων, είτε για το «καλό του κόμματος» ή για τους αποκαλούμενους «τίμιους οπορτουνισμούς» που γίνονται τάχα για το καλό του κινήματος. Για το Γ.Χ. οι θεωρητικές και πραχτικές τοποθετήσεις πρέπει να βρίσκονται σε αξεδιάλυτη ενότητα ή να πασχίζουν για την ανταπόκριση αυ­τής της απαίτησης όταν οι όροι δεν το καθιστούν εφικτό. Δεν ανέχεται όμως τη θεωρητικοποίηση της αναντιστοιχίας θεωρητικών και πολιτικών επιπέδων, είναι σε διαρκή πόλεμο με την οπορτουνιστική άποψη «το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός δεν έ­χει σημασία», είναι σε πόλεμο με τον πολιτικαντισμό, τον τακτικισμό (όλους τους «αιλουροειδείς» όπως τους ονόμαζε), την προσαρμογή στην αστική πολιτική, την απονεύρωση όλων των βασικών στοιχείων του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτές οι ιδιότητες - αν μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι- έκαναν την συνύπαρξη του δύσκολη ή και αδύνατη με όσους δεν είχαν άποψη, χειρίζονταν τα ζητήματα, αδιαφορούσαν για τη στοιχειώδη θεωρητικο-πραχτική ανταπόκριση, ταλαντεύονταν διαρκώς, αναζητούσαν εύκολες λύσεις και «σταθερότητες» σε στιγμές που έπρεπε κανείς να κολυμπήσει στα βαθιά και να αναπτύξει μια ανεξάρτητη σκέψη. Με δυο λόγια ήταν εξαιρετικά δύσκολος για τους «δίπορτους».

Από τα μέσα της δεκαετίας του '50, πριν ακόμα ξεκινήσει η μεγάλη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, ο Γ.Χ. έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κομμουνιστικό κίνημα χρειάζεται μια βαθιά επαναστατική ανανέωση. Έχει εκφράσει πολλές φορές την άποψη του και έχει προχωρήσει σε πολλές κριτικές πριν φθάσουμε στη περίφημη «στροφή» του 1956. Πολλοί φαντάζονται ότι ο Γ.Χ. θα προσχωρήσει στη «νέα κατάσταση», αφού αυτός για χρόνια κρατούσε κριτική στάση σε πολλά ζητήματα. Ο ίδιος όμως αντιλαμβάνεται πως αυτή η «στροφή» δεν έχει καμιά σχέση με την βαθιά ανανέωση του περιεχόμενου του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση της ιστορικής πείρας και των οριζόντων που ξανοίγονταν, αλλά αντίθετα σχετίζεται με το γκρέμισμα του επαναστατικού πνεύματος και των ηρωικών παραδόσεων και οδηγεί στον εκφυλισμό. Συνεπής όμως με την εκτίμηση του δεν ενδιαφέρθηκε για μια αποκατάσταση του παρελθόντος, δεν αντιμετώπισε το παρελθόν σαν κάτι υπεράνω κάθε κριτικής και χωρίς λάθη. Προχώρησε στη διαμόρφωση και προβολή μιας αντίληψης και μιας άποψης που προσπάθησε να διαποτίσει το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας.

Πραγματικά η "αποσταλινοποίηση" σήμαινε στην πράξη αποκομμουνιστικοποίηση. Και τούτο γιατί καπηλεύτηκε και μετασχημάτισε αυθεντικές και ώριμες απαιτήσεις για άλλου είδους διορθώσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Και φυσικά αυτό θα είχε συνέπειες για όλα τα εθνικά, δημοκρατικά και κοινωνικά κινήματα και επομένως για την πορεία των πραγμάτων στον κόσμο (Γ.Χ., Το «τέλος» του κομμουνισμού, σελ. 310).

Από την άποψη του συμφέροντος της υπόθεσης του κομμουνισμού σαν κινήματος διεθνούς, μια άλλη στροφή θα είχε πολύ μικρότερο βραχυπρόθεσμα "κόστος" απ' αυτή τη "στροφή" Και ήταν σε θέση πολύ πιο άνετα να τη σηκώσει το κίνημα σαν σύνολο. Η στροφή αυτή θα αφορούσε πρώτα απ' όλα την υπέρβαση της αντίθεσης, για μια προηγούμενη περίοδο, του "εθνικού" και του "διεθνούς" (όπ. π.).

Ο Γιάννης Χοντζέας ήταν μοναδική ηγετική φυσιογνωμία του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, που ξεχώρισε για το βάθος της σκέψης του και για τη διεισδυτική του ικανότητα στην εκτίμηση ιστορικών φάσεων και περιόδων. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η άποψη, η τοποθέτηση γύρω από σημαντικά και καίρια ζητήματα, είναι η διεισδυτική ματιά, και η αντοχή στο χρόνο διαφόρων τοποθετήσεων του. Αυτό τον ξεχώρισε, αυτό τον κατοχύρωσε στη συνείδηση του κόσμου που ακολούθησε τον δρόμο της πάλης ενάντια στο ρεβιζιονισμό, αυτό είναι το στοιχείο που του προσδίδει κύρος.

β. Η σιωπή γύρω από το έργο του και τις επιλογές του. Μια ερμηνεία.

Και όμως συμβαίνει ακόμα ένα παράδοξο: ενώ ο ίδιος δηλώνει την παρουσία του με το έργο του και τις παρεμβάσεις του, υπάρχει μια εκπληκτική και πολύμορφη σιωπή γύρω από αυτό. Ενώ ο ίδιος είναι αρκετά γνωστός στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος της Ελλάδας και οι τοποθετήσεις του έχουν και ουσία και κάτι ιδιαίτερο να δώσουν, στην πραγματικότητα ελάχιστοι ασχολούνται, διαβάζουν ή μελετούν τα έργα του. Μια ιδιότυπη καραντίνα περιστοιχίζει το έργο και τη σκέψη του. Για παράδειγμα το 1993 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Το "τέλος" του κομμουνισμού» στο οποίο εκθέτει την άποψη του για όλα όσα συμβαίνουν εκείνη την περίοδο αλλά και για επίμαχα ζητήματα της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Εκτός από μια βιβλιοκριτική (Γιάννης Οικονόμου, περιοδικό Ουτοπία, 1995) τίποτα περισσότερο. Ακόμα και από όσους υποτίθεται ότι ακολούθησαν έναν παρεμφερή δρόμο εναντίωσης στο ρεβιζιονισμό, από «συγγενικούς» ας πούμε χώρους, υπάρχει απόλυτη σιωπή για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Στην ουσία υπάρχει μια απόλυτη σιωπή για ολόκληρο το έργο του. Είναι σα να μην υπάρχει.

Εδώ γεννάται ένα ερώτημα: γιατί αυτή η στάση απέναντι στο έργο του; Όσο κι αν ψάξει κανείς για μια ουσιαστική απάντηση δεν μπορεί να βρει κάτι ικανοποιητικότερο από την αδιαφορία για τα προγραμματικά ζητήματα, την αδιαφορία για εμβάθυνση, αδιαφορία να κινηθεί κανείς έξω από αυτά που έχει συνηθίσει και τις «σταθερότητες» που τυχόν του παρέχουν, έξω από τις μικροεξουσίες που ακόμα η καθυστέρηση μπορεί να προσφέρει.

Από το χώρο της επίσημης αριστεράς είναι κατανοητή αυτή η «απαγόρευση». Ο χώρος όμως της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ενώ έχει μπροστά στα μάτια της την παρουσία ενός διανοητή και αγωνιστή που μπορεί να δώσει περιεχόμενα, που διαθέτει ένα άκρως γόνιμο μυαλό (περίπτωση σπάνια και ξεχωριστή, με πολλές θεωρητικές, πολιτικές και ιστορικές δυνατότητες) τον αντιμετωπίζει με το χειρότερο τρόπο. Απομακρυνόμενος ο χώρος αυτός από το κεντρικό καθήκον της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, κατατρώγεται με διάφορα υποκατάστατα και μονομανίες.

Όλη η ζωή του Γιάννη Χοντζέα ήταν μια επίμονη και επίπονη προσπάθεια σύνδεσης με την πραγματικότητα και τα βασικά προβλήματα της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος. Η ματιά του ήταν διεισδυτική γιατί έθεσε το στόχο να υπηρετήσει με όλες του τις δυνάμεις την προσπάθεια σύνδεσης. Πάσχισε, μόχθησε, εμπνεύστηκε, θεώρησε τη ζωή του κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Ήρθε επομένως αντιμέτωπος με πλήθος από διώξεις, κατατρεγμούς και σε σύγκρουση με θεωρίες, πόζες, καμώματα, ίντριγκες, διαστροφές, μαγαζακισμούς, υποκατάστατα κάθε λογής.

Ο Γιάννης Χοντζέας είναι ένας μεγάλος κομμουνιστής, κύρια γιατί κατάφερε, με πολύ κόπο και προσπάθεια και σε μεγάλο βαθμό μόνος του, να αναμετριέται με τα ζητήματα και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι κομμουνιστές και το κίνημα τους. Το έργο του είναι στην ουσία και κατά βάση ενιαίο. Δεν μπορεί να διαχωριστεί, να κρατήσει κανείς ό,τι θέλει και το υπόλοιπο να το αγνοήσει, ή να νοιώθει ότι δεν χρειάζεται καν να τοποθετηθεί για αυτό. Η ουσία της άποψης του έχει διαμορφωθεί από τα χρόνια του '50-'60. Σε καμιά στιγμή του έργου και της ζωής του δεν φαίνονται ασυνέχειες όσο αφορά την άποψη του. Από τη δεκαετία του '80 και μετά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας, ιδιαίτερα της κρίσης και της αναδιάρθρωσης και εξετάζει όλα αυτά σε στενή συνάρτηση με τις εκτιμήσεις για τη στενή σχέση που έχουν οι διαδικασίες αυτές με την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι μεγάλος κομμουνιστής γιατί κατόρθωσε να δει, να εκτιμήσει το κύριο και το βασικό στο σύγχρονο κόσμο, να εντοπίσει φάσεις και περιόδους που είναι αναγκαστικό να διανυθούν από το σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα. Η μεγάλη μάχη των τελευταίων 15 χρόνων του είναι αυτή που οδηγεί και στο συμπέρασμα, στο χαρακτηρισμό ότι υπήρξε ένας μεγάλος κομμουνιστής. Ο Γιάννης Χοντζέας δε σκέπτεται με βάση τους όρους που δημιουργούνται στο έδαφος της ελλαδικής περίπτωσης. Στηρίζεται σε γενικές εκτιμήσεις για την πορεία του κόσμου και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το «υλικό» που συγκεντρώθηκε στα τελευταία 30 χρόνια (θεωρητικό, πολιτικό, οργανωτικό) δεν είναι ελλαδικό. Η ελλαδική πλευρά έχει τη σημασία της για τους κομμουνιστές της Ελλάδας αλλά τα προβλήματα είναι γενικότερα. Επομένως σε κάθε γωνιά του πλανήτη τα ζητήματα του κομμουνιστικού προγράμματος είναι στην πρώτη γραμμή. Οι όροι για τη θεωρητική και κυρίως πραχτική δοκιμασία των όποιων πορισμάτων, θέσεων φυσικά και ποικίλλει από χώρα σε χώρα, από περιοχή σε περιοχή. Όμως το στάδιο της αναγκαίας «εκκαθάρισης λογαριασμών» με το παρελθόν και της «καθόδου» σε βάθος στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, η ίδια η πραγματικότητα τιμώρησε τέτοια «άλματα».

γ. Το 1993 μια κομβική και αποδοτική χρονιά στη ζωή του.

Ο Γ.Χ. δεν έγραφε κείμενα με σκοπό να εκδοθούν και μάλιστα με τη μορφή βιβλίων. Σε όλη τη διάρκεια της συστράτευσής του με την κίνηση που αποτέλεσε την Α/συνεχεια, δηλαδή από το 1981 μέχρι το 1994, λιγότερο ή περισσότερο συχνά έδινε διάφορα κείμενα (μικρά ή μεγάλα) με σκοπό τον εξοπλισμό και τη συγκρότηση ενός δυναμικού. Ορισμένα από αυτά δημοσιεύονταν (ολόκληρα ή αποσπασματικά) με τη μορφή άρθρων στα έντυπα που εκδίδονταν, στους προλόγους βιβλίων, στις παρεμβάσεις που γίνονταν την περίοδο εκείνη. Ακόμα και το βιβλίο «Το "τέλος" του κομμουνισμού» που εκδόθηκε ενόσω ζούσε -με πολλούς δισταγμούς από μεριάς του- είχε το χαρακτήρα κειμένων που κατά δόσεις παραδίδονταν στην Α/συνεχεια (πράγμα άλλωστε που εξηγεί και ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου). Το κείμενο που εκδίδουμε με το γενικό τίτλο «Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας» είναι ένα από τα τελευταία κείμενα του Γ.Χ. και πάντως το τελευταίο συνολικό κείμενο που μας άφησε πριν το θάνατο του. Από το καλοκαίρι του 1993 όταν ολοκληρώθηκε η συγγραφή του κειμένου αυτού μέχρι το τέλος της ζωής του μεσολαβούν άλλες δύο σημαντικές παρεμβάσεις. Η πρώτη είναι το κείμενο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάο Τσε Τουνγκ που αποτέλεσε την τοποθέτηση της Α/συνεχεια στο διεθνές σεμινάριο που έγινε με αφορμή την επέτειο αυτή στη Γερμανία (Γκέλσενκιρχεν, 6 & 7 Νοέμβρη 1993). Η δεύτερη είναι ένα κείμενο που υπαγόρευσε όντας πλέον βαριά άρρωστος τους πρώτους μήνες του 1994 που δημοσιεύτηκε με τίτλο «κριτική αποτίμηση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα» στην επετειακή -για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την κυκλοφορία της- αναδημοσίευση άρθρων από το περιοδικό «Αναγέννηση», έκδοση που επιμελήθηκε ο Γ.Χ. αλλά δεν πρόλαβε να δει δημοσιευμένη.

Το 1993 είναι μια πολύ σημαντική και αποδοτική χρονιά για το Γιάννη Χοντζέα. Το πέρασμα στην Νέα Τάξη Πραγμάτων είναι πρόσφατο. Ο πόλεμος στον Κόλπο και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας μόλις έχουν συντελεστεί και όλα δείχνουν ότι ετοιμάζεται ένας νέος γύρος. Παράλληλα σε όλο τον κόσμο έχει ξεκινήσει μια διαδικασία ανασύνταξης δυνάμεων και κινημάτων, ενώ πληθαίνουν οι κοινωνικές εκρήξεις και εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο. Στη χώρα μας πλάι στη νεολαιίστικη αναταραχή που εκδηλώνεται στις αρχές του '90 με ιδιαίτερη μαζικότητα, έχουμε τον αγώνα της ΕΑΣ το καλοκαίρι του 1992, σημάδια όλα μιας αναγκαίας συνάντησης που για να πραγματοποιηθεί, απαιτεί ένα ειδικό εξοπλισμό: ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως ο αγώνας της ΕΑΣ που με παραδειγματική συνέπεια παρακολούθησε και στον οποίο συμμετείχε ο Γ.Χ., τον παρακίνησε να τροφοδοτήσει την Α/συ­νεχεια με πολύ υλικό γύρω από τους αγώνες της εργατικής τάξης και τη δυαδική κοινωνία. Η ανάγκη ενός προγραμματικού κειμένου πήγαζε από το σχεδιασμό να περάσει όλη η μέχρι τότε δράση σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης και συγκρότησης. Η «παραγωγή» και η «αποδοτικότητα» του Γ.Χ. είναι ίσως από τις πιο ανεβασμένες συγκρινόμενη με ολόκληρη την 15ετία. Γύρω του έχει διαμορφωθεί πλέον ένα κλίμα που συντελεί στο να είναι πιο παραγωγικός. Είναι η εποχή που και ο ίδιος ασχολείται πιο συστηματικά με όλα σχεδόν τα ζητήματα που απασχολούν την Α/συνεχεια και που μπαίνουν οι βάσεις σε διάφορους τομείς στους οποίους μέχρι τότε δεν είχαμε ξεκινήσει (π.χ. διεθνείς σχέσεις). Υπάρχει ένα «υποκείμενο» που όμως πρέπει να περάσει σε μια νέα φάση. Η «παρέμβαση» του Γ.Χ. είναι η συγγραφή και κατάθεση του κειμένου που έχετε στα χέρια σας. Το καλο­καίρι του 1993 το κείμενο είναι σχεδόν ολοκληρωμένο και κυκλοφορεί σε φωτοτυπημένη μορφή στο εσωτερικό της Α/συνεχεια. Με βάση αυτό γίνονται μέσα στο καλοκαίρι μια δυο συζητήσεις. Στη συνέχεια ο Γ.Χ. παραδίδει δύο ακόμα κεφάλαια που συμπληρώνουν το κείμενο αυτό. Το ένα αφορούσε το ζήτημα της «διεθνικοποίησης» και της «παγκοσμιοποίησης» [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Α/συνεχεια, φύλλο 35, τον Σεπτέμβρη του 1993] και το άλλο αφορούσε το ζήτημα της διαμόρφωσης της εργατικής τάξης στις σύγχρονες συνθήκες. Δημοσιεύτηκε μαζί με παλιότερα κείμενα για το ίδιο ζήτημα σε βιβλίο με τίτλο «Η αναγνώριση της εργατικής τάξης»», εκδόσεις Α/συνεχεια, 1996. Η τέτοια κατάθεση άποψης μπορεί να θεωρηθεί και σα συμπύκνωση της άποψης, καταστάλαγμα όλου του έργου που έχει προωθήσει ο Γ.Χ. από το '80 και μετά.

Στην πορεία όμως χρειάστηκε να τροποποιηθούν οι σχεδιασμοί: η αρρώστια του Γιάννη Χοντζέα που γίνεται αντιληπτή στις αρχές του '94 και ο θάνατος του στις 24 Οχτώβρη του ίδιου χρόνου δημιούργησε ένα μεγάλο κενό και φυσικά οδήγησε σε άλλους ρυθμούς και τρόπους για το «πέρασμα» και τη δοκιμασία βασικών στοιχείων που αναπτύσσονται στο κείμενο.

δ. Πρόγραμμα και υποκείμενο.

Το «Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας» αποτελεί απόπειρα να συντεθεί ένα προγραμματικό κείμενο. Στο εγχείρημα αυτό καταγράφεται μια τεράστια προσπάθεια μυαλού και θέλησης που σπάνια συναντάμε στις μέρες μας· σίγουρα δεν έχουμε κάποιο άλλο ανάλογο παράδειγμα ή προσπάθεια από το χώρο όσων αναφέρονται -έστω και στα λόγια- στον κομμουνισμό και στην αντιρεβιζιονιστική πάλη. Ένα προγραμματικό κείμενο, δηλαδή μια συνολική τοποθέτηση γύρω από τα πιο ουσιαστικά και θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν ένα συγκεκριμένο κίνημα, οφείλει να αξιολογεί με ακρίβεια τους αντικειμενικούς όρους μέσα στους οποίους οφείλει να δράσει καθώς και τους υποκειμενικούς όρους από τους οποίους ξεκινά κανείς και προσπαθεί να τροποποιήσει. Επομένως το κείμενο «προγραμματικές κατευθύνσεις της Α/συνεχεια» είχε να απαντήσει στο πρόβλημα του πώς, μέσα από ποιες προσπάθειες, με ποιο προσανατολισμό, με ποια μέσα θα αντιμετωπιστούν δύο ζητήματα που η σημασία τους δεν είναι πάντα η ίδια, ούτε το ειδικό τους βάρος είναι ίσο. Την ανάγκη απάντησης σε ζητήματα που η θεωρία και η πραχτική της επανάστασης - ή και της αντεπανάστασης αφού ποτέ ο ένας πόλος δεν υπάρχει χωρίς τον άλλο- έχουν θέσει· την ανάγκη οικοδόμησης μιας ζωντανής, δημιουργικής και μαχητικής κομμουνιστικής οργάνωσης. Στο μυαλό και στη συγκρότηση του συγγραφέα τα δυο αυτά επίπεδα σαν συγκεκριμένα καθήκοντα είναι συνδεδεμένα. Και πρόκειται για μια σπουδαίας σημασίας διαπίστωση που δεν μπορεί να προσπεραστεί χωρίς περίσκεψη. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που ο ίδιος αδιαφορεί για μια προσωπική θεωρητική ή πολιτική παρέμβαση και επιμένει με ιώβια υπομονή και εντυπωσιακή επιμονή στην ανάγκη συγκρότησης μιας ενιαίας νέ­ας συνείδησης, που να οδηγεί «φυσιολογικά» στην υιοθέτηση ενός σχεδιασμού και στην υπηρέτηση συγκεκριμένων στόχων. Χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε όσο καλύτερα γίνεται το ζήτημα: αν πρόγραμμα είναι η σαφής και χωρίς πλατιασμούς τοποθέτηση γύρω από το στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης, τις κινητήριες δυνάμεις που παίζουν προοδευτικό ρόλο, τα καθήκοντα που συνεπάγονται, τους στόχους και τους σκοπούς του προοδευτικού κινήματος, την ίδια στιγμή το πρόγραμμα είναι η διακήρυξη αρχών, στόχων, μέσων ενός συγκεκριμένου υποκειμένου, το οποίο μέσα από τη διακήρυξη του αυτή εκφράζει το βαθμό ωριμότητας και συγκρότησης του. Συνεπώς πρόγραμμα δεν είναι απλά η ακριβής περιγραφή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Είναι και το σχέδιο, είναι και οι στόχοι, είναι οι άμεσοι και απώτεροι σκοποί ενός υποκειμένου. Αποτελεί μια επιστημονική καταγραφή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, αλλά από τη σκοπιά ενός υποκειμένου που έχει στόχους, έχει σταθμούς, αποσκοπεί στη μεταβολή και των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων. Γι αυτό η «ματιά» του προγράμματος πρέπει να είναι στραμμένη στο μέλλον.

Συνεπώς η έννοια «πρόγραμμα» δεν μπορεί να απογυμνωθεί α­πό το υποκείμενο το οποίο αναφέρεται σε αυτό, το υποκείμενο φορέα του προγράμματος. Δεν μπορεί να νοηθεί κομμουνιστικό πρόγραμμα που δεν αναφέρεται σε ένα υποκείμενο με γενική ή ειδική έννοια. Ακόμα κι αν συνευρεθούν είκοσι ιδιοφυΐες για να ασχοληθούν με το «πρόγραμμα» απουσία ενός υποκειμένου ή χωρίς να νοιάζονται για αυτό, δε θα δώσουν ένα πραγματικό πρόγραμμα γιατί απλούστατα δε θα υπάρχει κάποιος που θα πρέπει να σηκώσει στις πλάτες του τα καθήκοντα που απορρέουν από τις διάφορες διαπιστώσεις.

Αξίζει τον κόπο να εκτιμηθεί η προσπάθεια του συγγραφέα να τοποθετηθεί λαμβάνοντας υπόψη του το «υλικό» που έχει δώσει σε θεωρητικό και πραχτικό επίπεδο η πορεία του κομμουνιστικού κινήματος, όπως και ολόκληρη η αστική κίνηση στις 2-3 τελευταίες δεκαετίες αλλά και να θέσει στόχους, καθήκοντα, επιδιώξεις σε ένα συγκεκριμένο υποκείμενο. Εδώ δε χωρούν πειραματισμοί ή υποβιβασμοί του προγράμματος στο επίπεδο ενός υποκειμένου. Οι επιδιώξεις πρέπει να αφορούν στόχους και καθήκοντα που απορρέουν από το συνυπολογισμό του συσχετισμού ανάμεσα στις δυνάμεις της επανάστασης και της αντεπανάστασης, του ειδικού σταδίου που βρίσκεται το εργατικό κίνημα στις μέρες μας και των αναγκαίων όρων για να βγει κανείς από αυτήν την κατάσταση και να οδηγήσει σε μια άλλη φάση-περίοδο όπου ο συσχετισμός θα είναι τροποποιημένος. Με δυο λόγια οι βασικοί άξονες του προγράμματος δεν μπορούν να νοηθούν από το τι μπορεί να δώσει για παράδειγμα η ελλαδική πραγματικότητα του κινήματος έτσι όπως είναι σήμερα - ιδιαίτερα η συνειδητή του πτέρυγα που είναι εξαιρετικά αδύναμη -, αλλά και δε θα λέει τίποτα αν δεν οδηγεί τη συνειδητή πτέρυγα σε μια καλύτερη κατάσταση από όλες τις πλευρές, αν δεν την προετοιμάζει για σημαντικότερες αναμετρήσεις. Έχοντας πλήρη επίγνωση αυτών των ζητημάτων ο συγγραφέας δε δίνει το «πρόγραμμα», αλλά δίνει ένα κείμενο που αφορά τις προγραμματικές κατευθύνσεις μιας συλλογικότητας που θέλει να αναμετρηθεί με τις επιπτώσεις που απορρέουν από τη θέση για την «επικαιρότητα του κομμουνισμού». Αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν συγκροτηθεί εξ αρχής μια κίνηση που θα έχει επίγνωση των καθηκόντων της, που θα δίνει σημασία στα προγραμματικά ζητήματα, που δε θα αφήνεται στη θαλπωρή των υποκατάστατων και του εμπειρισμού εκτονωτισμού. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις οδηγούν αναγκαστικά στη συγκρότηση μιας γενικής γραμμής αλλά και στη συγκρότηση και οργάνωση ενός υποκειμένου.

ε. Ένα νόμιμο ερώτημα.

Εδώ φυσικά μπαίνει το ερώτημα -νόμιμο από πολλές πλευρές- τι γίνεται αν ο βαθμός ωριμότητας και το βάθος σκέψης ενός στοχαστή, ενός κομμουνιστή βρίσκεται σε αναντιστοιχία με αυτά που γεννά η γύρω του πραγματικότητα, ή αλλιώς διατυπωμένο, τι γίνεται αν τα συμπεράσματα, τα ερωτήματα, τα διαβήματα της σκέψης του δεν έχουν έναν υποδοχέα, αν όλο το εγχείρημα του πάει να στηριχτεί σε ένα σύνολο μη διαμορφωμένο, χωρίς πείρα, «άψητο» στις διαδικασίες της ταξικής πάλης. Το θεωρούμε νόμιμο το ερώτημα γιατί σε όλη την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος υπάρχουν πλήθος από τέτοια παραδείγματα.

Η απάντηση του ερωτήματος αυτού πρέπει να προχωρήσει τη διερεύνηση σε δύο επίπεδα:

αν η επιλογή του Γιάννη Χοντζέα είναι η ορθότερη μέσα στο σύστημα της σκέψης και της κοσμοθεωρίας που έχει ο ίδιος (το πρώτο επίπεδο)·

αν ο ίδιος αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μιας αποτυχίας και ποια μέτρα παίρνει για να την αποτρέψει (το δεύτερο επίπεδο).

Η γνώση που έχει ο Γ.Χ. γύρω από την ιστορία και τις περιπέτειες του κομμουνιστικού κινήματος, το γεγονός ότι έχει εμβαθύνει σε πολλές πλευρές από τις αποτυχίες και τις ήττες του κινήματος αυτού, τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι χωρίς μια εφ' όλης της ύλης και εμπεριστατωμένη τοποθέτηση που θα ξεκαθαρίζει ζητήματα και λογαριασμούς με το παρελθόν, τέτοια που θα μπορεί να αναλύσει τάσεις και διεργασίες του παρόντος και ικανή να προδιαγράψει μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες τάσεις, είναι αδύνατο να γίνει οποιοδήποτε αποφασιστικό βήμα. Μελετώντας την ιστορική πείρα βλέπει ότι ποτέ δεν έγιναν βήματα και στα προγραμματικά ζητήματα χωρίς τη συγκρότηση οργανώσεων, τάσεων, ρευμάτων, κινημάτων. Ο ίδιος προτείνει την συγκρότηση μιας κομμουνιστικής οργάνωσης που θα ανταποκρίνεται μέσα από πάλη και δοκιμασίες στα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας ζωντανός πολιτικός οργανισμός, που θα ανανεώνεται, θα απορρίπτει καθετί που την κρατά αγκυλωμένη και καθηλωμένη, θα υιοθετεί νέες μορφές και θα ξέρει να διδάσκεται από την πείρα της.

Με κωδικό τρόπο στην αντίληψη του «πρόγραμμα» σημαίνει απάντηση τοποθέτηση σχετικά με τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους συν προσπάθεια οικοδόμησης οργάνωσης και κινημάτων αντίστασης που θα οδηγούν στην τροποποίηση των υποκειμενικών όρων αρχικά και στη συνέχεια μέσα από επαναστατικές μεταβολές και των αντικειμενικών όρων. Όλα αυτά θα φανούνε πιο καθαρά στο πώς πραγματεύεται το ζήτημα του στρατηγικού στόχου, ζήτημα που διαπερνά ολόκληρο το κείμενο από την αρχή μέχρι το τέλος, και στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω.

Φθάνοντας στο τέλος του κειμένου και πριν περάσει σε μια σύντομη σύνοψη, ο συγγραφέας, γράφει μια φράση που εξηγεί σχεδόν όλο το διάβημα του δίνοντας πολλές πληροφορίες για αυτό:

Η κατάθεση ενός κειμένου με εισαγωγικό - προλογικό μέρος, κύριο εισηγητικό και ένα σκαρίφημα «προσχεδίου θέσεων» που δεν έχει μια κανονική και ιεραρχημένη και «αυστηρή» παράθεση κι ούτε ενιαία γλώσσα, ίσως αποτελέσει το ερέθισμα για μια συζήτηση πάνω στα κύρια, ουσιαστικά, μεγάλα και «μικρά» από πρώτη ματιά προβλήματα που συνθέτουν την αληθινή προβληματική της εποχής αλλά και της «στιγμής». Και αυτό θα συντελέσει στην προώθηση μιας πολυεπίπεδης δραστηριότητας σε σημεία-στόχους ζωτικής -με βάση την παραπάνω προβληματική- σημασίας (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ 231).

Η ενέργειά του να καταθέσει ένα κείμενο θεωρεί πως ίσως απο­τελέσει το ερέθισμα για μια συζήτηση πάνω στα κύρια, ουσιαστικά προβλήματα που συνθέτουν την αληθινή προβληματική της εποχής αλλά και της στιγμής. Ο ίδιος επιδιώκει, θέλει, θεωρεί απαραίτητη, αναγκαία και κρίσιμη τη συζήτηση και την κατάληξη - όχι με την μορφή του κλεισίματος, αλλά με τη μορφή της προσωρινής κωδικοποίησης σε θέσεις που εκφράζουν το βαθμό ωριμότητας και ανταπόκρισης μιας συλλογικότητας- γύρω από τα καίρια ζητήματα, γιατί αυτό είναι απαραίτητο για την προώθηση μιας πολυεπίπεδης δραστηριότητας σε στόχους ζωτικής σημασίας.

Υπογραμμίσαμε δύο λέξεις: το «ίσως» και το «πολυεπίπεδη». Ίσως το κείμενο δώσει ερέθισμα για συζήτηση η οποία αν διεξαχθεί, θα οδηγήσει σε μια πολυεπίπεδη δραστηριότητα για στόχους που θα απορρέουν ακριβώς από τη συμφωνία σε βασικά σημεία της συζήτησης. Γιατί γράφεται αυτό το «ίσως»; Η αλήθεια είναι πικρή. Ο ίδιος ο συγγραφέας ήθελε όσο κανείς άλλος τη συζήτηση και την κατάληξη της συζήτησης σε ενιαίους στόχους ζωτικής σημασίας, αλλά η πείρα του δεν ήταν τόσο ενθαρρυντική στον τομέα αυτό. Είχε ζήσει όχι ένα, αλλά πολλά κλεισίματα της συζήτησης, ματαιώσεις συζητήσεων, χειρισμό σπουδαίων θεμάτων, απαγορεύσεις συζητήσεων. Είχε ζήσει πολλές φορές το σκηνικό να γράφει κείμενα που να τα ακολουθεί η σιωπή, η αδιαφορία, το πετσόκομμα, ο χειρισμός. Είχε ακόμα την ατυχία τα κείμενα, δηλαδή τη σκέψη του, να μην θέλουν να την ακολουθήσουν κοντινοί του άνθρωποι, χτεσινοί σύντροφοι και συνεργάτες του. Σε στιγμές πιο χαλαρές -ή πιο αυστηρές- τόνιζε ότι ο ίδιος τα τελευταία 30 πάνω κάτω χρόνια υποστήριζε τις ίδιες απόψεις για τα ζητήματα του παρελθόντος και της αυτοκριτικής του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά διαπίστωνε ότι ήταν δύσκολη ή και αδύνατη η συμφωνία στη βάση αυτών με άλλους ανθρώπους. (Για να μην αναφερθούμε στις επιθέσεις που έχει δεχθεί κατά καιρούς και στους χαρακτηρισμούς που του αποδόθηκαν, όπως αντισταλινικός, αντικινέζος, μαοϊκός, σταλινικός, αυτόνομος, ζαχαριαδικός αλλά και αντιζαχαριαδικός, πάντα στη βάση των απόψεων και των κριτικών που έχει αναπτύξει).

Την ίδια στιγμή όλες αυτές τις απογοητεύσεις -γιατί ο ίδιος δεν βίωνε ποτέ σαν προσωπική του επιτυχία την επιβεβαίωση θέσεων του ή εκτιμήσεων του για ανθρώπους και καταστάσεις-τις βίωνε οδυνηρά αλλά αυτό το γεγονός, όπως τόσες και τόσες δοκιμασίες που είχε περάσει σε όλη του την ζωή δεν έφτανε για να τον κάμψουν, να το λυγίσουν να τον απομακρύνουν από όσα θεωρούσε ότι ήταν σωστά. Κάθε αντιμετώπιση του Γ.Χ. που θα τον αποκόβει από την ένταξη του στο κομμουνιστικό κίνημα δεν μπορεί να ερμηνεύσει την στάση του. Εξίσου όμως και η αντιμετώπιση ότι τάχα είναι περιορισμένος ο ορίζοντας του ακριβώς από αυτήν την ένταξη -αποδίδοντάς του στοιχεία μεταφυσικής αντίληψης και προσκόλλησης- δεν μπορεί να εξηγήσει την στάση σύγκρουσης που είχε με πολλά που θεωρούνταν θέσφατα, ιερά και όσια. Αυτό μπορεί κάλλιστα να το διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας όλο το κεφάλαιο για το «κομμουνιστικό πρόγραμμα» στο παρόν βιβλίο ή και όλο το έργο «Το «τέλος» του κομμουνισμού».

Το «ίσως» του Γιάννη Χοντζέα δείχνει ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να μην έχει σημαντική τύχη άλλη μια προσπάθεια του. Φυσικά μπορεί να εξηγήσει τους λόγους της αδιαφορίας προς τέτοια ζητήματα, ή μπορεί να δει πού μπορεί να οδηγήσει ο παραγκωνισμός τους. Θα ήταν αφέλεια να σκεφτεί κάνεις πως ο ίδιος δε σκέφτεται για τις δυνατότητες και τους πε­ριορισμούς που έχει μια υπό διαμόρφωση συλλογικότητα, στην οποία ο ίδιος εντάσσεται και προσπαθεί να συμβάλει στη μετεξέλιξη της προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια εκδήλωση αφέλειας ή αντιμέτωποι με ένα στοιχείο μιας ορισμένης εκτίμησης;

Το «ίσως» ορίζει με τον τρόπο του την απάντηση του ίδιου γύρω από το ερώτημα που διατυπώσαμε. Με όσες δυνάμεις διέθετε -παρά τις ταλαιπωρίες και τις δυσκολίες, σε αρμονία με γνωστό «οι κομμουνιστές είναι από άλλη πάστα»- θα συνέχιζε να προσπαθεί να διαμορφωθεί ένας κύκλος, μια συλλογικότητα, μια οργάνωση που θα είχε στοιχεία ενιαίας συνείδησης, που θα προσπαθούσε να κινηθεί για την απάντηση ζωτικών θεμάτων.

Η λέξη «πολυεπίπεδη» δραστηριότητα και ο τρόπος που εκθέτει τη σκέψη του για αυτό το ζήτημα ο Γ.Χ. στο κείμενο μας αποκαλύπτει έναν κομμουνιστή ζωντανό, έτοιμο να σκεφτεί, να προσαρμόσει λύσεις και προτάσεις στα νέα δεδομένα -όχι να προσαρμοστεί-, αντίθετο με κάθε μορφή οικονομισμού και περιορισμού του κομμουνιστικού κινήματος μόνο στις σχέσεις που δημιουργούνται στις διαδικασίες της παραγωγής αλλά που θεωρεί απαραίτητη, επιβαλλόμενη και ζωτική την επέκταση του κινήματος σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις και σε όλα τα κοινωνικά πεδία.

Σε ένα σημείο όπου μιλά για τη δράση της οργάνωσης και τους στόχους της, εξηγώντας το πολυεπίπεδο στις σημερινές συνθήκες θα γράψει:

Μπορεί να προβληθεί πως αυτό είναι ανακόλουθο ή αδόκιμο ή και απαράδεκτο από θεωρητική άποψη. Σε «αδόκιμες» και «ανακόλουθες» καταστάσεις γίνονται «αδόκιμα» και «ανακόλουθα» πράγματα και δημιουργήθηκαν τέτιες (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 221).

Αφού δημιουργήθηκαν τέτοιες καταστάσεις, αφού βρεθήκαμε σε ένα τέτοιο σημείο, ο Γ.Χ. δεν προτείνει αντιγραφές, επιστροφές σε συνταγές του παρελθόντος αν - και δεν απορρίπτει διόλου την ιστορική πείρα, ούτε τον αναγκαίο εμπλουτισμό από το πραγματικό κίνημα- αλλά επιμένει πως ο τρόπος που ίσως χρειαστεί κανείς να προχωρήσει μπορεί να μην έχει το χαρακτήρα των «κλασσικών εικονογραφημένων» (προσφιλής του έκφραση), αλλά πρωτότυπων, «αδόκιμων», «ανακόλουθων» τρόπων. Ακόμα η έκφραση «μικρά» από πρώτη ματιά ζητήματα» που όμως συνθέτουν και αυτά την «αληθινή προβληματική της εποχής αλλά και της στιγμής», δείχνει ένα δημιουργικό τρόπο ενασχόλησης με τα ζητήματα. Απορρίπτει επομένως και τον εμπειρισμό όπως και την αποστέωση της σκέψης, το δογματισμό ή την απουσία κάθε σκέψης και την παραίτηση από τη σκέψη.

Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του, ο Γιάννης Χοντζέας κινήθηκε με «αδόκιμο», «ανακόλουθο» τρόπο. Με δεδομένη την κατάσταση πραγμάτων και πνευμάτων στις αρχές της δεκαετίας του '80, με δεδομένη τη διάλυση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος, που μπορούσε να έχει άλλη τύχη αν ακολουθούσε άλλο δρόμο από αυτόν που ακολούθησε, με δεδομένο το επίπεδο προβληματισμού και εμβάθυνσης αλλά και με δεδομένη την άρνηση να συζητηθούν κομβικά ζητήματα από όσους «επέμεναν μαρξιστικολενινιστικά» (χρησιμοποιώντας τίτλους που δεν τους ανήκαν αλλά όντας σε πλήρη διάσταση μορφών και περιε­χομένου), ο Γ.Χ. εκτίμησε πως για να υπάρξει κάποια αξιόλογη κίνηση στην Ελλάδα, ήταν αναγκαία η διεξαγωγή μιας πολυεπίπεδης ιδεολογικής δουλειάς γύρω από τα κομβικά ζητήματα. Εκτίμησε πως η προώθηση αυτής της δουλειάς με όλες τις μορφές (εκδόσεις, συζητήσεις, ανταλλαγές κειμένων, παρεμβάσεις) θα οδηγούσε στο σημείο να δημιουργηθούν οι όροι οικοδόμησης μιας αξιόλογης κίνησης. Αυτή η επιλογή ήταν «αδόκιμος» και «ανακόλουθος» τρόπος γιατί σήμαινε στην πράξη πως ο κεντρικός κρίκος ήταν μια πολύμορφη και πολυεπίπεδη ιδεολογική δουλειά «γενικής προετοιμασίας». Αυτή η εκτίμηση έρχονταν σε ρήξη με τον ακτιβισμό, τον εμπειρισμό, το δογματισμό, την προσκόλληση σε πρότυπα.

Ο ίδιος έκανε αυτήν την επιλογή όταν διαπίστωσε πόσο μόνος ήταν και πόσο ξένος ένιωθε στις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί μετά τη διάλυση (στις αρχές της δεκαετίας του '80) και φυσικά ρίχτηκε σε αυτή τη μάχη επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις του. Στα 15 χρόνια που ακολούθησαν έδωσε πλούσιο έργο σε όλους τους τομείς και βοήθησε αποφασιστικά στην ιδεολογική και πολιτική διαμόρφωση μιας κίνησης. (Για περισσότερα βλ. Γ.Χ., ένας μεγάλος κομμουνιστής, από την κεντρική ομιλία στην εκδήλωση στις 14/11/94).

Φυσικά η «παραγωγή» του σχετιζόταν άμεσα από το πόσο κοντά ήταν και έβλεπε τις δυνατότητες κάποιας συλλογικής επεξεργασίας, έστω συζήτησης ή τροφοδότησης κάποιου προβληματισμού.

Η συνάντηση του επομένως με το δυναμικό που έδωσε ζωή στην Α/συνεχεια δεν ήταν τυχαία. Ο ίδιος δεν αρνήθηκε να έρθει σε επαφή και να συνεργαστεί με νέους σχετικά αγωνιστές που προέρχονταν από τη σπουδαστική οργάνωση του ΚΚΕ(μ-λ) και είχαν δώσει δείγματα ότι νοιάζονταν να ανοίξουν τη συζήτηση γύρω από σημαντικά θέματα. Αυτό είχε φανεί καθαρά και μέσα από το τότε περιοδικό της ΠΠΣΠ, το «Σάλπισμα», όπως και μέσα από τις διαδικασίες της πρώτης συνδιάσκεψης της ΠΠΣΠ όπου φάνηκε καθαρά ότι κάποιες ζωντανές δυνάμεις έψαχναν και ήθελαν μια διέξοδο. Αρνήθηκε όμως να έρθει σε επαφή, να νομιμοποιήσει, να ενισχύσει όσες καταστάσεις κι οργανώσεις εναντιώνονταν στην προώθηση της «γενικής προετοιμασίας». Μια συνάντηση λοιπόν όχι τυχαία, ακριβώς γιατί σιγά σιγά πείθονταν ένα δυναμικό ότι είναι αναγκαία μια δουλειά γενικής προετοιμασίας. Το στήσιμο του εκδοτικού της Α/συνεχεια κινιόταν ακριβώς στην τροχιά διεξαγωγής μιας γενικής προετοιμασίας και ενός εξοπλισμού γύρω από ζητήματα της σύγχρονης πραγματικότητας, όπως και γύρω από θέματα του κομμουνιστικού κινήματος. Καμιά συλλογικότητα, κανένας πολιτικός οργανισμός, καμιά ομάδα, ή ακόμα και μεμονωμένοι άνθρωποι δεν έχουν να επιδείξουν ανάλογο ενδιαφέρον κατά την περίοδο εκείνη. Συνεπώς η συνάντηση αυτή έδινε όσα έδινε μέσα σε συνθήκες δύσκολες, σε ένα αρνητικό περιβάλλον που αδιαφορούσε για όλα αυτά τα θέματα.

Χωρίς αμφιβολία το δυναμικό που συσπειρώθηκε ήταν νέο, χωρίς πείρα και αποκτούσε τις πρώτες βασικές του γνώσεις μέσα σε συνθήκες διάλυσης του κομμουνιστικού κινήματος. Εδώ προκύπτουν τρία ζητήματα:

γιατί συσπειρώθηκε ένα νέο δυναμικό και δεν συσπειρώθηκαν άνθρωποι με πείρα, συγκρότηση, θεωρητική επάρκεια;

γιατί ο Γιάννης Χοντζέας δεν έτυχε ίσως ποτέ στη ζωή του να έχει γύρω του ανθρώπους ικανούς, με ένα επίπεδο και κυρίως τέτοιους που θα μπορούσαν να βαδίσουν με έναν «αδόκιμο» και «ανακόλουθο» τρόπο; Ήταν προσωπική του αδυναμία; - πώς κινείσαι όταν το δυναμικό που συσπειρώνεται φέρνει το ίδιο τα χαρακτηριστικά μιας «αδόκιμης» και «ανακόλουθης» κατάστασης;

Η έμμεση απάντηση των ερωτημάτων.

Σε ένα σημείωμα προς τη σύντροφο της ζωής του, τη Ρόζα Οικονόμου, ο Γιάννης Χοντζέας στις αρχές της δεκαετίας του '60 (παραμονές της πρωτοχρονιάς του 1962) γράφει:

Από πρώτη ματιά όλα συντελούν στο να γενικευτεί η χαμοζωή. Ο ρυθμός, η αγκούσα, έχει χωθεί ακόμα και στις δικές μας δουλειές. Η ανάγκη για έξοδο από αυτό το ρυθμό σπρώχνει στα ντοστογιεφσκικά φαινόμενα του διχασμού της προσωπικότητας. Άνθρωποι με βαριές θυσίες, με υψηλό φρόνημα στις δυσκολίες, αναζητούν τη «χαρά» μ' όποιο τρόπο τους προσφερθεί. Και φυσικά με καθορισμένες από τα πριν τις συνέπειες.

Έτσι κλείνει ο κύκλος, ο χρόνος ώσπου κάποιο γεγονός να τον διαταράξει, να προβληθούν οι άλλες πλευρές, να περάσει το γεγονός και να ξαναγυρίσει ο κύκλος.

Αν δεν ανυψωθούμε πάνω απ' αυτό τον κύκλο, δεν θα ξεμπλέξουμε με τη χαμοζωή. Και χαμοζωή σημαίνει ήττα από το χρόνο, αρτηριοσκλήρωση, γερατειά. Αυτά πρώτ' απ' όλα χτυπάνε στην αντίληψη, στον τρόπο σκέψης, αλλά και στην ίδια την πνευματική και ψυχική ζωτικότητα.

Αρχές της δεκαετίας του '60. Η κορυφή του κινήματος, αλλά όχι μόνο αυτή, κτυπημένη από τη γενίκευση της «χαμοζωής». Το «νέο πνεύμα» ανακαλύπτει τις αλήθειες της ζωής, καταπολεμάει τον μικρό Στάλιν ή Ζαχαριάδη που έχει ο καθένας μέσα του, ανακαλύπτει ένα δακρύβρεχτο ανθρωπισμό της κακιάς ώρας. Απαρνείται το παρελθόν. Την ίδια περίοδο μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα υποβόσκει μια αντιπαράθεση αλλά και ετοιμάζονται επαναστατικές εκρήξεις και θύελλες σε διεθνές επίπεδο που θα είναι σε πλέρια αντίθεση με όλες τις εκτιμήσεις του «νέου πνεύματος».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και σε αυτό το κλίμα ο Γ.Χ. ετοιμάζει μια μεγάλη τομή και απόπειρα εξόδου από τη χαμοζωή και τον κύκλο της:

Αν πριν 58 χρόνια ο Λένιν έλεγε ότι σχεδόν βάλλεται αυτή η ομάδα ανθρώπων από όλες τις μεριές, εξωτερικά σήμερα από ορισμένες απόψεις -τώρα που δεν είμαστε μια ομάδα- βαλλόμαστε χωρίς "σχεδόν"...

Φθάσαμε σ' ένα σημείο ιστορικής σημασίας που αντιστοιχεί από άποψη συνεπειών για το μέλλον, με την περίοδο εκείνη. Το ερώτημα «τι να κάνουμε» έχει τεθεί. Την απάντηση θα την δώσει ίσως ο καινούργιος χρόνος; Ίσως...

Πολλά λέγονται για την επιστροφή στο πνεύμα του 1903 του Λένιν. Το πρόβλημα δεν είναι η επιστροφή αλλά το Άλμα. Ο κόσμος έχει μεγαλώσει πάρα πολύ και ταυτόχρονα έχει ανέβει η δυνατότητα για μια καθολικότερη εποπτεία από χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτός ή αυτοί που θα αποδε­σμεύσουν, που θα διευκολύνουν την αποδέσμευση αυτή και ταυτόχρονα θα τη «δέσουν» (αν μπορεί να ειπωθεί), αυτοί θα εκφράζουν το πνεύμα του 1961-1962 Ποιοι είναι; Ποιοι θα είναι; Θα δούμε.

Πριν δούμε όμως πρέπει να δουλέψουμε, να ζήσουμε, να είμαστε έτοιμοι για να δούμε. Ας πούμε καλημέρα στο 1962. Ας είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε σαν ένα αύριο που το τραγουδάμε γιατί το ετοιμάζουμε...

Φαίνεται πως μέσα του γίνεται μια μεγάλη προετοιμασία για μια μάχη που θα κρατήσει ουσιαστικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπάρχει όμως μια νότα αισιοδοξίας στα γραφτά του χωρίς φυσικά να τρέφει αυταπάτες. Είναι φρέσκος, γεμάτος δύναμη για το εγχείρημα που θα ακολουθήσει. Στο μυαλό του το εγχείρημα δεν είναι μια επιστροφή αλλά ένα άλμα. «Ίσως» -πολύ διαφορετικό από το πιο ύστερο που είδαμε λίγο πριν-, «θα δούμε», «τραγουδάμε γιατί το ετοιμάζουμε». Όχι επιστροφή, όχι κλείσιμο αλλά τολμηρό βήμα, άλμα:

Μια φρέσκια άποψη του κόσμου είναι κάτι το χρειαζούμενο τώρα.

Μια φρέσκια του εαυτού μας.

Μια ανάλογη του άμεσου περιβάλλοντος μας.

Ξεκινάμε...

Τα γεγονότα που ήρθαν σχετικά γρήγορα επιβεβαίωσαν με πολλαπλό τρόπο την ανάγκη εξόδου από τη χαμοζωή, την ανάγκη να συναντηθεί κανείς και να συμβάλει στις επαναστατικές θύελλες που συγκλόνισαν τον κόσμο στα χρόνια '60 '70. Την ανάγκη αναγέννησης του κομμουνιστικού κινήματος. Αναλογιζόμενοι σήμερα τη στάση των κομμουνιστών και την επιλογή τους να αντισταθούν στον εκφυλισμό, να δώσουν το «παρών» στις νέες θύελλες που ήρθαν σχετικά γρήγορα και συγκλόνισαν τον κόσμο για πάνω από μια δεκαετία ('64-'76), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στάθηκαν από την σωστή όχθη και προσπάθησαν να συνδεθούν με τις θύελλες αυτές. Έζησαν, βίωσαν στα γεμάτα μια επιλογή, συνδέθηκαν ή πρωτοστάτησαν σε αγώνες και κινήματα, συγκρούστηκαν, μάτωσαν, κυνηγήθηκαν, έδωσαν τη ζωή τους για την επιλογή αυτή. Η πραγματική αριστερά εκείνης της εποχής έδωσε το «παρών» της και δεν είναι πραγματικότητα η εικόνα που δίνεται σήμερα για αυτήν από διάφορες πλευρές.

Δεν είναι ο χώρος ενός συνολικού απολογισμού ο εκτεταμένος αυτός πρόλογος. Όμως είναι αναγκαίο να τονιστούν δύο μόνο πλευρές που εξηγούν καλύτερα τη στάση και τον προσανατολισμό του Γ.Χ..

Η πρώτη είναι πως όλο αυτό το εγχείρημα στη σκέψη του δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα της επιστροφής σε ένα παρελθόν, της αποκατάστασης ενός παρελθόντος, αλλά πάντα τον ενδιέφερε η ανταπόκριση στις νέες συνθήκες και ο εμπλουτισμός του περιεχομένου της δράσης των κομμουνιστών. Η δεύτερη αφορά το τι πραγματικά οικοδομείται όταν κανείς αποφασίσει να κολυμπήσει στα βαθιά νερά και μάλιστα σε μια θυελλώδη και ταραγμένη περίοδο. Για παράδειγμα ο ακολουθητισμός και η προσκόλληση σε διεθνή κέντρα, που πάντα προωθήθηκε σαν η πιο επαναστατική στάση, στην ουσία τίναζε στον αέρα όλο το εγχείρημα, τη στιγμή που υπήρχαν πολλά στοιχεία που οδηγούσαν στην εκτίμηση της ανάγκης «να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις», να δημιουργούμε ένα ανεξάρτητο τρόπο σκέψης που να έχει σαν αφετηρία τα συμφέροντα της επανάστασης και την ανάπτυξη του κινήματος. Ο ακολουθητισμός οικοδομούσε «μαγαζιά» ταμπέλες, κόμματα-καρικατούρες που ενδιαφέρονταν κυρίως για την αναγνώριση από τα διεθνή κέντρα.

Για τον απολογισμό και την κριτική αποτίμηση αυτής της περιόδου έχει δώσει πολλά ο Γ.Χ. και γράφει αρκετά και στις σελίδες που ακολουθούν Ο ίδιος δεν μετάνιωσε ποτέ για τις επιλογές του αυτές. Κατόρθωσε να έχει μια αυτοκριτική ματιά. Να βγάζει συμπεράσματα. Για παράδειγμα θα υποστηρίξει πως αργά εκδηλώθηκε η αντιπαράθεση στο ρεβιζιονισμό, θα υποστηρίξει θέσεις που δείχνουν πώς θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική πορεία από αυτό που τελικά έγινε, δηλαδή την ανοικτή εμφάνιση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος μόλις στα 1964 και άλλα. Όμως παρά το καθυστερημένο της εμφάνισης και άλλα αρνητικά στοιχεία ο ίδιος θα σημειώσει:

Αφού δε συνέβηκε αυτό, θα αποτελούσε επιβράβευση της πορεί­ας που ακολουθιόταν αν δεν προχωρούσε όπως προχώρησε ο οργανωτικός διαχωρισμός (Γ. Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 216).

30 χρόνια μετά ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ. Το κλίμα είναι διαφορετικό από τις αρχές του '60. Αλλά και ο κύκλος της χαμοζωής πιο ασφυκτικός, πιο δύσκολος. Η αντεπανάσταση κυριαρχεί και επιβάλλει τις συνέπειες της.

Σε μια από τις λίγες ανεβασμένων τόνων εκφράσεις του ο Γιάννης Χοντζέας, ενώ μεσουρανεί το γκορμπατσοφικό όνειρο, τροφοδοτώντας με αυταπάτες πλήθος σχηματισμών και οργανώσεων θα γράψει:

Να μη μιλά για επανάσταση όποιος δεν είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την αντεπανάσταση! (αδημοσίευτο σημείωμα, 1986).

Γνωρίζει καλά τους νέους όρους και τις τεράστιες δυσκολίες που υπάρχουν. Δε σταματά ποτέ να τις επισημαίνει. Όμως δεν νοείται αυτές οι δυσκολίες να οδηγήσουν σε παραλυσία της σκέψης και της δράσης.

Για τον ίδιο από τα μέσα της δεκαετίας του '70, με την ήττα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα κλείνει ένας ιστορικός κύκλος να μπορέσει να απαντήσει συντεταγμένα το κομμουνιστικό κίνημα σε παγκόσμια κλίμακα και από τότε έχουμε την επιτάχυνση και εξαπόλυση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης σε Δύση και Ανατολή.

Έκλεισε μια ολόκληρη περίοδος αντιπαραθέσεων που το αντικείμενο της ήταν αν θα συντελεστεί ή όχι ένα νέο ποιοτικό άλμα προς τα μπρος στην κοινωνική εξέλιξη. Η Αντεπανάσταση σαν «επανάσταση» θα έπαιρνε τη θέση της Επανάστασης ή το αντίστροφο. Από το γεγονός αυτό η νέα περίοδος με σημαία την εκδοχή της αυτονομίας της «τεχνολογικής επανάστασης» θα χαρακτηριζόταν από μια δίχως προηγούμενο αναδιάρθρωση του κεφαλαίου κι επομένως των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων, αφού οι όροι είχαν συγκεντρωθεί για κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται για τις «κυκλικές» (μικρό- ή μεγάλο- κυκλικές) κρίσεις αναδιαρθρώσεις, αλλά για μια νέα ποιοτική αναδιάρθρωση (αδημοσίευτο σημείωμα, 1988).

Το «έκλεισε μια ολόκληρη περίοδος» δεν είναι ρητορικό σχήμα. Σημαδεύει έναν νέο συσχετισμό δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο, σημαδεύει μια νέα περίοδο, μια νέα φάση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που αναγκαστικά πρέπει να διανύσει. Για τον Γ.Χ. η νέα περίοδος ανοίγει από τα μέσα της δεκαετίας του '70. Η πρωτοβουλία από τότε ανήκει στην αστική τάξη. Μια νέα ποιοτική αναδιάρθρωση ξετυλίγει τα φτερά της αγκαλιάζοντας όλο τον πλανήτη και θέτοντας νέα καθήκοντα στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο κύκλος της επαναστατικής αριστεράς που είχε ανοίξει στις αρχές της δεκαετίας του '60 κάπου εκεί κλείνει με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είχε. Αυτά βιώνονται με μια με­γάλη κρίση και ένα διαλυτικό πνεύμα που εκδηλώθηκε σε ολό­κληρο το κόσμο. Οργανώσεις, κόμματα, κινήματα διαλύθηκαν τη δεκαετία του '80. Ένας νέος κύκλος έπρεπε να ανοίξει. Όσα συντελέστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '80 και τις αρχές της δεκαετίας του '90, δηλαδή η τυπική επικύρωση της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, δίνει άλλες διαστάσεις σε επίπεδο συνείδησης των ζητημάτων που είχαν τεθεί σαν υπόθεση ή σα διαπίστωση λίγα χρόνια πριν. Αναστοχαζόμενοι λοιπόν αυτά που έδωσε ή είπε το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα, μπορούμε να διαπιστώσουμε δύο «αλήθειες» ή επιβεβαιώσεις: Η εκτίμηση του συσχετισμού δύναμης στην αρχή της δεκαετίας του '60 σαφώς οδηγούσε σε μια νέα παγκόσμια θύελλα και αυτή ήρθε (πρώτη επιβεβαίωση). Η εκτίμηση ότι ο ρεβιζιονισμός οδηγεί στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στις σοσιαλιστικές χώρες και διαλύει το κομμουνιστικό κίνημα (δεύτερη επιβεβαίωση). Οι διαψεύσεις και η διάλυση, η υποχώρηση σχετίζονται κυρίως με τη μη κατανόηση του τι συντελέστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '70, του ότι «έκλεισε μια ολόκληρη περίοδος», με την έλλειψη προετοιμασίας για την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης και φυσικά με την επίδραση μιας σειράς αρνητικών παραγόντων που προϋπήρχαν και από μια στιγμή και ύστερα κυριάρχησαν. Αυτός ήταν ο κανόνας. Υπήρξαν όμως και οι εξαιρέσεις που υπενθυμίζουν άλλες δυνατότητες, αν υπήρχαν άλλες επιλογές.

Το Γενάρη του '84 όταν πραγματοποιείται μια πρώτη σύσκεψη που θα οδηγήσει στη δημιουργία της Α/συνεχεια ο Γιάννης Χοντζέας σε ένα σύντομο κείμενο που δίνει υποστηρίζει μεταξύ άλλων την άποψη του για την έννοια της προοπτικής:

Η έννοια της προοπτικής δεν είναι μια συλλογή το πολύ-πολύ από λεξούλες κλειδιά που φαντάζουν σαν παντοδύναμες έννοιες. Δεν είναι κάποια μυστική ανακάλυψη κάποιου «πλούτου ή αφθονία της εξυπνάδας» αλλά ούτε και το θαυματουργό φάρμακο που η χρήση του οδηγεί σε αυτόματη θεραπεία όλων των κακών. Η έννοια της προοπτικής συνεπάγεται μια πορεία επεξεργασίας πραγματικού ιστορικού υλικού, συγκέντρωσης και συνόψισης της μεγάλης και μικρής, θετικής και αρνητικής πείρας, και ταυτόχρονα καθημερινή, αδιάκοπη προσπάθεια, πάλη για την επαλήθευση της συνόψισης.

Δηλαδή πρόκειται για μια συντονισμένη, συλλογική προσπάθεια όπου θα παίρνεται αυτό που μπορεί να παίρνεται από τον καθένα «σύμφωνα με τις δυνατότητες του» και θα αξιοποιείται από όλους σύμφωνα με τις ανάγκες αυτής της αδιάκοπα μεταβαλλόμε­νης πραγματικότητας ή «περιβάλλοντος» πάνω στο οποίο θα επενεργεί αυτή η συντονισμένη, συλλογική ενέργεια («μια συνάντηση» φωτοτυπημένο κείμενο, 1984).

Ο ίδιος γνωρίζει καλά, μπορεί με την πείρα του να εκτιμήσει το ανθρώπινο υλικό που τότε δεν ξεπερνάει τα 19 άτομα...

Η εξασφάλιση των όρων αυτών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μαγικό και αυτόματο τρόπο. Το ανθρώπινο υλικό είναι δεδομένο και μη δεδομένο. Εμπεριέχει δηλαδή τους όρους -δυνάμει- για το μετασχηματισμό του είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Εκείνο που θα κρίνει προς τα πού θα γίνει ο μετασχηματισμός θα είναι η επιμονή, η σταθερότητα και η άγρυπνη έγνοια όλων για την εξασφάλιση των όρων, που για αυτούς έγινε λόγος (όπ. π.).

Το 1993 ο Γ.Χ. δίνει ένα προγραμματικό κείμενο. Δεν το έδωσε το 1984, ούτε το 1989 ή το 1991. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Σημαίνει πως είχαν γίνει βήματα προς μια κατεύθυνση ωρίμανσης των όρων για μια τέτοια συζήτηση. Βήματα όχι πάντα εύκολα και απαλλαγμένα από λοξοδρομήσεις. Η γενική κατεύθυνση ό­μως της πορείας είναι στην τροχιά της συγκρότησης. Το 1993 απέχει από το 1984 σε επίπεδο συγκρότησης και θέλησης, εμπεριέχει τη δυνατότητα να περάσουμε σε ένα νέο στάδιο ύπαρξης μιας συλλογικότητας. Το «ίσως» σημαίνει ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να γίνει η συζήτηση, ότι μπορεί να δυναμώσουν τα στοιχεία μιας νέας συνείδησης.

 

ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τρεις είναι οι δυναμικές έννοιες που διαπερνούν το παρόν βιβλίο και του δίνουν μια ιδιαίτερη κίνηση, βαρύτητα, σημασία. Αυτές είναι ο «στρατηγικός στόχος», το «κομμουνιστικό πρόγραμμα» και η «πραγματικότητα εννοιών» σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα παραστάσεων.

Για πολλούς λόγους που θα φανούν είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε από την «πραγματικότητα εννοιών» γιατί εκεί βρίσκεται ένα κομβικό αφετηριακό σημείο για όλη τη σκέψη του Γιάννη Χοντζέα.

Δεν βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του '60 όταν σε ένα βαθμό απλωνόταν η «χαμοζωή» και όλες οι διαδικασίες που αυτή επέβαλλε. Στο μεταξύ έχει διανυθεί πολύς δρόμος και οι σύγχρονοι χειριστικοί μηχανισμοί έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν και να επιβάλλουν μια «πραγματικότητα παραστάσεων». Σύμφωνα με το Γιάννη Χοντζέα:

διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις παραστάσεις που προβάλλονται για την πραγματικότητα (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 81).

Η δυνατότητα δημιουργίας μέσω των «άυλων» στηριγμάτων του «μεταβιομηχανικού» ιμπεριαλισμού μιας πραγματικότητας παραστάσεων που να απομακρύνεται όλο και περισσότερο - όπως είναι επόμενο- από την πραγματικότητα που ζουν οι όλο και περισσότερο διχαζόμενοι ανάμεσα στις δύο «πραγματικότητες» άνθρωποι, αποτελεί το ισχυρότερο όπλο χειραγώγησης στην περίοδο αυτή (όπ. π., σελ. 82).

Μια πραγματικότητα παραστάσεων σημαίνει όπως -κάθε παράσταση- πως στηρίζεται σε στοιχεία του πραγματικού, γιατί αλλιώτικα δε θα ήταν τέτια. Τέτοια είναι η πραγματικότητα που διαχέουν τα «δίχτυα» για την οικονομία, την επιστήμη και την τεχνική, για γενοκτονίες ή «γενοκτονίες», για εθνικισμούς ή «εθνικισμούς» κ.λπ. (όπ. π., σελ. 82).

Η πραγματικότητα των εννοιών σημαδεύει μια κίνηση επανοικειοποίησης σε γνωστικό επίπεδου του πραγματικού, μέσα από μια διαρκή διαπάλη με τις παραστάσεις που διαχέουν για την πραγματικότητα οι χειριστικοί άυλοι και υλικοί μηχανισμοί. Πά­νω σε αυτή τη βάση δημιουργούν οι συνειδητοί και αγωνιζόμενοι άνθρωποι μια στέρεη πραγματικότητα εννοιών που τους στηρίζει και τους προσανατολίζει στον αγώνα της αποκάλυψης, της καταγγελίας και της υπέρβασης του συστήματος κοινωνικών σχέσεων που επικρατεί.

Όπως έχει τονιστεί στο βιβλίο «Το «τέλος» του κομμουνισμού», στον Επίλογο:

Η επιβολή της «νέας τάξης» σημαίνει επιβολή φαντασμαγοριών στο επίπεδο της συνείδησης... Η υλική βία, με τις διάφορες μορφές της, δίχως αυτή τη φαντασμαγορική διαμεσολάβηση (πραγματικό-ονειρικό) θα ήταν ανίσχυρη να επιβάλει όσα επέβαλε... Στην υλική βία (οικονομική, όπλα, καταπίεση) είναι ενταγμένη αυτή η φαντασμαγορική διαμεσολάβηση, αποτελεί συστατικό της στοιχείο (Γ.Χ., Το «τέλος» του κομμουνισμού, Επίλογος, σελ. 422-423).

Η αξιοπιστία της πραγματικότητας παραστάσεων είναι κάτι που μεταβάλλεται και χωρίς την επενέργεια ενός επαναστατικού υποκειμένου:

Την πτώση της αξιοπιστίας αυτής της πραγματικότητας των παραστάσεων μπορεί να τη φέρουν οι ίδιοι που τη στηρίζουν. Η πτώση όμως της αξιοπιστίας είναι ένας όρος, αλλά όχι επαρκής για την προβολή της πραγματικότητας της ζωής, των αγώνων που αναπτύσσονται, που συχνά διαστρέφονται ή αποδυναμώνονται, αλλά που δε σταμάτησαν ούτε θα σταματήσουν ποτέ. Κι εδώ αυτό θα κρίνει το εφικτό ή το μη εφικτό. Η θεωρία πρέπει να φωτίζει την πάλη, αλλά δίχως πάλη δεν μπορεί να υπάρξει θεωρία (όπ. π., σελ. 83)

Το «κομμουνιστικό πρόγραμμα» μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα μέρος της πραγματικότητας εννοιών. Μόνο που είναι πιο συστηματοποιημένο, περισσότερο οργανικά συνδεμένο με στόχους και αιτήματα που τροποποιούν ή στοχεύουν να τροποιήσουν την πραγματικότητα. Αποτελείτο θεωρητικό-πραχτικό μανιφέστο σε μια δεδομένη ιστορική φάση του κομμουνιστικού κινήματος. Το «κομμουνιστικό πρόγραμμα» δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια βάση εννοιών που θα συγκροτούν όχι απλά μια απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά θα έχουν τη δύναμη να αναδεικνύουν το κύριο, την τάση, τη δυναμική. Ο Γιάννης Χοντζέας ορίζει έτσι την έννοια «κομμουνιστικό πρόγραμμα»:

Τι σημαίνει ή μάλλον τί θα πρέπει να εννοούμε με εκείνο που καθορίστηκε εισαγωγικά σαν «κομμουνιστικό πρόγραμμα» και γιατί διατυπώθηκε η άποψη για πορεία οικοδόμησης του; Η οικοδόμηση ενός τέτιου προγράμματος σημαίνει βασικά τρία πράγματα: 1. Την αναζήτηση του τί μπορεί να σημαίνει μετάβαση σε μια άλλη κοινωνική μορφή και αν η μορφή αυτή είναι ο κομμουνισμός. 2. Τα στοιχεία-διδάγματα από την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού και της πάλης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος σχετικά με την οικοδόμηση ενός τέτιου προγράμματος. 3. Και όχι τελευταίο σε σημασία, ο αδιάκοπος εμπλουτισμός με όσα προσφέρει η πάλη των εργαζομένων, των λαϊκών μαζών στον κόσμο για την πορεία μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση σε μια ποιοτικά διαφορετική, που θα προσδιορίσουν αποφασιστικά το περιεχόμενο και τη μορφή των αγώνων, κι επομένως, το περιε­χόμενο και τη μορφή σε νέες συνθήκες αυτού που επιχειρήθηκε να πραγματωθεί στη διάρκεια του Οχτώβρη και της μεταοχτωβριανής περιόδου.

Τα τρία αυτά βασικά πράγματα είναι αξεδιάλυτα συνδεμένα μεταξύ τους (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 90).

Ο Γ.Χ. δεν στέκεται με θρησκευτικό μυστικισμό μπροστά στο ζήτημα της «επικαιρότητας του κομμουνισμού». Δέχεται να αναζητήσει το τι μπορεί να σημαίνει μετάβαση σε μια άλλη κοινωνική μορφή και αν η μορφή αυτή είναι ο κομμουνισμός. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί μπροστά σε όσα έγιναν να μην διερωτηθεί σχετικά με το ζήτημα. Εδώ δεν μπορεί να ισχύσει σαν απάντηση μόνο το τι έλεγαν για το ζήτημα οι κλασσικοί ή το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και να θεωρηθούν όλα περίπου σαν λυμένα ζητήματα. Ο Γ.Χ. θέτει σαν πρώτο στοιχείο την αναζήτηση του τί σημαίνει η μετάβαση σε μια άλλη κοινωνική μορφή, επομένως πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν είναι α­ναγκαία και σκοπούμενη μια τέτοια μετάβαση. Αν απαντηθεί θετικά το ερώτημα αυτό (και προς τα εκεί οδηγεί η «λογική» των γεγονότων, οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, η ίδια η ιστορική εξέλιξη παρ' όλη την περί του αντιθέτου υποστήριξη των χειριστικών μηχανισμών), ακολουθεί το δεύτερο, ποια θα είναι τα βασικά γνωρίσματα της νέας κοινωνικής μορφής και ποια η σχέση της με τον κομμουνισμό. Στο κείμενο αυτό δεν είναι κεντρικό του μέλημα η απάντηση στο ζήτημα αυτό. Έμμεσα μόνο δίνει τη θετική απάντηση ή θεωρεί πως έχει δώσει υλικό σε άλλες ευκαιρίες. Ακόμα και ο τίτλος «Το «τέλος» του κομμουνισμού» δείχνει ότι δεν έχει δυσκολία να υπερασπίσει την άποψη του. Στα 1993 στο τελείωμα του βιβλίου εκείνου ο Γιάννης Χοντζέας θυμίζει μια άποψη που είχε γράψει 10 χρόνια πριν στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου «Εκλογή από τις Grundrisse» του Καρλ Μαρξ που μετέφρασε και επιμελήθηκε ο ίδιος:

Η επικαιρότητα του κομμουνισμού όσο και αν απωθείται, δια­στρέφεται ή γελοιοποιείται, είναι το μεγάλο δίδαγμα που βγαίνει για όποιον μελετήσει σε βάθος το πλήθος από τα όποια φαινόμε­να αμφισβητούνται, ερμηνεύονται έτσι ή αλλιώς, αναθεματίζονται ή προβάλλονται. Και η επικαιρότητα αυτή θα παραμείνει σαν μια αντικειμενική απαίτηση όσο θα παρατείνονται και περιπλέκονται τα προβλήματα που εμφανίζονται σαν αδιέξοδα της σημερινής ε­ποχής και μ' αυτήν θα αναμετρηθούν οι γενιές του σήμερα και του αύριο.

Στο παρόν βιβλίο, το κύριο βάρος σχετικά με το κομμουνιστικό πρόγραμμα ο Γιάννης Χοντζέας το έχει ρίξει στο δεύτερο σημείο, δηλαδή το ζήτημα της αυτοκριτικής του κομμουνιστικού κινήματος. Ο ίδιος δείχνει μια αυστηρή στάση απέναντι στην αυτοκριτική:

Αυτοκριτική με χτύπημα στήθους δίχως εξαγωγή συμπερασμάτων και διδαγμάτων είναι θέατρο. Αυτοκριτική για εκκαθάριση λογαριασμών, δηλαδή κατευθείαν συγκεκριμένα αυτά τα μέτρα γι' αυτούς ή εκείνους σχετίζεται με μια «φυσική ροπή», «αυθόρμητη» στάση προσπάθεια δικαιολόγησης μιας ήττας, ή μιας αποτυχίας. Αλλά και σκέτη «δεοντολογία»: απαράδεκτο αυτό ή εκείνο είναι αέρας κοπανιστός. Οι ήττες και τα λάθη δεν συμβαίνουν σε αποστειρωμένους χώρους. Πού συνέβηκαν, πώς συνέβηκαν και γιατί συνέβηκαν. Αυτή η έρμη η συγκεκριμένη ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 92).

Για το συγγραφέα η πραγματική αυτοκριτική:

είναι η εξέταση της συνολικής πορείας του κομμουνιστικού κινήματος και η αναγωγή σε συμπεράσματα αυτού που ανυψώνεται σε επίπεδο διδαγμάτων με «διαχρονική» αξία (όπ. π., σελ. 93).

Το τρίτο στοιχείο του κομμουνιστικού προγράμματος -κι όχι τελευταίο σε σημασία- ο αδιάκοπος εμπλουτισμός της πάλης των εργαζομένων, οφείλει να υπηρετεί μιαν ανάγκη: την πορεία μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση σε μια ποιοτικά διαφορετική. Αλλά ο Γιάννης Χοντζέας θέλει να βλέπει με συγκεκριμένο τρόπο αυτή τη μετάβαση και όχι απλά σαν μια ευχή ή απλή δυνατότητα. Γι αυτό προχωρεί στην συγκεκριμενοποίηση του «στρατηγικού στόχου» ή της «στρατηγικής επιδίωξης». Στη σκέψη του ο στρατηγικός στόχος - βασική έννοια της πολιτικής επιστήμης- δεν ταυτίζεται με τη μέρα της επανάστασης και την επικράτηση της. Αυτή η πρωτόγονη και αρκετά ρομαντική -καθυστερημένη ιδέα αφήνει σήμερα τελείως αφοπλισμένο το εργατικό κίνημα. Δεν οδηγεί σε κανέναν συγκεκριμένο εμπλουτισμό του. Ο Γιάννης Χοντζέας διευκρινίζει τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις έννοιες αυτές:

οι έννοιες «στρατηγικός στόχος», «επιδίωξη», «στρατηγικό σχέδιο» δε χρησιμοποιούνται με την έννοια που έχουν πάρει (ή μάλλον που δεν έχουν πάρει) στην τρέχουσα πολιτική και επιχειρηματική πραχτική, όπου στρατηγικές, πολιτικές κ.λπ. ρίχνονται φίρδην-μίγδην. Χρησιμοποιούνται με τη «δεινοσαυρική» πραχτική, όχι όμως μέσα στον κορσέ του εγκλεισμού τους από μια πραχτική συμμόρφωσης με τις «αυστηρές απαιτήσεις του ιστορικού υλισμού» (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 89).

Επανασυνδέει με δημιουργικό τρόπο την κίνηση και σκέψη του επαναστατικού κινήματος με την έννοια του «στρατηγικού στόχου» που σε προηγούμενες εποχές το κομμουνιστικό κίνημα πάσχιζε και συχνά κατόρθωνε να έχει ανοίγοντας συγκεκριμέ­νους δρόμους.

Σύμφωνα με την «δεινοσαυρική» πραχτική, η στρατηγική και η ταχτική του κινήματος αφορούν την υποκειμενική πλευρά, τους υποκειμενικούς όρους του κινήματος, σε αυτούς επενεργούν και όχι τους αντικειμενικούς όρους αν και τους συνυπολογίζουν σοβαρά. Ο στρατηγικός στόχος αφορά κάθε φορά το αναγκαίο σημείο, κατάχτηση, συσχετισμό, την καθορισμένη ποιότητα που πρέπει να καταχτήσει ένα κίνημα, μια οργάνωση, ένας φο­ρέας για να μπορέσει να περάσει σε ένα άλλο στάδιο. Για παράδειγμα, στις συνθήκες του μεσοπολέμου, ο στόχος κατάχτησης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, έκφραζε έναν στρατηγικό στόχο των κομμουνιστικών κομμάτων, γιατί χωρίς την εκπλήρωση του δεν μπορούσε να διαδραματίσει σοβαρό ρόλο στις κοινωνικές εξελίξεις. Λίγο καιρό μετά, η αντιμετώπιση του ναζισμού, η ανάγκη συντριβής του αποτέλεσε έναν άλλο στρατηγικό στόχο. Και στα δύο παραδείγματα ο «στρατηγικός στόχος» δεν ταυτίζεται με την επανάσταση, αλλά την υπηρετεί γιατί καθορίζει απαραίτητα στάδια που πρέπει να διανυθούν στόχους που πρέπει να πλησιαστούν, τέτοιους που τροποποιούν το συσχετισμό δύναμης.

Ο Γιάννης Χοντζέας ορίζει με πολλούς τρόπους το στρατηγικό στόχο στις σημερινές συνθήκες:

επισήμανση του κύριου στόχου από τον οποίο εξαρτιόνται οι υπόλοιποι. Αυτός θα μπορούσε να διαγραφεί σαν «ανάδειξη μιας αντιθετικής ανταγωνιστικής διεθνούς πολιτικής κοινωνίας»: δηλαδή ανάδειξη μιας νέας ταξικής και πολιτικής συνείδησης (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 69).

Το πέρασμα από μια κατάσταση «παθητικότητας», δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο γενικά, παθητικής άμυνας σε μια ενεργητική άμυνα, επομένως σε μια ποιοτικά άλλη κατάσταση, πρέπει να είναι ο στρατηγικός στόχος (όπ. π., σελ. 77).

Ο στρατηγικός στόχος που τέθηκε προηγούμενα σημαίνει τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων που δημιουργήθηκε στη διάρκεια των δύο φάσεων του ρεβιζιονισμού (μεταλλαγή του κινήματος, διάλυση του συστήματος κρατών), που έριξε τις δυνάμεις της επανάστασης σε παθητικότητα. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα οικοδόμηση του κομμουνιστικού προγράμματος, της κομμουνιστικής προοπτικής στη βάση της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας των εννοιών (κοινωνία, τάξεις, κράτος, οικονομία, ιδεολογία, υλικό άυλο κ.λπ.) και στη βάση των διδαγμάτων από την πραχτική οικοδόμησης του σοσιαλισμού και αντιστροφή της τωρινής τάσης της δυαδικοποίησης (όπ. π., σελ. 88).

Σε αυτές όπως και σε άλλες παρεμφερείς διατυπώσεις του στρατηγικού στόχου -που αφθονούν και διαπερνούν όλο το κείμενο- βλέπουμε πως ο Γ.Χ. ξεφεύγει από τα κλισέ «των αυστηρών απαιτήσεων», δε χρησιμοποιεί την έννοια του «στρατηγικού στόχου» για ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει, αλλά θέλει να την ενεργοποιήσει στην κατεύθυνση της υπηρέτησης του σημερινού σταδίου ανάπτυξης του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Σε όλες τις διατυπώσεις παρατηρούμε πως η τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης είναι η κύρια βασική στρατηγική επιδίωξη. Το να βγει το εργατικό και επαναστατικό κίνημα από τη δύσκολη θέση που βρίσκεται, αναπτύσσοντας μια νέα συνείδηση, συγκροτώντας κινήματα και αντιστάσεις, οδηγούμενο από το στάδιο της στοιχειακής παθητικής αντίστασης στο στάδιο της ενεργητικής αντίστασης και τη διαμόρφωση σε διεθνές επίπεδο ενός πραγματικού κινήματος ενάντια στην Νέα Τάξη, είναι η ουσία της τοποθέτησης του.

Ολόκληρη η περίοδος που συνδέεται με την στρατηγική επιδίωξη, μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένη χρονικά και σ' αυτή αναγκαστικά θα ξεπηδήσουν καταστάσεις πρωτόγνωρες, όπου η έγκαιρη σύλληψη της ιδιαιτερότητας τους ή όχι θα καθορίσει τους ρυθμούς υποχώρησης ή ανόδου των τακτικών μαχών. Γι' αυτό είναι αναγκαία η επισήμανση των κυριοτέρων τάσεων που διαγράφονται σήμερα στο οικονομικό πολιτικό επίπεδο, δηλαδή η περιγραφή της παρούσας συγκυρίας σε σχέση με αυτό που μπορεί να αναδειχθεί «αύριο» ή «μεθαύριο» (όπ. π., σελ. 77).

Όμως θέλει να στραφεί η προσοχή σε ένα κρίσιμο ζήτημα. Η «αντιθετική ανταγωνιστική διεθνής πολιτική κοινωνία» δεν είναι αυτή που περιορίζεται στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης ή μονάχα στην πολιτική με την τρέχουσα έννοια. Πρέπει να προσέχουμε να προωθείται η αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων όχι ανάμεσα σ' αυτά ή εκείνα τα σχήματα, αλλά στο πεδίο του «πραγματικά μαζικού κινήματος». Δηλαδή στην ανάδειξη ενός «πραγματικού διεθνούς μαζικού κινήματος». Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μονάχα με την προβολή και επιδίωξη στόχων που δε θα αποτελούν ευσεβείς προσδοκίες ή πόθους που μεταμφιέζονταν σε πραγματικότητες. Με άλλα λόγια αυτό εξασφαλίζεται όταν μεριμνούμε να «γεμίζουμε» τους επιμέρους τακτικούς ή πολιτικούς στόχους με την ουσία του στρατηγικού στόχου:

Η προβολή ενός τέτιου στόχου τι σημαίνει στο τακτικό πεδίο ή αλλιώς στο πεδίο επιδίωξης επιμέρους πολιτικών (με την έννοια που δόθηκε πριν) στόχων.

Αν μείνει αξεκαθάριστο αυτό, ο στρατηγικός στόχος μπορεί να θεωρηθεί περιττός, ή οικονομίστικος ή οππορτουνιστικός. Γιατί μπορεί να προβληθεί από τα «115» κ.λπ. κόμματα, πως «παραβιάζονται» ανοιχτές πόρτες, αφού αυτά αποτελούν ήδη τη «διεθνή» ανταγωνιστική πολιτική κοινωνία (όπ. π., σελ. 71).

Από όσα παραθέσαμε μέχρι τώρα φαίνεται αρκετά καθαρά η σχέση που έχουν οι τρεις δυναμικές έννοιες -στρατηγικός στόχος, πραγματικότητα εννοιών, κομμουνιστικό πρόγραμμα- καθώς και η μεταξύ τους σχέση στο σύνολο της σκέψης του Γιάννη Χοντζέα. Το απόσπασμα που ακολουθεί ξεκαθαρίζει κατά τη γνώμη μας ακόμα καλύτερα αυτή τη σχέση και διευκρινίζει την άποψη του συγγραφέα για το κομμουνιστικό κίνημα:

Ο κομμουνισμός όταν αναφέρεται σκέτα δε σημαίνει «εδώ και τώρα κομμουνισμός», όπως ίσως ερμηνευόταν. Σήμαινε ο κομμουνισμός σαν κίνημα και σκοπός μαζί. Με την έννοια αυτή έχει τεθεί σε πολλά από τα κείμενα που έχουν προηγηθεί χρονικά. Και με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται κι εδώ. Δεν υπάρχει θέση «μια κι έξω κατευθείαν στο κομμουνισμό» σαν στρατηγική άποψη- απλά υπογραμμίζεται η «ωριμότητα» από υλική Â άυλη αντικειμενική άποψη. Η τοποθέτηση γι' αυτό ή εκείνο συνδέεται με την υπόθεση του στρατηγικού σχεδιασμού. Η άποψη που υποστηρίζεται εδώ είναι ακριβώς εκείνη που μιλάει για οικοδόμηση κομμουνιστικού προγράμματος μέσα από μία πορεία αγώνων κι αφού βαθύνει η πάλη και οικοδομηθεί μια πραγματικότητα εννοιών (αντικειμενικός νόμος της ταξικής πάλης στο στάδιο της Νέας Τάξης δυαδικής κοινωνίας). Αυτό δε σημαίνει «βλέποντας και κάνοντας», αλλά «κάνοντας και βλέποντας». Έχει διαφορά το πρώτο από το δεύτερο αλλά δε μένουμε εκεί. Η «παλιά» τριτοδιεθνιστική θεωρία για τη στρατηγική και ταχτική μιλούσε για «συσσώρευση δυνάμεων» σαν όρο για το πέρασμα από μια κατάσταση ενεργητικής άμυνας σε στρατηγική επίθεσης. Η εκτίμηση που γίνεται εδώ είναι πως σε παγκόσμιο και πολύ περισσότερο σε ευρωπαϊκό πεδίο το πρόβλημα γενικά αλλά και αυτό που τίθεται σαν όρος είναι ακριβώς το πέρασμα σε στρατηγική ενεργητικής άμυνας. Επομένως, το πέρασμα από την παθητικότητα ή παθητική άμυνα σε ενεργητική άμυνα σημαίνει συσσώρευση δυνάμεων. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις, λ.χ από τα 115 κόμματα σχετικά μ' αυτό αλλά και από άλλους (επαναστατική κατάσταση). Αλλά ούτε στη μία, ούτε στην άλλη περίπτωση υπάρχει στρατηγικό σχέδιο.

Το στάδιο της «συσσώρευσης δυνάμεων» εφόσον προωθηθεί δε θα είναι ένα γεγονός που θα αφορά κάποιο «στοίβαγμα δυνάμεων» για το στοίβαγμα, αλλά θα έχει επιπτώσεις στους συσχετισμούς δυνάμεων διεθνώς ή περιφερειακά. Αλλά η άποψη που υποστηρίζεται εδώ είναι πως για να επιτευχθεί η «συσσώρευση δυνάμεων», πρέπει να προηγηθεί η «οργάνωση» για τη «συσσώρευση δυνάμεων» (όπ. π., σελ. 116-117).

Ο Γιάννης Χοντζέας δίνει ένα προσκλητήριο που ανοίγει μια προοπτική.

Το πέρασμα από μια κατάσταση «παθητικότητας», δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο γενικά, παθητικής άμυνας σε μια ενεργητική άμυνα, επομένως σε μια ποιοτικά άλλη κατάσταση, πρέπει να είναι ο στρατηγικός στόχος. Για να επιτευχθεί αυτό θα χρειαστούν χιλιάδες μεγάλες και μικρές μάχες σε όλα τα μέτωπα που μέσα σ' αυτές να σφυρηλατούνται τα πρωτοπόρο αποσπάσματα αλλά και οι βασικές δυνάμεις που θα εκφράζουν τις βαθύτερες επιδιώξεις και ελπίδες για μια στροφή στην παγκόσμια εξέλιξη (όπ. π., σελ. 77).

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΜΗ, ΤΟ ΥΦΟΣ, ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Η επιμέλεια του κειμένου είχε να αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα μέχρις ότου φθάσει στη μορφή που παραδίδεται το βιβλίο σήμερα στον αναγνώστη. Το κείμενο είχε δοθεί κατά δόσεις και σε μια γραφή που χρειαζόταν σε ορισμένες περιπτώσεις επεμβάσεις για να δίνεται ένα νόημα και να γίνονται πιο καθαρά ορισμένα ζητήματα. Το βιβλίο αποτελείται από 5 κεφάλαια:

1. Εισαγωγή όπου ο συγγραφέας εισάγει στην όλη προβληματική και πειραματίζεται για τον τρόπο γραφής ή έκθεσης του υπόλοιπου κειμένου. Εδώ έχουμε την τοποθέτηση των εννοιών «στρατηγικός στόχος» και «πραγματικότητα εννοιών», ενώ δίνονται αρκετά στοιχεία για τη συγκυρία, τη φάση στην οποία βρισκόμαστε.

2. Το κομμουνιστικό πρόγραμμα που αποτελεί το πρώτο κυρίως κεφάλαιο του βιβλίου.

3. Η τοποθέτηση σχετικά με το «μεταβιομηχανικό» ιμπεριαλισμό και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτή την κάθοδο στη σύγχρονη πραγματικότητα.

4. Η θέση της Ελλάδας στο «μεταβιομηχανικό» κόσμο∙ εδώ κυριαρχεί η απάντηση στο ερώτημα αν η Ελλάδα είναι χώρα βαλκανική, ευρωπαϊκή ή μεσογειακή.

5. Στοιχεία θέσεων για την Ελλάδα, την ιστορία της, το ελληνικό επαναστατικό κίνημα.

6. Στοιχεία της κομμουνιστικής οργάνωσης.

Τέλος παρατίθεται μια σύνοψιση με την οποία κλείνει το κείμενο.

Όπως αναφέραμε ο συγγραφέας διευκρινίζει σχετικά με το έργο του ότι πρόκειται για ένα κείμενο:

με εισαγωγικό προλογικό μέρος, κύριο εισηγητικό και ένα σκαρίφημα «προσχεδίου θέσεων» που δεν έχει μια κανονική και ιεραρχημένη και «αυστηρή» παράθεση κι ούτε ενιαία γλώσσα (Γ.Χ., Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, σελ. 231).

Το «εισαγωγικό προλογικό μέρος» είναι η εισαγωγή. Το κύριο εισαγωγικό αφορά τα κεφάλαια 2, 3 και 4. Το σκαρίφημα «προσχεδίου θέσεων» αποτελούν το 5 και το 6. Κατά την επιμέλεια του βιβλίου χωρίσαμε τα κείμενα του συγγραφέα με κριτήριο σε ποια ενότητα ανήκε το καθένα θεματικά (αφού ορισμένα τμήματα τα παρέδωσε αφού είχε φωτοτυπηθεί μια πρώτη μορφή του κειμένου) και απλά χωρίσαμε αυτό που ο Γ.Χ. ονομάζει «κύριο εισηγητικό» σε τρία κεφάλαια (2, 3, 4).

Πριν ξεκινήσει ο Γ.Χ. την έκθεση του «προσχεδίου προγραμματικών θέσεων» μας δίνει έναν σκελετό που αξίζει το κόπο να τον παραθέσουμε και να σχολιάσουμε λίγο τη δομή του:

Προσχέδιο για προγραμματικές θέσεις

I.

Ποιος είναι ο φορέας που προβάλλει προγραμματικές θέσεις ή ποιοι αν συμπίπτουν

Πού ενεργεί (τόπος-χώρα-περίγραμμα)

Ποιες αρχές έχει ή ποιες είναι οι ιδεολογικές του βάσεις

Ποιος είναι ο τελικός του σκοπός

II.

Το νεοελληνικό έθνος

Ιστορικές ρίζες

Η διαμόρφωση του

Σύντομη ιστορική επισκόπηση

III.

Τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα στην Ελλάδα

Επισκόπηση κοινωνικών και άλλων δημοκρατικών ριζοσπαστικών κινημάτων

Η εργατική τάξη της Ελλάδας: σύντομη ιστορική επισκόπηση

Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα

IV.

Ιστορική επισκόπηση του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα

Οι μεγάλοι επαναστατικοί εθνικοαπελευθερωτικοί, αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες

V.

Το διεθνές κομμουνιστικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και η εξέλιξη του

Η πάλη κατά του ρεβιζιονισμού στο κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας

VI.

Η κοινωνία της Ελλάδας σήμερα

Το παγκόσμιο σύστημα κοινωνικών σχέσεων στο διεθνές καπιτα­λιστικό σύστημα

Χαρακτηριστικά της σημερινής περιόδου

Ταξική διάρθρωση της κοινωνίας της Ελλάδας

VII.

Στρατηγικοί στόχοι

Διάταξη δυνάμεων

Κινητήριες δυνάμεις

Επιμέρους στόχοι

VIII.

Η παρούσα κατάσταση

Προοπτικές εξέλιξης (διεθνείς)

Προοπτική εξέλιξης (εσωτερική)

Άμεσα καθήκοντα

Στην ανάπτυξη του προσχεδίου ο Γ.Χ. δε θα προχωρήσει στα σημεία VI. VII. και VIII. Αυτά τα αναπτύσσει με λιγότερο κωδική μορφή στα προηγούμενα κεφάλαια, στο «κύριο εισηγητικό» και στο «εισαγωγικό μέρος».

Ορισμένα τμήματα του κειμένου προτιμήσαμε να τα παραθέσουμε σα σημειώσεις του συγγραφέα (σ.τ.σ.) ενώ μία δύο σημειώσεις του τις ενσωματώσαμε στο κυρίως κείμενο. Σε διάφορα σημεία του κειμένου απαλείφθηκαν συνολικά 16 αράδες, που δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό, ενώ ο τρόπος διατύπωσης τους θα οδηγούσε σε επεξηγήσεις, ακόμα και ερμηνευτικές τέτοιες, ενώ σε μία - δύο περιπτώσεις δε βγαίνει νόημα από το χειρόγραφο. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αφαιρέθηκε κάτι ουσιαστικό. Στα σημεία απάλειψης υπάρχει το σύμβολο [...]. Σε όλο το κείμενο διατηρήσαμε την ορθογραφία του συγγραφέα.

Οι τίτλοι του βιβλίου, των κεφαλαίων, καθώς και οι υπότιτλοι που δίνονται σε κεφαλαία στοιχεία είναι της έκδοσης. Οι υπόλοιποι όπου υπάρχουν, είναι του συγγραφέα και δίνονται με πεζοκεφαλαία στοιχεία.

Τέλος παραθέσαμε ορισμένες σημειώσεις της έκδοσης (σ.τ.ε.) που δίνουν κάποιες πληροφορίες ή διευκρινίσεις που βοηθούν τον αναγνώστη.

Θεωρούμε υποχρέωση μας να ευχαριστήσουμε όσους και όσες με υπομονή και εργατικότητα βοήθησαν να πραγματοποιηθεί η έκδοση αυτή.

Με την έκδοση του βιβλίου ελπίζουμε να συμβάλουμε ουσιαστικά και στη γνωριμία με το έργο του Γιάννη Χοντζέα, υποχρέωση που αναλάβαμε και υπόσχεση που δώσαμε συλλογικά από τον καιρό του θανάτου του, αλλά κυρίως να βάλουμε ένα λιθαράκι στην προώθηση των στόχων που θέτει αυτό το σπουδαίο προγραμματικό κείμενο.

Ρούντι Ρινάλντι, Μάης 2000

O Γιάννης Xοντζέας γεννήθηκε στην Kορώνη της Mεσσηνίας το 1930. Σε ηλικία μόλις 11 χρονών αποκτά τις πρώτες επαφές με την αντίσταση. Oργανώνεται στην EΠON και στο KKE σε νεαρότατη ηλικία και αναπτύσσει πλούσια δράση στο χώρο των Aνατολικών Συνοικιών της Aθήνας, όπου είναι γνωστός σαν Aριστείδης.

H αγωνιστική του δράση και η κομμουνιστική του ταυτότητα τον έφερε αντιμέτωπο, όπως και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές, με διώξεις, συλλήψεις, βασανισμούς, δίκες, εξορίες.

Άντεξε σε όλα τα κολαστήρια, όπως αυτό της Mακρονήσου, με βαριές συνέπειες για την υγεία του. Στη δεκαετία του '50 εξόριστος στον Άη Στράτη, μαζί με τη μεγαλύτερη μάζα των κομμουνιστών αντιτάσσεται στην ανατροπή της επαναστατικής κατεύθυνσης στο KKE.

Aπό τις αρχές της δεκαετίες του '60 πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στην Eλλάδα.

Tα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε σε μια πολυεπίπεδη ιδεολογική δουλειά γενικής προετοιμασίας, δίνοντας και μ' αυτό τον τρόπο το «παρών» του. Yπήρξε βασικός ιδεολογικός και πολιτικός διαμορφωτής της A/συνεχεια.

Πέθανε στις 24 Oκτώβρη του 1994.


«Από πρώτη ματιά όλα συντελούν στο να γενικευτεί η χαμοζωή. Και χαμοζωή σημαίνει ήττα από το χρόνο, αρτηριοσκλήρωση, γερατειά. Αυτά πρώτα από όλα χτυπάνε στην αντίληψη, στον τρόπο σκέψης, αλλά και στην ίδια την πνευματική και ψυχική ζωτικότητα...

Μια φρέσκια άποψη του κόσμου είναι κάτι το χρειαζούμενο τώρα.

Μια φρέσκια του εαυτού μας.

Μια ανάλογη του άμεσου περιβάλλοντός μας. Ξεκινάμε...»

Αναμφίβολα ο Γιάννης Χοντζέας ήταν ο άνθρωπος που επηρέασε και διαμόρφωσε το βασικό δυναμικό που στελέχωσε την Α/συνεχεια αρχικά και την ΚΟΕ στην συνέχεια, και η ΚΟΕ θεωρεί ως βασικό διαμορφωτή της σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο τον Γιάννη Χοντζέα. Αν και χωρίζουν εννιά χρόνια τον θάνατο του Γιάννη Χοντζέα (1994) από την ίδρυση της ΚΟΕ (2003), οι βάσεις για την πολιτική συμπεριφορά και την πολιτική τοποθέτηση της ΚΟΕ σε κρίσιμα ζητήματα στρατηγικής και τακτικής βρίσκονται στο έργο του και με την έννοια αυτή έχει ενδιαφέρον, έστω με συνοπτικό τρόπο να αναφερθούμε στην αντίληψη, στην λογική και στις εκτιμήσεις του Γ.Χ. σχετικά με τα ζητήματα της στάσης, της μεθόδου, της στρατηγικής και της τακτικής που πρέπει να έχει ένας φορέας στις σύγχρονες συνθήκες.

Ο Γιάννης Χοντζέας πάντα ξεχώρισε για την φρέσκια, διεισδυτική, αντιδογματική ματιά και εκτίμηση που είχε γύρω από τα κάθε φορά κομβικά ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος. Η ματιά του πάντα ήταν στραμμένη στο πως θα αντιμετωπιστεί μια δύσκολη κατάσταση στην οποία βρέθηκε το κομμουνιστικό κίνημα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στα τελευταία 15 χρόνια του αιώνα αυτού. Παρόλο που ήταν κομμουνιστής διαμορφωμένος μέσα στο καμίνι της ταξικής πάλης στην Ελλάδα στις δεκαετίες '40-'60, εντούτοις τα θεωρητικά και πολιτικά του εφόδια τον έκαναν ικανό να τοποθετείται για την πορεία των σύγχρονων ζητημάτων, να παρακολουθεί με ενδιαφέρον όλες τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες και να χαράζει μια γενική γραμμή και στάση απέναντί τους. Μια φράση που μπορεί κωδικά να συμπυκνώσει τη σκέψη του και την αντίληψή του σχετικά με το τι χρειαζόταν να γίνει σε μεγάλες στροφές του κινήματος και της πολιτικής ζωής ήταν η φράση «όχι όπως πριν».

Παρελθόν και παρόν στο έργο του Γ.Χ.

Αυτή η φράση εμπεριέχει δύο «χρόνους»: Το «πριν», το παρελθόν και το «τώρα», το παρόν στο οποίο πρέπει να δράσουμε. Η φράση δεν είναι γενικά απορριπτική του παρελθόντος. Ο Γ.Χ. υποστήριζε μια βαθιά και ουσιαστική «εκκαθάριση λογαριασμών» με το παρελθόν, χωρίς να απορρίπτει και να μηδενίζει ιστορικές φάσεις, προχωρήματα και εφόδους, εξεγέρσεις, αγώνες και επαναστάσεις. Ίσα-ίσα που αυτά τα μελετούσε και τα αξιολογούσε ιδιαίτερα. Μάλιστα τα όσα γίνονταν στα χρόνια '85-'91 στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τις διαδικασίες καπιταλιστικής παλινόρθωσης, ο τρόπος και τα συμπεράσματα με τα οποία ήθελε να κλείσει τον 20ό αιώνα η αστική τάξη επέβαλλαν μια «βουτιά στο παρελθόν» σαν αναγκαία απαίτηση στο να δοθεί μια απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα, «γιατί φτάσαμε στο σημείο αυτό;».

Όμως είχε πλήρη επίγνωση πως το «παρελθόν δεν ξαναγίνεται», και πως η νοσταλγία περασμένων καταστάσεων δεν υποβοηθά την πράξη του σήμερα. Το «όχι όπως πριν», παράλληλα, δηλώνει πως κάτι πρέπει να γίνει, πως πρέπει να παρέμβουμε για να αλλάξουν κάποια δεδομένα, να αλλάξουν οι συσχετισμοί. [Στο επίπεδο αυτό είναι ο Γιάννης Χοντζέας που διακρίνεται από όλους όσους υπήρχαν στο μ-λ ρεύμα ή επέμεναν να ανεμίζουν σύμβολα και σημαίες ενός παρελθόντος]. Ο ίδιος δηλώνει μάλιστα, πως σε αδόκιμες καταστάσεις δοκιμάζεις και αδόκιμους τρόπους για να ανοίξεις δρόμους, δεν ακολουθείς την «πεπατημένη», δεν προχωράς με «κλασικούς» τρόπους. Θεωρεί δε πως από πολλές πλευρές βρεθήκαμε σε αδόκιμες καταστάσεις και άρα και η πράξη μας μπορούσε να γνωρίσει και «αδόκιμους» τρόπους, νέους τρόπους μέσα σε πρωτόγνωρες καταστάσεις που θα έρθουν.

Ο Γ.Χ. για 15 χρόνια, τα τελευταία της ζωής του, επιδόθηκε σε μια «αδόκιμη» διαδικασία: παράλληλα με την «εκκαθάριση των λογαριασμών» με το παρελθόν, έκανε μια ταυτόχρονη μελέτη της ήδη διαμορφωμένης σύγχρονης πραγματικότητας. Μελέτησε την καπιταλιστική κρίση και τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης, τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους μέσα στην εργατική τάξη και την κοινωνία και έδωσε πολύτιμο έργο σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Μελέτησε δηλαδή και το παρόν, έτσι όπως αυτό είχε δημιουργηθεί και σαν αποτέλεσμα ενός συσχετισμού ταξικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη.

Γιατί όμως όλα αυτά; Για δύο λόγους, για δύο βασικές εκτιμήσεις του Γ.Χ.: α) η επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν θέσης και η ανάγκη του κομμουνιστικού κινήματος το οποίο θα προβάλλει αυτή τη θέση αποτελούν την μοναδική θετική υπέρβαση του γενοκτονικού καπιταλισμού και β) η επίγνωση της πραγματικής κατάστασης του κομμουνιστικού κινήματος και της οπισθοχώρησης που έχει συντελεστεί οδηγούν στην ανάγκη μιας «νέας συνείδησης».

«Νέα συνείδηση» και Πράξη

Έτσι θα καταλήξει σε ένα πρώτο συμπέρασμα ιδιαίτερης σημασίας: «Για να ωριμάσει η νέα συνείδηση δεν αρκεί η "κάθοδος στα βάθη" στο παρελθόν, στην ιστορία, αλλά η ταυτόχρονη "κάθοδος" σε βάθος στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα». Η διπλή «κάθοδος» έχει σαν στόχο την ανάδειξη και ενδυνάμωση μιας «νέας συνείδησης», νέων στοιχείων προγράμματος και στόχων του υποκειμένου που θα δρα, που θα έχει ενεργό ρόλο που θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί, που θα είναι σε θέση να ενώσει και να πολλαπλασιάσει δυνάμεις αλλάζοντας τα πράγματα σε όλους τους τομείς.

Η απάντηση όμως των ζητημάτων αυτών δεν μπορεί να γίνει μονόπλευρα, δεν είναι καθαρά ή κύρια ζήτημα διανοητικής προσπάθειας (παρόλο που χρειάζεται κι αυτή σε μεγάλο βαθμό). Μπορεί να γίνει και είναι αναγκαίο να γίνει ξεκινώντας, ή ακόμα ξαναξεκινώντας από το επίπεδο των αναγκών, της ταξικής πάλης, του βαθμού οργάνωσης και του συγκεκριμένου επίπεδου συνείδησης που σήμερα έχει διαμορφωθεί. Η διαρκής ενασχόληση με αυτά τα πεδία ορίζει μια πράξη πλούσια η οποία οφείλει, αν σέβεται τον εαυτό της, να πασχίζει να υπάρχει μια αξεδιάλυτη ενότητα ανάμεσα στην θεωρητική και την πρακτική της πλευρά.

Αυτή η απαίτηση θα οδηγήσει -αργά ή γρήγορα- στην δυνατότητα να εντοπιστούν διεργασίες και τάσεις, στην ικανότητα πρόβλεψης, εκτίμησης και παρέμβασης με στόχο πάντα την τροποποίηση των συσχετισμών.

Πρόγραμμα - συσχετισμός - στρατηγικός στόχος

Πάλι με κωδικό τρόπο η αντίληψη του Γιάννη Χοντζέα είναι ότι είναι αναγκαίο ένα ορισμένο πρόγραμμα. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα περισσότερο -και τίποτα λιγότερο φυσικά- από την απάντηση-τοποθέτηση για τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους, την σύγχρονη δηλαδή πραγματικότητα όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, συν την προσπάθεια -μέσα από στόχους και αιτήματα- οικοδόμησης κομμουνιστικής οργάνωσης και κινημάτων αντίστασης που θα οδηγούν στην τροποποίηση των υποκειμενικών όρων αρχικά και στην συνέχεια μέσα από επαναστατικές μεταβολές και των αντικειμενικών όρων.

Η μεγάλη συμβολή του Γ.Χ. είναι όταν θέτει την έννοια του στρατηγικού στόχου, ή καλύτερα όταν βοηθά να ξεκαθαριστεί το τι είναι ο στρατηγικός στόχος μέσα σε μια διαμορφωμένη συγκυρία, φάση κ.λπ. Ο στρατηγικός στόχος δεν είναι ο σκοπός του κινήματος, δεν είναι π.χ. η επανάσταση, αλλά η ενεργητική τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης προς όφελος της εργατικής τάξης συνολικά και η αλλαγή όλου του σκηνικού σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Για παράδειγμα, το πέρασμα από την κατάσταση μιας παθητικής άμυνας που χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της ανοργάνωτης αυθόρμητης, σκόρπιας και ασυντόνιστης πάλης σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, στην κατάσταση της ενεργητικής αντίστασης όπου το στοιχείο της οργάνωσης, του συντονισμού, της δυνατότητας δημιουργίας ρηγμάτων στον αντίπαλο κ.λπ. είναι ένας στρατηγός στόχος μεγάλης σημασίας. Όταν τεθεί ένας τέτοιος στόχος και κατανοηθεί σε βάθος η σημασία του, η θεωρητικοπολιτική δουλειά για την επίτευξή του αποκτά πιο συγκεκριμένο και ειδικό χαρακτήρα.

Όπως θα το συμπυκνώσει ο Γ.Χ.: «Το πέρασμα από μια κατάσταση "παθητικότητας", δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο γενικά, παθητικής άμυνας, σε μια ενεργητική άμυνα, επομένως σε μια ποιοτικά άλλη κατάσταση, πρέπει να είναι ο στρατηγικός στόχος. Για να επιτευχθεί αυτό θα χρειαστούν χιλιάδες μεγάλες και μικρές μάχες σε όλα τα μέτωπα που μέσα σε αυτές να σφυρηλατούνται τα πρωτοπόρα αποσπάσματα αλλά και οι βασικές δυνάμεις που θα εκφράζουν βαθύτερες επιδιώξεις και ελπίδες για μια στροφή στην παγκόσμια εξέλιξη».

«Πόρτες, παράθυρα, διόδους προς την κοινωνία»

Στις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχουν «τυφλοσούρτες», «λυσάρια» που απαντούν σε κάθε πρόβλημα. Χρειάζεται η σκέψη να μην είναι δειλή, να μην είναι παγωμένη και κυρίως να είναι προσανατολισμένη στο άνοιγμα δρόμων, διόδων, δυνατοτήτων για την αλλαγή των δεδομένων. Άρα και μια πράξη τέτοια που να αλλάζει τα δεδομένα, να δημιουργεί ανατροπές και εκπλήξεις, να κατοχυρώνει θέσεις και σημεία, να αλλάζει τα πράγματα.

Ο Γιάννης Χοντζέας δεν έχει καμιά σχέση με την διαστροφή της «ψευτοοργάνωσης, με το κόμμα της φαντασίας και την φανταστική συσσώρευση δυνάμεων». Ούτε με την άλλη διαστροφή που δικαιολογεί την παθητικότητα και την παράκαμψη των καθηκόντων στο όνομα της μη συντελεσμένης συσσώρευσης δυνάμεων. Τον ενδιαφέρει το πραγματικό κίνημα και μια ζωντανή κομμουνιστική οργάνωση που παρεμβαίνει ενεργητικά, που πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες παρέμβασης, που αλλάζει τα δεδομένα. Σε όσα θα καταθέσει σε ένα από τελευταία του κείμενα (Για το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, εκδόσεις Α/συνεχεια, 2000) θα δώσει πολλές σκέψεις για τα θέματα αυτά ειδικά στο κεφάλαιο «σκέψεις για την κομμουνιστική οργάνωση, τα αναγκαία βήματα», όπως για τα αιτήματα και τους στόχους που προβάλλονται, όπου τονίζει διαρκώς ότι πρέπει να «είμαστε μαζί με αυτούς που ενδιαφέρουν» οι σχεδιασμοί μας και τα αιτήματα, για την «διάχυση» μέσα στον κόσμο, την οργάνωση και την συσσώρευση δυνάμεων, τον αναγκαίο συνδυασμό διάχυσης και συγκέντρωσης δυνάμεων που «στην παρούσα φάση είναι βασικός κρίκος της αλυσίδας».

Η κεντρική πολιτική γραμμή της ΚΟΕ «να αλλάξουν τα πράγματα στην κοινωνία, στην χώρα και την Αριστερά» και οι τακτικές μέσα από την οποία προωθείται σε όλα τα επίπεδα (ΣΥΡΙΖΑ, κεντρικό πολιτικό επίπεδο, κοινωνικοί χώροι εργασία, νεολαία, γειτονιά, πόλη, αυτοδιοίκηση), αποτελεί μια εφαρμογή των αντιλήψεων αυτών, αποτελεί μια προσπάθεια συγκεκριμένης υλοποίησης μιας γενικής κατεύθυνσης. Οι χιλιάδες μικρές και μεγάλες μάχες σε όλα τα μέτωπα μας περιμένουν και πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτές. Με αυτόν τον τρόπο τιμούμε ουσιαστικά τον Γιάννη Χοντζέα και το έργο του για «να ξελασπώσουμε το μέλλον».


«Διάχυση» και «όχι διάλυση»

[...] Η ουσία της θέσης αυτής είναι καθαρή και κάπως «παραχωμένη». Γνώση των γενικών συνθηκών και συσχετισμών στο κοινωνικό πεδίο, και επομένως των πολιτικών συσχετισμών. Η πρώτη στάση -που τη θεωρητικοποίησαν πολλοί ριζοσπάστες από την άποψη της «υπέρβασης του μοντέλου», ενώ επιφανειακά είναι ντούρα εργατική- οδηγεί στην υπαγωγή στις επιδιώξεις της αστικής πολιτικής, γιατί εξαλείφει κάθε ανεξάρτητη στάση στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Με αυτή την έννοια εδώ γίνεται λόγος για «πόρτες, παράθυρα, διόδους προς την κοινωνία».

Στις συνθήκες που ζούμε και εδώ που ζούμε, αυτό μπορεί να γίνεται με δύο τρόπους: με «το άνοιγμα στην κοινωνία», που έχει καταντήσει καραμέλα που πιπιλίζεται και που σημαίνει συμμόρφωση με κάποιες απαιτήσεις που θέτει η «κοινωνία», δηλαδή οι ηγετικοί της κύκλοι και στρώματα και προσπάθεια εισόδου στο «παιχνίδι που παίζεται» με όλα τα συνεπαγόμενα δηλαδή αναρρίχηση στην πολιτική πιάτσα κ.λπ. Όσοι επιχείρησαν τέτιες στροφές έφαγαν τα μούτρα τους και τα τρώνε, το λιγότερο.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος που σημαίνει δύο γενικά πράγματα: αυτό που γίνεται μέχρι σ' ένα σημείο: μελέτη των πραγμάτων, τοποθετήσεις, αναλύσεις, παρεμβάσεις. Εκείνο που γίνεται λίγο, και αποτελεί το σημαντικότερο είναι η «διάχυση» αλλά όχι διάλυση μέσα στην πολυποίκιλη «αγορά του Δήμου».

Ο τρόπος ζωής που επιβάλλεται είναι τέτιος που ωθεί στην απομόνωση, στην ιδιώτευση, ή το πολύ σε στενούς κύκλους. Σ' αυτό προστίθεται η μακροχρόνια πολιτική περιθωριοποίηση που ασκήθηκε και ασκείται με πολλούς τρόπους (συνδικάτα, οργανώσεις, κ.λπ.) πέρα των άλλων. Εδώ η διάχυση κι όχι η διάλυση. Τι σημαίνει άμεσα, πραχτικά;

Με δεδομένους τους όλους, αριθμητικούς, επαγγελματικούς, οικονομικούς αυτό επιβάλλει ένα σχεδιασμό, μια κλιμάκωση, ένα «μίνιμουμ» απαιτήσεων για μια πρώτη περίοδο που πρέπει να τείνει στο μάξιμουμ.

Μπορεί να προβληθεί πως αυτό είναι ανακόλουθο ή αδόκιμο ή και απαράδεκτο από θεωρητική άποψη. Σε «αδόκιμες» και «ανακόλουθες» καταστάσεις γίνονται «αδόκιμα» και «ανακόλουθα» πράγματα και δημιουργήθηκαν τέτοιες.

«Διάχυση» και «όχι διάλυση» με όλες τις έννοιες σημαίνει σ' ένα πρώτο στάδιο, σ' αυτό που αντιστοιχεί η περίοδος που καθορίστηκε πριν, ταυτόχρονο «άνοιγμα» και «κλείσιμο». Δηλαδή μια κίνηση με διπλό χαραχτήρα. Με απλούς όρους: σύναψη ποικίλων δεσμών σε ποικίλα επίπεδα: να ζητάς από τον καθένα στην κατάλληλη στιγμή εκείνο που κρίνεις ό,τι μπορεί να εισφέρει και μια τάση στο περισσότερο.

 (Απόσπασμα από το βιβλίο Για το Κομμουνιστικό Πρόγραμμα της Εποχής μας, σελ. 220.)

 


Βιβλία του Γιάννη Xοντζέα από τις εκδόσεις Α/συνεχεια

1.    Mάης '68 - 15 χρόνια μετά, 1983

2.    Aνολοκλήρωτες θύελλες και η προσαρμογή τους, 1985

3.    Kρίση της οικονομίας-κόσμος, 1992, σελ.: 36

4.    Nίκος Zαχαριάδης: τυμβωρυχία, καπηλεία και ιστορία, 1992, σελ.: 56

5.    Tο «τέλος» του κομμουνισμού, 1993, σελ.: 448

6.    Για το έργο του Mάο Tσε Tουνγκ, 1993, σελ.: 36

7.    Mερικά ζητήματα για την περίοδο '44-'49, [1975] 1994

8.    60 χρόνια από την ίδρυση του KKE, [1978] 1994

9.    Kριτική αποτίμηση του μ-λ κινήματος στην Eλλάδα, 1994

10.  15 χρόνια από το θάνατο του I. Στάλιν, [1968] 1995

11.  Kείμενα εξορίας 1970-1971, 1995, σελ.: 88

12.  Σελίδες από το ημερολόγιο ενός μαχητή της 105ης Tαξιαρχίας, [1959, 1960] 1995, σελ.: 104

13.  Σημειώσεις για το εργατικό κίνημα και το λενινισμό, [1984] 1996, σελ.: 64

14.  H αναγνώριση της τάξης, [1981, 1993] 1996, σελ.: 88

15.  Για το Κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας, 2000, σελ.: 240

16.  Για το Κομμουνιστικό Κίνημα της Ελλάδας, 2004, σελ.: 344

Για την «διπλή απάντηση» του καπιταλισμού στην κρίση του 29-31. Ο ναζισμός – φασισμός συνυπήρξε με τη δημοκρατία του «Νιου Ντηλ». Η αστική δημοκρατία πριμοδότησε τον φασισμό για να χτυπηθεί η ΕΣΣΔ. Νιου Ντηλ και ναζισμός σαν δίδυμα εργαστήρια αντιμετώπισης της κομμουνιστικής ανατροπής (σελ 89-94)

…Η περίοδος αυτής της «ατέλειωτης ζοφερής νύχτας» είναι η δεκαετία του 1930-1940. Είναι μια ενοχλητική περίοδος που πάνω της στα τελευ­ταία 15-20 χρόνια έχουν πέσει με μανία οι αναθεωρητές της ιστορίας να την ξαναγράψουν -λες και γράφτηκε ποτέ- έξω απ' τη λαϊκή μνήμη, για να αποδείξουν το δίδυμο κομμουνισμός-φασισμός και την άλλη όχθη τη «χαμογελαστή δημοκρατία του Νιου Ντηλ». Πρωτοπόροι στάθηκαν διά­φοροι, διαφόρων ειδικοτήτων αγανακτισμένοι ή οργισμένοι νέοι της πε­ριόδου εκείνης, που από «αριστερή» σκοπιά εκμηδένισαν το «σταλινικό» οικοδόμημα καθαγιάζοντας το αμερικάνικο παράδειγμα κι από «κοντά» σήμερα οι κάθε είδους τίκτοντες ή εγκυμονούντες βραδύκαυστα (για να έχουμε το νου μας) «κομμουνιστογενείς» κατά το «βενιζελογενείς» κλπ κλπ.

Η ιστορική περίοδος, που για συμβατικούς λόγους ονομάζεται πε­ρίοδος του 30, είναι εκείνη που ξεκινάει από το 1928-29 με δύο παγκό­σμιας σημασίας γεγονότα: τη στροφή προς την εκβιομηχάνιση και κολλεκτιβοποίηση στην ΕΣΣΔ (ρήξη με τη γραμμή της σε αυτόνομες ράγες α­νάπτυξης του σοσιαλισμού και της οικονομίας) και το «κραχ» του 1929 ή την έναρξη της μεγάλης κρίσης, που καταλήγει στην εισβολή των χιτλε­ρικών στην ΕΣΣΔ το 1941.

Όπως σε κάθε μεγάλη ιστορική περίοδο -και είναι τέτοια παρά τις «αναθεωρήσεις» και παρά την αντιθετική κίνηση προόδου και υποχωρή­σεων, επομένως της αντιθετικής ενότητας ιστορίας και λογικής- ας μας βρουν σ' αυτή την «προϊστορία», που επιμένουμε να τη χαραχτηρίζουμε σαν τέτοια, της ανθρωπότητας, μια ιστορική περίοδο «καθαρούλα», «παστρική» από «μαυρίλα», ολόασπρη, πεντακάθαρη, πάλλευκη σαν το πε­ριστέρι του αλήστου μνήμης σταλινικού Πικάσο.

Ο ιστορικός χρόνος ήταν ταχύτατος. Οι εναλλαγές διαδέχονταν η μία την άλλη. Από χρόνο σε χρόνο, από εξάμηνο σε εξάμηνο, συντελού­νταν μεγάλης σημασίας μεταβολές, αμοιβαίες εναλλαγές θέσεων, συσπει­ρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Η ταξική πάλη, όχι με τη στενή ταλμουδίστικη έννοια, οξυνόταν, και επειδή οι δυνάμεις που παρενέβαιναν σ' αυ­τήν εξαντλούσαν όλες τις εφεδρείες τους μέσα σε λίγα χρόνια, οι συσχε­τισμοί δυνάμεων μεταβάλλονταν και δημιουργούσαν την εντύπωση πως κάποιος από τους αντίπαλους έχει πέσει «καταγής» και δεν πρόκειται να ξανασταθεί στα πόδια του και σε λίγο όλα αυτά τα δεδομένα ανατρέ­πονταν.

Μεγάλη κρίση, εκβιομηχάνιση-κολλεκτιβοποίηση, δύο κορυφαίοι σταθμοί. Εισβολή της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία, αλλά και ένταση των εκστρατειών περικύκλωσης και εκμηδένισης από τον υποστηριζόμενο από το δυτικό ιμπεριαλισμό Τσαγκ Κάι Σεκ σε βάρος των Κινέζων κομ­μουνιστών (αυτά μέχρι το 1935). Δημοκρατία στην Ισπανία (1931). Εξέγερση του προλεταριάτου των Αστουρίων (1934), κατάπνιξη της εξέγερ­σης του προλεταριάτου της Βιέννης τον ίδιο χρόνο. Ο ναζισμός γίνεται εξουσία (1933), Η προβοκάτσια του Ράιχσταγκ. Ένταση του γερμανικού επανεξοπλισμού, ειδύλλιο Αμερικάνων-Βρετανών με τον Χίτλερ. Έντα­ση δύο φασισμών (1934), δολοφονία του φασίστα Ντόλφους στην Αυ­στρία (1934). Κι αυτά μονάχα στην πρώτη πενταετία. Από το 1935 μια στροφή στο κομμουνιστικό κίνημα (7ο συνέδριο ΚΔ). Πριν από τη στρο­φή, αλλά και με μεγαλύτερη ένταση μετά, πρωτοβουλίες της ΕΣΣΔ για τη συλλογική ασφάλεια στην Ευρώπη. Λαϊκό μέτωπο στη Γαλλία (1934), σύλληψη και αιχμαλωσία του Τσαγκ Κάι Σεκ στην Κίνα από εξεγερμέ­νους στρατηγούς του, ΚΚ Κίνας και εθνικό μέτωπο (1935). Το 1936 το προνουντσιαμέντο του Φράνκο στην Ισπανία μετά τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Έναρξη του τρίχρονου εμφύλιου (και όχι μονάχα) πόλεμου. Πολιτική κατευνασμού από Αγγλία, Γαλλία κλπ, προς τον Χίτλερ. Το «Νιου Ντηλ» στις ΗΠΑ: «απομονωτιστές» (απροκάλυπτα φιλοχιτλερικοί) και ο «αφελής» πασιφισμός του Ρούζβελτ. Το «ναζιστικό μοντέλο» εθνικοσοσιαλισμού και η πέμπτη φάλαγγα σε δράση στην Ευρώπη αλλά και ΗΠΑ και Ασία. Εξόρμηση του Ντούτσε (Αβησσυνία). Ανοχή της διε­θνούς κοινότητας. Η πολιτική κατευνασμού και το Μόναχο, οι παραχω­ρήσεις στον Χίτλερ, το παιχνίδι του ταΐσματος του «θηρίου» για να στραφεί ανατολικά και αντιστροφή των πραγμάτων. Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο (1939), έναρξη του πολέμου, εισβολή στην Πολωνία κλπ. «Γε­λοίος πόλεμος» στη Δύση. Τέλος του «γελοίου πολέμου» (1940), εισβολή στη Νορβηγία, η ψεύτικη ουδετερότητα της Σουηδίας, σοβιετο-φινλανδικός πόλεμος. Εισβολή σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γαλλία. Επίθεση Μουσο­λίνι στην Αλβανία (1939), στην Ελλάδα (1940), Γερμανική παρέμβαση (1941). Φιλοναζί εξέγερση στο Ιράκ κλπ κλπ.

Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά σημεία αυτής της δεκαετίας, που σαν τέτοια δεν εξαντλούν, αλλά απλά επισημαίνουν τον «πλούτο» της αντι­παράθεσης σε πλήθος από μέτωπα αλλά και τις «μεταβολές» ή μεταβολές στις στρατηγικές επιδιώξεις των αντιμαχόμενων. Ποιοι ήταν οι αντιμα­χόμενοι; Κράτη, συστήματα, μάζες, και τι είδους μάζες ήταν αυτές;

Μέσα σε 12 πάνω-κάτω χρόνια, δηλαδή σε ελληνικά σύγχρονα μέτρα από την κυβέρνηση Ράλλη μέχρι τη «μεσοβασιλεία» της Μητσοτακικής κυβέρνησης, το παγκόσμιο σύστημα δέχτηκε τρία πλήγματα: Οχτώβρης και τα επακόλουθα, κρίση του 1929, σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικοδό­μηση, ή όπως αλλιώς θέλετε να διαλέξετε απ' όσα προσφέρουν οι κάθε είδους σχολές. Αυτά όμως είναι πλήγματα. Ο χιτλερισμός πήρε το πράσινο φως από το «λεκανοπέδιο του Ρουρ» και τους Πρώσσους γιούνγκερς να πάρει την εξουσία, αλλά όχι μονάχα απ’ αυτούς. Οικονομικά, η ανόρθωση της γερμανικής οικονομίας, δηλαδή ο επανεξοπλισμός, στηρι­ζόταν σε ξένα και κύρια αμερικάνικα κεφάλαια. «Μεσολαβούσε» για τις επανορθώσεις που όφειλε να πληρώσει η Γερμανία, αλλά και δανειοδο­τούσε, συνεργαζόταν κλπ. Με την κρίση του 1929 συνέβηκε η απόσυρση αμερικάνικων κεφαλαίων από τη Γερμανία κι όχι μονάχα απ' αυτήν, αλ­λά η συνεργασία των γερμανικών κοντσέρν με τα αμερικάνικα τραστ ή κορπορέισον εξακολούθησε, ακόμα κι όταν ο φύρερ χλεύαζε τον Ρούζ­βελτ για τις ειρηνιστικές του «μπαρούφες». Και συνεχίστηκε παρά τα όσα συνέβησαν σε συνέχεια, αφού μέσα στον πόλεμο ο γνωστός Χ. Τρούμαν διατύπωσε την περίφημη θέση του: «Μας συμφέρει να υποστηρίζου­με τη μια από τις δύο δυνάμεις για να εξασθενεί η άλλη. Αν η πλάστιγγα γύρει υπέρ της Γερμανίας θα την υποστηρίξουμε ακόμα περισσότερο για να νικήσει τη Ρωσία». Και ήταν τότε οι ΗΠΑ ηγεμονική δύναμη, ήθελε να είναι ηγεμόνας των «ελεύθερων εθνών». Η άνοδος του ναζισμού, η «πολιτική κατευνασμού» δεν οφειλόταν στον αδύναμο ή συντηρητικό ανθρώπινο χαρακτήρα του Άγγλου πρωθυπουργού Τσάμπερλαιν ή των πριν απ' αυτόν, αλλά σε μια εσκεμμένη πολιτική αντικατάστασης της «υ­γειονομικής» αντιμπολσεβίκικης «ζώνης» με τη χρησιμοποίηση του τραυματισμένου αλλά αναζωογονούμενου γερμανικού μιλιταρισμού, και κυρίως με την αξιοποίηση ενός μαζικού κινήματος με στολή βέβαια. Ο πρώτος μεγάλος πειραματισμός που το πρόπλασμα του είχε δώσει στην πράξη ο αδελφός και μέχρι κάποιο σημείο (1934) αντίπαλος μουσολινικός ιταλικός φασισμός.

Την κρίση στις ΗΠΑ το 1929 θα διαδεχτεί η ύφεση του 1938 -μεγάλη προειδοποίηση- που αυτή έκρινε την εισδοχή -όχι τόσο ανεμπόδιστα- των ΗΠΑ στον πόλεμο. Αλλά ο ναζισμός ή φασισμός δεν ήταν γερμανι­κό μονάχα φαινόμενο. Οι «δημοκρατίες» φλερτάριζαν μ' αυτόν, όχι μο­νάχα σαν μια «κρατική δύναμη» (Γερμανία), αλλά και για «ιδία χρήση». Μιλάμε για τις προηγμένες χώρες, γιατί στις εξαρτημένες, όπως οι Βαλ­κανικές, ο φασισμός με διάφορα προσωπεία ήταν της μόδας νωρίτερα (με το φασισμό δεν φλερτάριζε και ο Ελ. Βενιζέλος σε μας και ο μεγάλος νταής -«κάτω ο παλαιοδημοκρατισμός και κοινοβουλευτισμός»- δεν έκα­νε το πραξικόπημα-οπερέτα το 1933 με φιλοφασιστικά συνθήματα;). Στη Γαλλία η «πρόβα τζενεράλε» του 1934 κατέληξε σε φιάσκο γιατί αναδύ­θηκε η μεγάλη αντιφασιστική ενότητα, αλλά η φιλοφασιστική στάση κομ­ματιών του Λαϊκού Μετώπου (Νταλαντιέ κλπ) και η ρυμούλκηση των σοσιαλιστών από πολιτικές «κατευνασμού» (Μπλουμ) διάβρωσαν το Λαϊκό Μέτωπο και οδήγησαν στα αίσχη του Μονάχου (1938) και στην κατάρρευση της άλλοτε κραταιός Γαλλικής Δύναμης.

Πώς έγινε το πλήθος των υπό γαλλο-αγγλική προστασία κρατών της Κεντρικής και Ν. Ευρώπης να μετασχηματίζονται σε φασιστικά, φασιστοειδή καθεστώτα, να δυναμώνει η πέμπτη φάλαγγα στους ιθύνοντες κύκλους και να προβάλλεται το παράδειγμα της μουσολινικής Ιταλίας σαν πρότυπο; Πλήρωσε βέβαια τα «επίχειρα» της ταξικής της τύφλωσης η αστική Γαλλία με την απώλεια της επιρροής της, σε συνέχεια, όπως πλήρωσε τα «επίχειρα» της τύφλωσης της στο στρατιωτικό τομέα έχο­ντας για τότε θρυλικά ονόματα όπως των Γκαμελέν-Βεϋγκάν ή του ήρωα του Βερντέν, Πεταίν που έγινε ο γυαλιστής της μπότας του Χίτλερ. Όσον αφορά τη «γηραιά Αλβιόνα», πιο ευκίνητη, γιατί, όπως είχε πολλές φορές γράψει ο επάρατος Λένιν, ήταν «μανούλα» στην τεχνική των συμβιβασμών (αποτέλεσμα της πείρας των συμβιβασμών εσωτερικά ανάμεσα στη μεγαλοαστική τους τάξη και τους φεουδάρχες, μεγάλο πρότυπο της περεστρόικα αυτοί οι Άγγλοι Κρόμβελ και Σία αλλά ελεεινοί οι μαθη­τές), τα κατάφερνε καλύτερα με τη χρησιμοποίηση πότε του ενός πότε του άλλου, σκαρώνοντας συμμαχίες και «τοπικά» αργότερα με τους χιτ­λερικούς μέσα στη φωτιά του πολέμου όπως έκανε για τη δική μας περί­πτωση.

Η πιο εξελιγμένη για τότε μορφή κοινωνικής και πολιτικής αντίδρα­σης, ο φασισμός-ναζισμός κινούσε μάζες. Ναζί SA στη Γερμανία, μελανοχίτωνες στην Ιταλία, ρεξιστές στο Βέλγιο, σιδηροφρουροί στη Ρουμα­νία (οι πιο επιτυχείς πειραματισμοί), «λευκοχερίτες» στη Σερβία, ουστάσι στην Κροατία (καλή ώρα τους), μαννερχαϊμικοί στη Φινλανδία κλπ κλπ. Τι ήταν αυτές οι μάζες; Άνεργοι, εξαθλιωμένοι, μαζί με ευγενικούς βλαστούς μεσαίων τάξεων. Οι παραδοσιακές μορφές «μαζικού τραμπουκισμού» στην υπηρεσία των ιθυνουσών τάξεων δεν εγκαταλείφθηκαν αλ­λά το προβάδισμα το πήραν οι νέες μορφές. Η κωμωδία, στην πραγματι­κότητα κωμωδία για τους «πάνω» και τραγωδία για τους «κάτω», εκκα­θάρισης της «κόκκινης πανούκλας» στην Ιταλία από τις συμμορίες των φασιστών πριν την εδραίωση του Μουσολίνι στην εξουσία, θεωρήθηκε από «φωτεινούς εγκέφαλους» «ιταλική ιδιαιτερότητα». Ο συνδυασμός κρατικής-ναζιστικής βίας στη Γερμανία πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, απάντηση στη μπολσεβίκικη προκλητικότητα. Αν κάμποσοι απ' αυτούς βρέθηκαν σε συνέχεια στα στρατόπεδα των ναζί τούτο δεν άρκε­σε για να βγάλουν το «χούι» τους, γιατί βρέθηκαν οι υπερατλαντικοί προστάτες για να τους δικαιώσουν. 

Η δεκαετία αυτή στα χρόνια του 1970 «αναθεωρήθηκε» από τους διά­φορους χομεϊνικής υφής αυτόνομους της Ευρώπης σ' ότι αφορά τις ΗΠΑ. Το υπέροχο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ. Και μέσα σ’ αυτό σωρηδόν οι προσπάθειες συγκρότησης ταξικών συνδικάτων με τα εργατοπατερίστικα συγκροτήματα μισο-μαφιόζων ή μαφιόζων απεργοσπαστών ή συντεχνιακών «γιούνιονς», που προδιέγραψαν μεθόδους που θα εφαρμόζονται σε πλανητική κλίμακα στη συνέχεια. Οι τύποι αυτοί ήταν οι πρωτοστάτες του κινήματος «Αμέρικα Φερστ» που μέχρι την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο έκαναν φιλοχιτλερική ζύμωση. Τα αντικομμουνιστικά, αντιμεταναστευτικά, ρατσιστικά αντανακλαστικά που εκφράζο­νταν και σε πογκρόμ ανακατεύτηκαν με άλλες απόπειρες και βέβαια η συμπάθεια πηγαίνει προς ότι ήταν αντισταλινικό κλπ.

Η πείρα της ταξικής πάλης στις ΗΠΑ στην περίοδο αυτή, αλλά και όλη η πείρα πριν και μετά την περίοδο αυτή: η μελέτη της άξιζε καλύτε­ρης μεταχείρισης. Γιατί ο πιο προηγμένος καπιταλισμός από τα τέλη του περασμένου αιώνα (βλ. Σικάγο 1886, Πρωτομαγιά) και σε συνέχεια, ε­φάρμοσε αδίστακτα και αποφασιστικά χάρη στα ασύγκριτα -σε σχέση με άλλους καπιταλισμούς- μέσα του τις δύο ταχτικές, τη βία (κρεμάλες, δι­καστικές παρωδίες, πογκρόμ -δηλαδή κίνηση «μαζών»- εξοστρακισμούς, δολοφονίες κλπ) και την «ενσωμάτωση», εξαγορά, δελεασμό με αποτελεσματικότητα. Στα δύο κύματα εξεγέρσεων, 1919 (και σε συνέχεια) 1929 (και σε συνέχεια), οι ταχτικές αυτές πιο τελειοποιημένες και χάρη στο συνδυασμό -σε υψηλότερο επίπεδο από αλλού- κρατικής και παρακρατι­κής βίας (χρησιμοποίηση των τραστ του εγκλήματος) μαζί με τις «ζαχα­ρένιες οβίδες» (δελεασμός, ιδεολογική διάβρωση μέσω «υλικών» χυδαί­ων αντισταθμισμάτων), οδήγησαν σε μια επανέκδοση του μπουχαρινισμού σε προωθημένο κι εδώ επίπεδο, του μπροουντερισμού στο κομμου­νιστικό κίνημα.

Πρόκειται για ένα από τα προειδοποιητικά σήματα βέβαια, αλλά και για τα απτά υλικά δείγματα των στρατηγικών που επεξεργαζόταν ένα από τα δύο δίδυμα ίσως «εργαστήρια» αντιμετώπισης της ανατροπής (ναζισμός, Νιου Ντηλ) που θα παράδινε το ένα στο άλλο τη σκυτάλη.

Τι γοητευτική ήταν η «παλιά καλή αστική δημοκρατία»! Στη δεκαετία αυτή αυτοκαταδικαζόταν. Τα μεγαλύτερα μυαλά της κήρυσσαν την «υ­πέρβαση του κοινοβουλευτισμού», τη χρεωκοπία του (κάτι σαν προήχηση του σημερινού αντι-κρατισμού από μια όμως μονάχα άποψη) και ε­κείνοι που υπερασπίζονταν τις αστικοδημοκρατικές αξίες ήταν εκείνοι ακριβώς που ήταν θεωρητικά και πραχτικά οι νεκροθάφτες τους…

Για τον κεϋνσιανισμό, τον δρ Σαχτ της Γερμανίας και το Νιου Ντηλ. Ο κρατισμός σαν διαχείριση της εργατικής αναταραχής, σαν «ο μοναδικός τρόπος για να αποτραπεί η επανάσταση». Ακόμα κι έτσι το Νιου Ντηλ ήταν οριακό. Μοναδική διέξοδος ο πόλεμος. (σελ. 168-172)

Παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του 30 δύο «θαύματα». Το θαύμα του δόκτωρα Σαχτ, που ανόρθωσε τη γερμανική οικονομία με νομισματικά μεγαλοφυή κόλπα και το «θαύμα» του Νιου Ντηλ, που με άλλα κόλπα έ­λυσε το πρόβλημα της ανεργίας. Από τότε έχουμε το χούι των «θαυμά­των». Οι κουλτουριστές βέβαια απεχθάνονται αυτές τις εκφράσεις και προτιμούν να κατασκευάζουν έννοιες. Η έννοια επομένως του κεϋνσιανισμού τότε κατασκευάστηκε. Αν ακολουθήσουμε αυτό τον τρόπο θα τα μπερδέψουμε κάπως. Γιατί η «Γενική θεωρία» του Κέυνς, άρα η «έννοι­α», εμφανίστηκε το 1936 (ακριβέστερα το 1935). Όμως η πραχτική εφαρ­μογή της «έννοιας» είχε ήδη προωθηθεί τότε. Ή ο Κέυνς γενίκευσε «ε­μπειρικό υλικό» και κατασκεύασε την έννοια ή ο κεϋνσιανισμός σαν έν­νοια δεν υπήρξε τότε αλλά πολύ αργότερα. Η άλλη πλευρά ή μοντέλο: Ο Σαχτ με μια μικρή διακοπή από το 1930 μέχρι το 1933 ήταν ο άνθρωπος της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας. Η κεντρική τράπεζα, το γενικό ε­πιτελείο και βέβαια το μεγάλο χρηματιστικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, παρέμειναν άθικτα και συνεργάστηκαν με τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι το 1925 που κρατούσε την προεδρεία. Ο Κέυνς από το 1919 είχε κηρυχτεί κατά της πληρωμής επανορθώσεων από τη Γερμανία. Το 1923 είχαμε τον ξέφρενο πληθωρισμό στη Γερμανία που ξετίναξε τους πολλούς και ωφέ­λησε τους λίγους. Ο Σαχτ θεωρήθηκε ο μαέστρος αυτής της υπόθεσης που απαξίωνε τις αξιώσεις τρίτων προς το κράτος. Το «κόλπο» αυτό, ή­ταν αδύνατο να συμβεί δίχως εγχώριες (ενδογερμανικές) και εξωτερικές συμβολές([*]).

Το «κόλπο» συνέτριβε τις λαϊκές μάζες στη Γερμανία, βοηθούσε τα κοντσέρν και συνδαύλιζε τη φωτιά του εθνικισμού. Ο «διαιτητής», αν και σύμμαχος, ήταν οι ΗΠΑ που πόνταραν στην ανάπτυξη και τη «συνά­ντηση» με τον «ηττημένο» σε βάρος των αντίζηλων Ευρωπαίων νικητών.

Το «φαγοπότι» της χρηματιστηριακής ευφορίας στις ΗΠΑ, που κό­πηκε άγρια το 1929, επαναλαμβάνεται στη δεκαετία Ρήγκαν και «διορθώ­νεται» με τη «μπουγάδα»-κραχ του 1987, μέσα σε πλήρη ευφορία «περεστρόικας». Και το ένα από τα κοινά σημεία βρίσκεται, ανεξάρτητα από τις μεγάλες διαφορές, στο ότι κυρίαρχη θεωρία στις ΗΠΑ τότε ήταν ο λεγόμενος φιλελευθερισμός. Ο «κρατισμός» επομένως του Νιου Ντηλ έβαλε φρένο και δημιούργησε τους γνωστούς όρους.

Υπήρξε ολοκληρωμένο από τα πριν «πρόγραμμα» ή υπήρξαν μερικές οδηγητικές αρχές που στην πορεία εμπλουτίζονταν ή τροποποιούνταν;

Το μοντέλο του Νιου Ντηλ θεωρητικά διαιρείται σε δύο φάσεις;

Φάση Ι

1. Ποσοστώσεις στην παραγωγή που περιορίζουν την παραγωγή σε όγκο.

2. Προσωρινά περιορίζεται η διάρκεια της εργασίας.

3. Αύξηση των μισθών για υποκίνηση της ζήτησης.

4. Αύξηση της τιμής των εμπορευμάτων για να ανέβουν τα περιθώρια κέρδους, επομένως αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου.

5. Μεγάλα έργα. Πρόγραμμα της Κοιλάδας του Τεννεσή και για δημιουργία θέσεων εργασία; και για εκβιομηχάνιση μιας φτωχής περιοχής.

Φάση II

1. Δημιουργία συστήματος κοινωνικής προστασίας (συντάξεις, επιδόματα εργασίας).

2. Καθιέρωση κατώτατου μισθού και καθορισμός εργάσιμης εβδομάδας 44 ωρών.

3. Συνδικαλισμός. Προστατεύεται η δημιουργία ανεξάρτητων συνδικάτων.

Αφού κοινός, πρώτος και μεγάλος στόχος στις ΗΠΑ, όπως και στη Γερμανία, ήταν η αποτροπή της έκρηξης, η διαχείριση της ανεργίας ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Στη Γερμανία βέβαια υπήρχε ένα ισχυρό ΚΚ και παραδίπλα η εστία της ανατροπής. Στις ΗΠΑ υπήρχε ΚΚ αλλά ούτε νικημένη χώρα ήταν, είχε πλουσιοπάροχα ευεργετηθεί από την παγκό­σμια αλληλοσφαγή και η εστία της ανατροπής βρισκόταν μακριά. Οι να­ζί είχαν την υποδομή έτοιμη, πριν πάρουν την εξουσία. Στις ΗΠΑ η «ι­διωτική» κλπ πρωτοβουλία είχε σπάσει σε πολλά κομμάτια και ο «σώ­ζων ευατόν σωθήτω» κυριαρχούσε. Ύστερα όμως από μια δεκαετία ευτυ­χίας αλλά και ιησουητισμού και ψευτοπουριτανισμού (με πρόγευση για μελλοντικούς προγραμματισμούς) του τύπου της «ποτοαπαγόρευσης» (η πρώτη πράξη του Ρούζβελτ ήταν να την καταργήσει), έπρεπε κατά τη ρή­ση του Ντούτσε στην άλλη άκρη «να κοινωνικοποιηθούν» οι ζημιές κι ε­πομένως η «κοινωνία», το κράτος σαν μεσολαβητής, να αναλάβει να α­νοίγει δρόμους, να κλείνει δρόμους, να οργανώνει συσσίτια και να «δια­χειρίζεται» την εξόφληση του «μάρμαρου» της ευτυχίας. Η φιλελεύθερη συνήθεια δολοφονιών ή αποπειρών κατά προέδρων ήταν το ντεμπούτο του Ρούζβελτ στο Σικάγο όπου «διέφυγε» το θάνατο.

Η κρίση έφερε και την ανατίναξη των διεθνών συναλλαγών και τη διαμάχη ΗΠΑ-Μ. Βρετανίας, πρώτα απ' όλα, για τη μορφή που θα έ­παιρνε το σύστημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος.

Η λίρα παραμένει βασικό όργανο στις διεθνείς συναλλαγές αλλά το «μάρμαρο» της μεταβολής του «χρυσού κανόνα» θα το πληρώσουν ιδιαί­τερα οι μικρές χώρες, που κηδεμονευόμενες είδαν να γίνεται σ' αυτές μια μετακύλιση σημαντικού μέρους της ζημιάς. Οι ΗΠΑ, στην κατάστα­ση που ήταν, δεν ήταν δυνατό τότε να κάνουν εκείνο που επέβαλαν αρ­γότερα. Οι εργατικοί στην Αγγλία, για ένα σύντομο διάστημα, θα πά­ρουν την εξουσία για να «διαχειριστούν» την κρίση, δηλαδή την εργατι­κή αναταραχή.

Μέσα σ' αυτό το «κλίμα» ο κρατισμός -όπως λένε τώρα- ήταν η προ­σφυγή όλων των κυβερνήσεων και όλων των πολιτικών. Ο μοναδικός φερέγγυος συντελεστής στην καταρρέουσα οικονομία ήταν το κράτος. Επομένως η πίστη που θα αποκαθιστούσε ή η αξιοπιστία -όπως θέλετε-θα καθόριζε τα πάντα. Επομένως ο δόκτωρ Σαχτ, αφού το «ολοκληρωτι­κό κράτος» εγγυόταν τα πάντα, είχε την άνεση να κόβει χαρτονομίσματα επιβάλλοντας μια εσωτερική αφαίμαξη σ' αυτούς που έδινε απασχόληση (με μειωμένους και τους ονομαστικούς μισθούς), επιβάλλοντας έναν «διαρκή εσωτερικό δανεισμό». Με άλλη μορφή, το ίδιο έκαναν και στις ΗΠΑ όπου βέβαια οι πόροι που υπήρχαν ήταν ασύγκριτα πολύ περισσό­τεροι. Ο μοναδικός εγγυητής ήταν η ομοσπονδιακή εξουσία. Και οι κεϋνσιανές ιδέες για χειρισμό του δημόσιου χρέους, για εθνικούς λογαρια­σμούς, για αναποδογύρισμα της έννοιας του προϋπολογισμού, για ελεγ­χόμενο πληθωρισμό (δηλαδή ότι έκανε και ο δρ. Σαχτ), εφαρμόστηκαν έ­τσι κι αλλιώς στις περισσότερες πιο αναπτυγμένες χώρες.

Όλες αυτές όμως οι ριζοσπαστικές αλλαγές αποτελούσαν μια πλευρά της υπόθεσης. Αυτές ήταν έτσι κι αλλιώς βραχυπρόθεσμες λύσεις. Το έ­λεγε άλλωστε κι ο ίδιος ο Κέυνς, που δεν έκρυβε πως ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποτραπεί η επανάσταση. Πέρα απ' αυτά όμως, ειδικά για τη Γερμανία, η εγγύηση των μεγαλύτερων δυνάμεων (ΗΠΑ-Αγγλία πρώτα απ' όλα), στο βαθμό που πίστευαν πως θα χειρίζονταν τους ναζί αλλά και τους φασίστες της Ιταλίας, έδιναν την άνεση να εφαρμόζονται όλα αυτά τα ρηξικέλευθα που συντελούνταν στη Γερμανία.

Όμως το Νιου Ντηλ, ενώ έσωζε τον καπιταλισμό στις ΗΠΑ, μέσα από συγκρούσεις και στους κόλπους του για μια περίοδο, έφτασε στα ό­ρια του γύρω στο 1938. Παρόλο που είχε απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος των ανέργων σημειώθηκε μια υποτροπή. Στη Γερμανία εκδηλώθηκαν την ίδια περίοδο τα ίδια περίπου συμπτώματα. Ο δρ. Σαχτ φεύγει από την κεντρική τράπεζα. Παρά την επέκταση με τη Ρηνανία και το Άνσλους και το κλήριγκ που αναπτύσσεται στις εξαγωγές-εισαγωγές, η οικονομία «ασφυκτιά». Η μοναδική διέξοδος είναι το άνοιγμα σε «νέους χώρους», δη­λαδή και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν μπορεί να συγκρατηθεί η αναδιάρθρωση που συντελέστηκε μέσα σε όρια που προσδιόρισαν οι συνθήκες του 1930. Τα δεδομένα βέβαια δεν είναι ίδια. Οι ΗΠΑ δεν πά­σχουν απ' αυτό που πάσχει η Γερμανία: πρώτες ύλες. Αλλά υπάρχει άμε­σος ο κίνδυνος της συμφόρησης αν «φουλάρει» η μηχανή. Οι διέξοδοι έξω, αντί να διευρύνονται αρχίζουν να συρρικνώνονται και κύρια στον Ειρηνικό. Την ίδια περίοδο, 1934-1938, συρρέουν «εγκέφαλοι» από τη Γερμανία. Ο Ντούτσε «δωρίζει» τον Ενρίκο Φέρμι, που μαζί με τον Αϊν­στάιν θα γίνουν οι σχεδιαστές και εκτελεστές αυτού που αργότερα θα ο­νομαστεί «Πρόγραμμα Μανχάτταν» (ατομική βόμβα). Και για να γίνει αυτό έπεσε γερή γκρίνια. Γιατί στις ΗΠΑ υπήρχαν ακόμα 5.000 κάτοχοι ντοκτορά άνεργοι. Να φέρουν κι άλλους απέξω; Τι θα γίνουν αυτοί που υπάρχουν; Η λύση βέβαια υπήρχε. Και έγινε κατορθωτή μονάχα όταν «φουλάρησε» η μηχανή.

Για τις δεκαετίες 60-70-80. Ο κεϋνσιανισμός σαν ιδεολογία «συγχώνευσης» των δύο συστημάτων (σοσιαλισμού, καπιταλισμού). Από την «παραφροσύνη» του ‘60 στην «ωρίμανση» του ’70. Ο ρόλος της κρίσης. Η «απομυθοποίηση» της ιστορίας και της πρακτικής του κομμουνιστικού κινήματος. (σελ. 338 - 341)

…στη δεκαετία του 60 «όλοι» (;;;) ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, στη δεκαετία του 70 άρχι­ζαν «όλοι» (;;;) να το σκέφτονται, γιατί είδαν πως δεν γίνεται και γι' αυ­τό κριτικάρουν και απορρίπτουν τους ιδεολόγους και στρέφονται έτσι στην τρίτη περίοδο σε μια άλλη ιδεολογία, που μονάχα αυτή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, στην επιστήμη και την τεχνολογία που «ανακαλύ­φθηκε» τότε γιατί απόδειξε τη «διαχρονικότητα» της και την «αλήθεια» της.

Αν μεταφράσουμε αυτή την κατάταξη σε πιο «υλικούς» όρους θα μπορούσαμε να την εκφράσουμε χυδαία: δεκαετία 60 μικρή ανεργία, δε­καετία 70 μεγαλύτερη ανεργία, δεκαετία 80 πολύ μεγαλύτερη ανεργία. Η δεκαετία 70, κράτος πρόνοιας = σοσιαλισμός, δεκαετία 70 το κράτος πρόνοιας αποδείχνεται εμπόδιο στην «φρενίτιδα» της ανάπτυξης της δε­καετίας του 60, δεκαετία 80 ζήτω η Θάτσερ, ο Ρήγκαν και ο Γκορμπατσώφ, κάτω ο κρατισμός.

Βέβαια το «τέλος των ιδεολογιών» είχε διακηρυχτεί σαν «σύνθημα προπαγάνδας» από τη δεκαετία του 60 και υπήρξε φιλονικία αν το δια­τύπωσε πρώτος ο Γάλλος Ρεϊμόν Αρόν ή ο Αμερικάνος Ντανιέλ Μπελ (τυχαία;) μετά το πρώτο μεγάλο κύμα της «αποσταλινοποίησης», για να γίνει «σύνθημα ζύμωσης» στη δεκαετία του 70 χαι «σύνθημα άμεσης δρά­σης» στη δεκαετία του 80. Έτσι ο κεϋνσιανισμός ιδεολογία-θρησκεία-πραχτική της δεκαετίας του 60, που προαναγγέλλει τη συγχώνευση των δύο συστημάτων, έγινε στόχος κριτικών ομοβροντιών και στη δεκαετία του 80, σαν «ιδεολογία» κι αυτός, εξωπετάχθηκε στο πυρ το εξώτερο, Η δεκαετία των ιδεολογιών ήταν το σημείο επαφής ανάμεσα στα «θαύμα­τα» (ιταλικά, δυτικογερμανικά). Το «θαύμα» των ΗΠΑ είναι «το πρω­ταρχικό θαύμα» στις πρώτες ενδείξεις λαχανιάσματος. Τα θαύματα αυτά συμβάδιζαν με τους «δείκτες ευημερίας» και στις Ανατολικές χώρες, ε­κτός Κίνας και Αλβανίας. Η δεκαετία της αποϊδεολογικοποίησης είναι η ένταση του λαχανιάσματος και η απόκρυψη του «αγκομαχητού» της μη­χανής με τη χρηματιστική επέκταση προς κάθε κατεύθυνση: ο «κακός δαίμονας» είναι βέβαια τα πετρελαϊκά σοκ. Αρχίζει η πρώτη φάση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης από τα τέλη της δεκαετίας ενώ ο «ανα­τολικός» κόσμος αγκομαχώντας πασχίζει να συμβαδίσει. Η δεκαετία της «ωρίμανσης» είναι η εποχή της κύριας φάσης της καπιταλιστικής ανα­διάρθρωσης με επάνοδο «θεωρητική» στις αρχές της προ του 1929 επο­χής, των μεγάλων συγχωνεύσεων και εξαγορών. Ο «ανατολικός κόσμος» μένει πολύ πίσω στην κούρσα και τα διλήμματα θα λυθούν στα τέλη της δεκαετίας με «ριζοσπαστικό» τρόπο, επιταχύνοντας την κατάργηση των εμποδίων που είχαν παραμείνει για την ολοκληρωτική και πλήρη επανέ­νταξη στο παγκόσμιο σύστημα, αφού βέβαια προηγούμενα, γύρω στο 1979-80 είδε μπροστά του να ορθώνεται ένα δίλημμα-πρόκληση.

Στη δεκαετία του 60, «δεκαετία των ιδεολογιών», όχι άσχετα από τη διακήρυξη του «τέλους των ιδεολογιών», προωθείται η συνδιαχείριση και επομένως ανεβαίνει σε χρήση ο όρος «υπερδυνάμεις». Η συνδιαχεί­ριση με σταθμούς τη συνάντηση Κοσύγκιν-Τζόνσον (1967), που προσδιο­ρίζει τα όρια της κοινής παρέμβασης αλλά και της αντίθεσης, θα επεκτα­θεί στις αρχές της επόμενης δεκαετίας με τη συνάντηση Νίξον-Μπρέζνιεφ και με την τελειοποίηση του συστήματος συνδιαχείρισης σε πολλά επίπεδα.

Στη δεκαετία του 70 της «αποϊδεολογικοποίησης», με την τροπή των πραγμάτων στην Κίνα, επιχειρείται η αντι-υπερδυναμική παρέμβαση της Κίνας με τη «διπλωματία του πιγκ-πογκ» και την Κοινή Δήλωση της Σα-γκάης (1972) Τσου Εν Λάι - Κίσινγκερ. Το επιχείρημα «η Κίνα δεν θα γί­νει ποτέ υπερδύναμη» εξισορροπούσε ακόμα τάσεις που αντιπαρατίθονταν για την πραγματική έννοια και τη σημασία της παρέμβασης- Η άνο­δος της δεξιάς έβαλε τέλος σ' αυτή την εξισορρόπηση και προχώρησαν ακάθεκτοι σε μια υπερδυναμολογία, όπου ύστερα από μια μικρή περίοδο «ισοδυναμίας στα χτυπήματα», τα κύρια «πλήγματα» θα στρέφονται στην υπερδύναμη που εντούτοις θεωρείται «πιο τρωτή», ενώ η «φυγή προς τα μπρος» του μπρεζνιεφισμού προσφέρει την πιο ακραία εκδήλωση με την υποκίνηση και ενίσχυση της βιετναμικής απόπειρας για ηγεμο­νία στην Ινδοκίνα. Από κει η εισβολή στην Καμπότζη και οι «απαντήσεις»-συγκρούσεις με την Κίνα στα τέλη της δεκαετίας. Ταυτόχρονα «εκ­καθάριση» του Αφγανιστάν και αφρικανικές επεκτάσεις.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αναδιπλώνεται μετά το φιάσκο στην : Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος, Μ. Ανατολή), αφού μετά τις μηχανορραφίες στην Ευρώπη και την ανατροπή της κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή και την τάξη στην Ν. Αμερική, αντιμετωπίζει στην πόρτα του τις εξεγέρσεις της Νικαράγουα και του Σαλβαντόρ. Στην Ιταλία ο «ιστορικός συμβιβασμός» μετά τη θύελλα του 1967-72.

Όπως βλέπουμε τα σχήματα «αποϊδεολογικοποίησης» κλπ κάπως κουτσαίνουν.

Τελικά, παρόλα αυτά στη δεκαετία της «ωρίμανσης» και μετά τα Ελσίνκια κλπ της εποχής Κάρτερ, επαναλαμβάνεται μια ιδιότυπη επανάληψη της «κρίσης πυραύλων» του 1962 σε παρατεταμένη περίοδο Κρουζ, Ες-Ες κλπ). Ενώ στη Γερμανία πρώτα και στην Ιταλία στη συνέχεια αναπτύσσεται ο «μπριγκαντισμός» και το «Αρχιπέλαγος της Αυτονομίας». Στη Γαλλία, μετά τις «εξαφανίσεις» και τη νομιμοποίηση ενός ομματίου της «Προλεταριακής Αριστεράς», ο αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο. Η τραγωδία του Αλτουσέρ και η «μεταμόρφωση» του ακαδημαϊκού και πανεπιστημιακού μαρξισμού στο αντίθετο του.

Έτσι η «ωρίμανση του 80» ξεκινάει με ένα παραλίγο «κραχ» το 1982 Μεξικό). Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στο τιμόνι. Ο μουσουλμανισμός ε άνοδο (Περσία), «ρηγκανισμός», «θατσερισμός». Πόλεμος των ίστρων και καμώματα. Η μεταρρύθμιση Αντρόπωφ. Επιτέλους «περεστρόικα». Δέκα χρόνια μεταβάσεων από τη δικτατορία στη δημοκρατία Φιλιππίνες, Ακίνο). Το «κραχ» της Νέας Υόρκης (1987). Οι καρποί της περεστρόικα.

Από την «εποχή της παραφροσύνης» μέχρι την «εποχή της ωρίμανσης» σύμφωνα με το παραπάνω «τριαδικό» σχήμα, που η χρησιμοποίησή του εδώ αποβλέπει στο να φανεί καθαρότερα το σχήμα που προβάλλεται ώρα από «όλους» σχεδόν του πρωταγωνιστές της τωρινής περιόδου. Η παραφροσύνη» (δεκαετία του 60) ήταν το αποκορύφωμα της αλυσίδας των συνεπειών κάποιου «προπατορικού ή πρωταρχικού αμαρτήματος», ου ξεκίνησε στις αρχές του αιώνα. Η «παραφροσύνη» έδειξε το αδιέξοδο κι από κει αρχίζει πρώτα η ιδεολογική πτώση, για να έρθει ύστερα η εποχή της λογικής ή της ωρίμανσης. Και βαδίζουμε τώρα έτσι στη νέα εποχή του 2000, που αφού όλα αυτά πήραν τέλος, αντιμετωπίζουμε κάποιες «προσωρινές δυσκολίες» (δεν μπορεί να μην χρησιμοποιηθούν ορολογίες του σατανά) αλλά η νέα εποχή θα έρθει.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 70 είχαν διαφανεί ορισμένα πράγμα-χ που διαμόρφωναν καταστάσεις που αναδείχτηκαν αργότερα. Γινόταν ίο και πιο φανερό πως η κρίση σ' όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό. πολιτιστικό! Αγκάλιαζε όλους ή σχεδόν όλους. Πως η υποχώρηση των επαναστατικών θυελλών, παρά την αναδίπλωση των ΗΠΑ και την ε­πέκταση («φυγή προς τα μπρος») της ΕΣΣΔ, που όμως η τελευταία απο­κόμισε τους καρπούς που άφησαν πίσω τους τα κύματα των θυελλών δη­μιουργώντας την επίφαση της ισχυρότερης υπερδύναμης, θα ωθούσε σε μια δίχως προηγούμενο αναδιάρθρωση οικονομική και κατά συνέπεια και πολιτική, που θα «στεκόταν στο ύψος» της κρίσης και της παγκό­σμιας αμφισβήτησης του συστήματος που είχε αναπτυχθεί πριν.

Αν είχε πάρει άλλη τροπή η εξέλιξη των πραγμάτων δε θα μπορούσε να γίνει λόγος για «σχήματα», «προοπτικές», «νέες εποχές» και τα παρό­μοια. Η αναδίπλωση των ΗΠΑ από περιοχές, ελέγχους, οι συμβιβασμοί τους σε πολλές περιπτώσεις και περιοχές, και η διαρθρωτική κρίση που είχαν πέσει τις ώθησαν σε μια άλλου χαρακτήρα «φυγή προς τα μπρος» που είναι αυτή που ζούμε. Αλλά αυτό αποτελεί μέρος μιας άλλης ανάλυ­σης που θα έχει τη θέση της σε άλλο σημείο. Μπήκε ένα ερώτημα που μ' αυτό έκλεισε το προηγούμενο κεφάλαιο και σ' αυτό οφείλουμε να προ­σπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση.

Η δεκαετία των «ιδεολογιών» του 60 ουσιαστικά ήταν η δεκαετία ό­που αναδύθηκε η απαίτηση για «επιστημονική αυστηρότητα», η εποχή της «απομυθοποίησης», όχι βέβαια όλου του συστήματος των κοινωνι­κών σχέσεων αλλά της ιστορίας και πραχτικής του κομμουνιστικού κι­νήματος, η «έγχυση» στο σώμα του μαρξισμού ενέσεων αλλά και ακρω­τηριασμών από την ανερχόμενη επιστημολογία ή τον ακάθεκτο επιστη­μονισμό, σε αντίθεση αλλά και αντιπαράθεση με έναν «παλιομοδίτη» μαρξισμό που με «αυστηρό τρόπο», περιφρονώντας τις αυστηρές απαι­τήσεις των λογιότατων επιστατών του «πνεύματος», έθετε θεωρητικά και πραχτικά βασικά ζητήματα της ιστορικής εξέλιξης. Και τα ζητήματα αυ­τά πριν πέσουν, γιατί και αυτά δεν γλίτωσαν στα χέρια των λόγιων νέου στυλ, είναι εκείνα που είχε προωθήσει στην ημερήσια διάταξη όλη η προηγούμενη πραχτική δεκαετηρίδων του πραγματικά μαζικού επανα­στατικού κινήματος, πραχτική που περιέκλεινε και τις ανεπάρκειες και τις ατέλειες και τα παραστρατήματα κάθε είδους. Σε μια πρώτη φάση ο επιστημονισμός αυτός ανέλαβε να απαλλάξει το μαρξισμό από το σταλι­νισμό. Το έκανε. Σε συνέχεια προσπάθησε να τον επιστημονικοποιήσει. Το έκανε κι αυτό. Πιο πέρα, χρονικά, υπέβαλε αυτό τον επιστημονικοποιημένο μαρξισμό σε αυστηρή επιστημολογική εξέταση. Διέλυσε το δικό του δημιούργημα όπως ήταν επόμενο…

Η κρίση σε Ανατολή και Δύση. Η σημασία της κατάργησης του συστήματος Μπρέττον – Γουντς. Η στάση του ρεβιζιονισμού. (σελ. 360-361)

…Ένα μεγάλο μέρος της πολεμικής στο κομ­μουνιστικό κίνημα και στα μεγάλα κινήματα στις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού σχετιζόταν με τα ιδεολογικά ή υλικά κίνητρα, με τον «εξισωτισμό» στις μισθολογικές ιεραρχικές κλίμακες, με την «ενσωμάτωση» ή μη της εργατικής τάξης στο «σύστημα», που θα περάσουν σε άλλο επί­πεδο στα χρόνια της «αποϊδεολογικοποίησης», θα τεθούν ακόμα τα ζητήματα της σχεδιοποίησης στις μεταβατικές κοινωνίες, του οικονομικού και νομισματικού υπολογισμού κ.α. Όλα αυτά θα «μετασχηματιστούν» σε συνάρτηση με την έκβαση αγώνων και συσχετισμών σε μια «μονοχρω­μία» που τον τόνο τους θα τον δώσει η επιστημολογική ή όχι επάρκεια των προσδιορισμών.

Η «αποϊδεολογικοποίηση» θα συνδυαστεί «παράδοξα» με το ξέσπα­σμα της πολύμορφης κρίσης στη δεκαετία του 70. Ένας από τους «νεωτε­ρισμούς» της εξέλιξης. Θα αποδοθούν όλα στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του ΟΠΕΚ για να σκεπαστούν οι βαθύτερες αιτίες και οι μηχανι­σμοί της κρίσης. Και τα «πετροδολάρια» και γύρω από τα «πετροδολάρια» θα εξαπολυθεί το μεγάλο χρηματιστικό όργιο των χρόνων εκεί­νων, όπου θα παγιδευτούν και χώρες πετρελαιοπαραγωγοί και φυσικά περισσότερο οι χώρες του «Τρίτου Κόσμου» που δεν παράγουν πετρέ­λαιο αλλά και το σύνολο των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ.

Το «παράδοξο» της υποχώρησης των κινημάτων με την έκρηξη της κρίσης, θα προδιαγράψει αυτό που θα συμβεί στον επόμενο κύκλο σε πο­λύ πιο διογκωμένες διαστάσεις.

Η πιο ορατή εκδήλωση της κρίσης ήταν το τέλος των συναλλαγματι­κών ισοτιμιών, δηλαδή του συστήματος του Μπρέττον-Γουντς, το 1971, με την απόφαση του Νίξον μονομερώς να αποσυνδέσει το δολάριο από το χρυσό. Με την απόφαση αυτή που ήταν μια προσπάθεια να φορτω­θούν σε άλλους οι δυσκολίες των ΗΠΑ, αλλά και να αποτραπούν απει­λές για την κυριαρχική θέση τους, η θέση των χωρών που παρήγαγαν πρώτες ύλες, ανεξάρτητα από τη διαφορετική θέση που είχαν στο σύστη­μα, γινόταν χειρότερη. Επομένως τα «σοκ» ήταν μια κίνηση που συνδεό­ταν με την κούρσα επίρριψης των βαρών από την κρίση που άνοιξε των «μεν στους δε». Η ενεργειακή κρίση που άνοιξε με τη σειρά της, ευνοούσε την ανάδειξη μερικών ολιγαρχικών περιφερειακών δυνάμεων που άλ­λες θα σπάσουν τα μούτρα τους αργότερα (Σάχης του Ιράν λχ), ενώ άλ­λες θα επωφεληθούν (εκτός από τη Σαουδική Αραβία και τις πετρομοναρχίες, το Ιράκ, η Λιβύη κατά δεύτερο λόγο). Η ενεργειακή κρίση θα μπερδευτεί με το ηφαίστειο της Μ. Ανατολής, με τον πόλεμο το 1973, με την κρίση των ΗΠΑ στο πολιτικό πεδίο και με την άνοδο του μουσουλμανικού θεοκρατισμού.

Ο διεθνής ρεβιζιονισμός με όλες του τις μορφές, που συνέλεγε τους καρπούς που άφηνε η υποχώρηση τον κύματος των θυελλών, σαν «μεσο­λαβητής» ανάμεσα στη διεθνή «κοινωνία των πολιτών» και στη διεθνή «πολιτική κοινωνία», έχοντας καταφέρει η «μεσολάβηση» του να απο­τρέψει μεταβολή στο συσχετισμό δυνάμεων γενικά και σε επιμέρους «καυτές ζώνες» και τομείς, περδουκλώθηκε παρά τον φαινομενικό του θρίαμβο στις σταθεροποιητικές και συνδιαχειριστικές του λειτουργίες. Έτσι η κρίση στις Ανατολικές χώρες, που προδρομικό σημάδι της ήταν τα γεγονότα της Πολωνίας του 1970 (ο πιο αδύνατος κρίκος, χάρη στις κατεστημένες πια δυαδικότητες), θα ενταθεί και με την εισχώρηση τους δυναμικά στην ενεργειακή κρίση με τις δύο πλευρές (διαχείριση της πα­ραγωγής ενέργειας όχι μονάχα της ΕΣΣΔ αλλά και της ευρύτερης ζώνης) και στην κούρσα κατασκευής πυρηνικών αντιδραστήρων (the great is beautiful), αλλά και στα χρηματιστικά, απαντώντας θετικά στη χρηματι­στική «φυγή προς τα μπρος» του σε κρίση συστήματος (μαζικός, συνεχής δανεισμός όλων των Ανατολικών χωρών που εγκρίνονταν γιατί ήταν οι πιο αξιόπιστοι πελάτες των πολυεθνικών τραπεζών) και με την απόπει­ρα κάλυψης «κενών» που άφηνε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός σε πολλά σημεία του κόσμου. Οι συνδιαχειριστές, έχοντας θέσει όρια που δεν έ­πρεπε να υπερβούν, από το ένα μέρος κινούνταν αποτρεπτικά σε επικίν­δυνα σημεία τριβής, προχωρούσαν σε συνδιαπραγματεύσεις και ρυθμί­σεις, ενώ άφηναν σε εκτεταμένες ζώνες να αναπτύσσεται μια δυναμική που υπολόγιζαν πως ήταν συμφέρον και για τους δύο να λειτουργήσει σε βάρος τρίτων (Κίνα, ευρωπαϊκές χώρες κλπ), ενώ συνομολογούσαν την ευχέρεια ενίσχυσης περιφερειακών αντίβαρων (λχ στη Μ. Ανατολή απέ­ναντι στο Ισραήλ μετά τη στροφή Σαντάτ της Αιγύπτου, αντίβαρο Συρία, ενώ δίπλα στον «φιλογάλλο» Χασάν του Μαρόκου, Καντάφι, κι από κει η «λιβανοποίηση» του Λιβάνου)…


[*] Αποτέλεσμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου υπήρξε «η συγκέντρωσις ολοκλήρου σχεδόν του αποθέματος χρυσού της γης εις χείρας των Ηνωμένων Πολιτειών που έγιναν ο μοναδικός πιστωτής ολοκλήρου του κόσμου». Κατά «κατεστημένη» άποψη της εποχής «η Ευρώπη είχε πάψει να αποτελεί αυτάρκη ή­πειρο». Έτσι έχουμε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ανασύνθεση της παγκό­σμιας οικονομίας: βιομηχανική, γεωργική ανάπτυξη χωρών όπως ο Καναδάς ή η Αυστραλία και ένταση της εξαγωγικής ικανότητας των ΗΠΑ. Στην πρώτη περίο­δο η Γερμανία βρίσκεται έξω από την παγκόσμια αγορά, αλλά σε συνέχεια θα ξα­ναγυρίσει. Η πρώην Τσαρική Ρωσία, τώρα Σοβιετία, βρέθηκε έξω.

Στη συνθήκη των Βερσαλλιών, το κομμάτι περί επανορθώσεων προσδιορίζει το πώς θα οριζόταν από την επιτροπή επανορθώσεων που αποτελούνταν από α­ντιπροσώπους των συμμάχων μέχρι την 1η Μάη 1921. Συμφωνήθηκε στο Παρίσι στις 29/1/21 το ποσό να είναι 226 δισ. μάρκα και να πληρωθούν σε 42 ετήσιες δό­σεις που το ποσό καθεμιάς θα ανέβαινε βαθμιαία μέχρι 6 εκατομμύρια και στο 12% της αξίας των γερμανικών εξαγωγών. Το Μάη του 1921 στέλνεται τελεσί­γραφο των Συμμάχων να πληρώσει αμέσως η Γερμανία τα οφειλόμενα, 138 εκα­τομμύρια χρυσά μάρκα. Η Γερμανία βρίσκεται σε αδυναμία, στις αρχές του 1922 δίνεται αναστολή και ύστερα από τρεις μήνες ζητούνται απ' αυτήν 720 εκατομμύρια χρυσά μάρκα σε χρήμα και 1 δις 450 εκατομμύρια μάρκα σε είδη. Και έγινε υπόδειξη να βρεθούν τα ποσά με φορολογία. Η Γερμανία αρνήθηκε. Όμως άρ­χισε να μεγαλώνει η σύγκρουση στους νικητές. Διαφωνία Αγγλίας με Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο. Η Αγγλία ζητάει τόσα «μόνο» όσα οφείλει στις ΗΠΑ για πολεμι­κά χρέη, ενώ οι άλλες δεν δέχονται να συνδεθούν οι επανορθώσεις με τα πολεμι­κά χρέη. Διαφωνούν για το αν η Γερμανία είναι σε θέση να πληρώσει σε είδος με ξυλεία και άνθρακα. Το Γενάρη του 1923, ύστερα απ' αυτό, η Γαλλία μαζί με το Βέλγιο προχωρούν σε κατάληψη της περιοχής του Ρουρ. Οι Γερμανοί προβάλ­λουν παθητική αντίσταση. Καταβαραθρώνεται η οικονομία και το γερμανικό νό­μισμα, έτσι που η ισοτιμία με το δολάριο το Δεκέμβρη του 1923 ήταν 1 δολάριο = 4,2 τρις μάρκα. Οι σύμμαχοι κάνουν πίσω. Το 1929 ανεβαίνει στην εξου­σία στην Αγγλία το εργατικό κόμμα και με πρωτοβουλία του αναγκάζεται η Γαλ­λία να συμφωνήσει στο να εξεταστεί αν η Γερμανία έχει την ικανότητα να πλη­ρώσει επανορθώσεις. Συστήνονται δύο επιτροπές εμπειρογνωμόνων γι' αυτό.

Από τότε έχουμε σειρά εκπτώσεων και επιτροπών (Ντωζ) για να φτάσουμε στο σχέδιο Γιανγκ (1929).

Οι ΗΠΑ, από το ένα μέρος αποσύρουν κεφάλαια από την Ευρώπη και τη Γερμανία και από το άλλο, καρδαμώνουν τα σε ευρωστία γερμανικά κοντσέρν και παζαρεύουν με τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης για τα πολεμικά χρέη προς αυτές. 

Περισσότερα...

Δεκαπέντε χρόνια μετά το Μάη του '68, η εξέγερση πέρασε στην παράδοση, ενσωματώθηκε στην από καθέδρας κοινωνιολογία της Δύσης σαν «νεανικά σκιρτήματα» ή σαν απόδειξη, για τους σοσιαλίζοντες α λα Μιτεράν ή Παπανδρέου, πως η νεολαία δε νοιάζεται για τις «ποσοτικές» διεκδικήσεις, αλλά για τις «ποιοτικές» όπως λ.χ. συνδιοικήσεις-συμμετοχές, με δύο λόγια για «θεσμικές» αλλαγές και διεκδικήσεις.

 

Για την «Ανατολή» καταχωρήθηκε σαν μια απόδειξη της χρεοκοπίας του αυθορμητισμού, του αριστερισμού, του ανέφικτου μικροαστικού ριζοσπαστισμού και της αναπόφευκτης συμμαχίας του με τη CIA, και τους πράκτορες του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

 

Για τους «πολεμιστές που κουράστηκαν», από τους «νέους φιλόσοφους» της Γαλλίας μέχρι τους «επίγονους» υποστηριχτές του σεβασμού του υπαρκτού συσχετισμού δυνάμεων, πρόκειται για μια ιστορία που σαν ιστορία έχει περάσει στα μουσειακά αξιοπερίεργα.

 

Να μιλήσεις για το Μάη του ‘68 στην Ελλάδα το 1983 σημαίνει πως κατέχεσαι από αθεράπευτη ρομαντική νοσταλγία ή πως ανήκεις στην κατηγορία των «παράξενων» και «ιδιόμορφων» περιπτώσεων. Σ' αυτήν κατατάσσονται όλοι όσοι δεν δέχονται να υποταχθούν στους κανόνες του συμφωνημένου παιχνιδιού, όσοι δεν καθορίζουν τα ενδιαφέροντά τους από τις κάθε φορά μόδες, με δύο λόγια όσοι δεν δέχονται πως το μέλλον του κόσμου αναγκαστικά είναι διπλής κατεύθυνσης, είτε στο δρόμο των Ρίγκαν, Θάτσερ και των παραλλαγών τους, είτε στο δρόμο του Αφγανιστάν, της Καμπότζης και της Βαρσοβίας,

 

Τελικά, δεν ενοχλούμαστε να μας λένε «ιδιόμορφες» «παράξενες» περιπτώσεις κλπ κλπ, γιατί στο κάτω-κάτω στον κόσμο της ισοπέδωσης, της «εξάλειψης κάθε πρωτοτυπίας και ατομικότητας» κι αυτά τα λέει ο εορταζόμενος και σκυλευόμενος Μαρξ, η «εξαίρεση» επιβεβαιώνει τον κανόνα. Και τούτο σημαίνει πως ο κόσμος αυτός πρέπει ν' αλλάξει! Εκτός αν οι υμνητές του Μαρξ θεωρούν πως ο τέτοιος κόσμος είναι ο καλύτερος, που θα μπορούσε να υπάρξει. Και δεν έχει σημασία αν στη θέση του «καλύτερου» μπαίνει η γνωστή κατευναστική για να μη πούμε ναρκωτική καραμέλα του μοναδικού «εφικτού» κόσμου.

 

Όταν αναφερόμαστε στο Μάη του '68 δεν περιοριζόμαστε στο Γαλλικό Μάη μονάχα. Περικλείνουμε στην έννοια αυτή το σύνολο των κινημάτων, που συγκλόνισαν τον κόσμο σε Δύση και Ανατολή, στα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970. Εντάσσουμε στο «Μάη του '68» κινήματα όπως της ιαπωνικής νεολαίας του 1960, της αμερικάνικης νεολαίας του τέλους του 1960, της κινέζικης νεολαίας, της γαλλικής, της ιταλικής και της γερμανικής.

 

Και αυτά ενδεικτικά μονάχα. Εντάσσουμε σ' αυτό το «Μάη του '68» τα μεγάλα απεργιακά κινήματα και τις κινητοποιήσεις της γαλλικής και της ιταλικής εργατικής τάξης, την παγκόσμια κινητοποίηση κατά του βρώμικου πολέμου στο Βιετνάμ αλλά και όλες τις ιδεολογικές και πολιτιστικές διεργασίες που αναμόχλευσαν όλη τη μέχρι τότε ομοιομορφία, και την υποτιθέμενη αδρανούσα «σταθερή παράδοση» Δύσης και Ανατολής. Γι’ αυτό πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: τους αντικειμενικούς όρους που καθόρισαν τα ξεσπάσματα, τις εξεγέρσεις και τις κινητοποιήσεις από το ένα μέρος και τη στάση που πήραν απέναντι σ' όλα αυτά, εξουσίες, κόμματα, μηχανισμοί κ.λπ. σε Δύση και Ανατολή. Γιατί είτε το θέλουν είτε όχι ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος όπως ήταν πριν το «Μάη του '68». Όλοι αναπροσαρμόσθηκαν, άλλαξαν ρούχα, κοστούμια, γλώσσα, καμώματα, επιστρατεύθηκαν μηχανισμοί που αδρανούσαν, δημιουργήθηκαν νέοι, από την πλευρά των εξουσιών. Όσον αφορά τις «μάζες» και μ' αυτό εννοούμε το πραγματικό «υποκείμενο» των κοινωνικών μετασχηματισμών, είτε αποκαλούνται «περιθωριακές» είτε «βασικές» —και τούτο όχι με την έννοια βέβαια του Μάο Τσετούνγκ— δεν είναι πια οι ίδιες. Το γεγονός πως στο χειριστικό οπλοστάσιο το ισχυρότερο όπλο είναι η επίκληση του «εφικτού» ή «μη εφικτού» στόχων, ιδεών, προγραμμάτων κ.λπ. αποτελεί την καλύτερη απόδειξη.

 

Ο «Λόρδος Μπάιρον του 20ου αιώνα» —όπως αυτάρεσκα υπέβαλλε να τον ονομάζουν, ο Αντρέ Μαλρώ, υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση Ντε Γκωλ το Μάη του '68 μίλησε τότε για «κρίση του πολιτισμού» προσπαθώντας να κρατήσει την εικόνα του πάντα ανοιχτού στις ιδέες και τα γεγονότα διανοούμενου-σταυροφόρου από την υπαρκτή ιδιότητα του υπουργού που συγκρούονταν άμεσα με τους ταραξίες, θα συμφωνήσουμε με τον χαρακτηρισμό αυτό αλλά με «κάποιους» περιορισμούς και προεκτάσεις μαζί: Τη λέξη «πολιτισμός» την αντικαθιστούμε με τη λέξη «κόσμος». Δηλ. το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων Δύσης και Ανατολής. Από τότε και στη χώρα μας ακόμα επιστρατεύεται ο Μαλρώ, και έχουμε άφθονη φιλολογία γύρω από την κρίση αυτή σε προπόσεις επίσημων γευμάτων, σε άρθρα και διαλέξεις όπου επιστρατεύεται ο Αριστοτέλης, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και όλη η γνωστή φιλολογία που έχει γίνει μόδα δεξιά και «αριστερά» για επιστροφές στις «ρίζες», στη «φύση» για να υπερνικηθεί αυτή η κρίση.

 

Όμως επειδή το συγκεκριμένο είναι πάντα σύνθεση πολλών προσδιορισμών, υπήρξαν συγκεκριμένες αιτίες και στο πεδίο του αντικειμενικού και του υποκειμενικού που προσδιόρισαν τα ξεσπάσματα και την έκταση και την ορμή των κυμάτων αυτού που ονομάζεται «νεανικό σκίρτημα» όπως και την υποχώρησή τους.

 

κάθε ρεφορμισμός χαρακτηρίζεται
από τον ουτοπισμό της στρατηγικής του
και τον οπορτουνισμό της ταχτικής του

Η δεκαετία του 1950 σφραγίσθηκε από γεγονότα, όπως το πέρασμα από τον «ψυχρό πόλεμο» στην «ύφεση» με το γνωστό πρώτο στάδιο της πολιτικής της αμερικανοσοβιετικής συνεργασίας. Επιχειρήθηκε τότε να υπαχθούν στη συνεργασία αυτή όλα τα υπαρκτά και ορατά προβλήματα: από το μοίρασμα των ζωνών επιρροής μέχρι την κατάργηση της ταξικής πάλης, είτε αυτή εκφραζόταν άμεσα είτε μέσω εθνικών ή άλλων κινημάτων. Η θεωρία της «κατάσβεσης των σπινθήρων».

Η συνεργασία αυτή προϋπόθετε ορισμένες παραδοχές, έστω κι αν αυτές διακηρύχνονταν ανοιχτά ή όχι.

 

Μια από τις παραδοχές αυτές ήταν πως η «Ανατολή» μετά το «λιώσιμο των πάγων» στέκονταν εκστατική μπροστά στα «θαύματα» της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης είτε εκφράζονταν με το «γερμανικό θαύμα» των Αντενάουερ - Ερχάρτ, είτε με το «ιταλικό θαύμα» της κεντροαριστεράς. Πάνω απ' όλα βέβαια το «μεγάλο θαύμα» της αμερικάνικης μαζικής παραγωγής καταναλωτικών ειδών απαραίτητων, χρήσιμων ή μη και της αμερικάνικης τεχνολογίας.

 

Η παραδοχή αυτή ήταν απόρροια μιας κεντρικής παραδοχής. Το πρότυπο που «εξάγονταν», προβάλλονταν, διακηρύχνονταν δεν ήταν πια μια κοινωνία μεταβατική που πασχίζει να μετασχηματισθεί, αλλά μια κοινωνία που πρέπει να πασχίσει να προσαρμοσθεί. Άλλοθι για την προσαρμογή: ο κίνδυνος από τα ατομικά και πυρηνικά όπλα, οι «συνέπειες της προσωπολατρίας» που πίσω από την «εγκληματολογία» αποκαλύπτονταν η ιδεολογία της εδραιωμένης πια πολυκέφαλης τεχνοκρατίας, που με παραμορφωτικούς φακούς πρόβαλλε πλευρές της πράξης της μετάβασης όπως λ.χ. τη μη μαζική παραγωγή καταναλωτικών ειδών χρήσιμων ή μη, την καθυστέρηση της γεωργίας κ.ά. με δύο λόγια «ξανάχυνε», στα δικά της μέτρα και ανάγκες στερέωσης της κυριαρχίας της, την ιστορία της μετάβασης και έβγαζε τα δικά της πραχτικά συμπεράσματα.

 

Αρχικά μέσα από τις τυμπανοκρουσίες και τους θορύβους, τον άφθονο βερμπαλισμό, όπου ανακατεύονταν «θαψίματα του καπιταλισμού», «ειρηνικοί ανταγωνισμοί», «κουμπιά που έβαζαν σε κίνηση πυραύλους και διέλυαν τους αντίπαλους σε λίγα λεπτά», μαζί με επιστροφή σε γνήσιους λενινισμούς, σε εργατισμούς, σε επίκληση μεγάλων πνευμάτων του παρελθόντος και άγνωστων μορφών του μέλλοντος. Όμως το όνειρο της συνεργασίας σε αγαστή σύμπνοια των Δύο Μεγάλων για την επιβολή της τάξης και της ηρεμίας στον κόσμο διαλύθηκε σαν καπνός. Και επειδή συνέβηκε αυτό χρειάστηκε το πέρασμα στη δεύτερη φάση ή στάδιο, που συνέπεσε, όχι τυχαία, με το πρώτο κύμα των εκρήξεων των κινημάτων που αποτέλεσαν τον προπομπό του «Μάη του '68».

 

Στον ίδιο τον καπιταλιστικό κόσμο το μεταπολεμικό «μπουμ», τα θαύματα πέρα και δώθε του Ατλαντικού προσδιόρισαν μια άλλη αιτία διάλυσης των ελπίδων και της στρατηγικής της αμερικανοσοβιετικής ηγεμονίας. Οι συνεταίροι πρώην υποτελείς, της Ευρώπης, στον «ψυχρό πόλεμο» αρχίζουν να διεκδικούν και να ανησυχούν. Οι ηττημένες και οι συννικήτριες δυνάμεις ανταγωνίζονται την πέρα του Ατλαντικού ηγεμονική δύναμη.

 

Η ολοκλήρωση της ανασυγκρότησης απαιτεί μια αναδιάρθρωση. Έτσι οι βρώμικοι πόλεμοι, συνοδεύουν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που εμφανίσθηκε με εκείνο που ονομάζεται πολυεθνικές. Από την άλλη πλευρά το διεθνές οικονομικό σύστημα που δημιουργήθηκε στα χρόνια του πολέμου μπαίνει στην πρώτη μεγάλη κρίση του σαν έκφραση του τέλους της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού.

 

Όπως ήταν επόμενο στα χρόνια αυτά καταδείχθηκε η αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτήσεις και ανάγκες της νέας πραγματικότητας, που αναπήδησε από τις μεγάλες συγκρούσεις του 1940-50, και στην απάντηση που έδινε σ' αυτές το τοτινό παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Μια από τις τέτοιες αναντιστοιχίες ήταν πως για πρώτη φορά, ύστερα από ολόκληρες δεκαετίες, αναπτύχθηκαν αγώνες και κινήματα έξω από την τροχιά του κομμουνιστικού κινήματος. Κάτι περισσότερο: το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα εκχώρησε το ρόλο του σε άλλες δυνάμεις είτε με την «άγνοια» των τέτοιων κινημάτων, αν όχι και με την καταδίκη τους, είτε με καιροσκοπικές αναγορεύσεις σαν αυθεντικών σοσιαλιστικών, πολιτικών κινημάτων, και κοινωνικών ομάδων που σφετερίσθηκαν την ηγεσία ορισμένων από τα κινήματα αυτά.

 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αλγερινής Επανάστασης για τον πρώτο τύπο στάσης, η στάση απέναντι στον αραβικό εθνικισμό για το δεύτερο τύπο. Θεωρητικά η σύγκλιση παρά τη φαινομενική διαφωνία των απόψεων του Τολιάττι για τον «επαναστατικό ρόλο» της αστικής τάξης, της σοσιαλδημοκρατίας και των «θέσεων» των σοβιετικών για τον «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης».

 

Οι τέτοιες στάσεις που υποτίθεται πως έδιναν απαντήσεις στα νέα προβλήματα θα αποτελέσουν τον πρόλογο για την αμαλγαμοποίηση του πραξικοπηματισμού και του «μαρξισμού», κύριο χαρακτηριστικό του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των επόμενων δεκαετιών της σοβιετικής πολιτικής.

 

Έτσι γεννήθηκε ένα υποκατάστατο του επαναστατικού μαρξισμού, του προλεταριακού διεθνισμού, μια «προλεταριακή» έκδοση της «επανάστασης από τα πάνω», που μετατρέπει τα «κάτω», τις μάζες των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων σε εξάρτημα των «φωτισμένων» αστικών στοιχείων, που κατά τις περιστάσεις βαφτίζονται σοσιαλιστές, επαναστάτες ριζοσπάστες, προοδευτικά και εθνικά πατριωτικά στοιχεία, που πραγματώνουν εκείνο που θα έπρεπε να πραγματώνουν οι μάζες, αλλά αυτό που πραγματώνουν βέβαια, κάθε άλλο παρά έχει σχέση με τις επιθυμίες και τις ανάγκες των μαζών. Η προσαρμογή των εθνικοαπελευθερωτικών και εθνικοδημοκρατικών κινημάτων ακολουθεί την προσαρμογή της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής προοπτικής, όπως είναι επόμενο, στην τροχιά άσκησης «παγκόσμιας πολιτικής».

 

Αυτοί οι επαναπροσδιορισμοί όπως θα λέγαμε σήμερα του περιεχομένου του κοινωνικού μετασχηματισμού προκάλεσαν διαφοροποιήσεις, συγκρούσεις, ανακατατάξεις στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος.

 

Κορυφαία στιγμή στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ήταν αυτό που ονομάσθηκε σινοσοβιετική διένεξη. Ύστερα από διαδοχικές φάσεις εσωτερικών συγκρούσεων, προσωρινών συμφωνιών και συμβιβασμών η αντιπαράθεση θα αναπτυχθεί για να φτάσει στη μεγαλύτερη όξυνση στα χρόνια '68-'69 κι όχι τυχαία. Είναι η πρώτη μεγάλη απόπειρα, γιατί ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει προεξοφλώντας το μέλλον, πως ήταν και η τελευταία, να επαναπροσδιορισθεί η πείρα του σοσιαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος, όχι με την έννοια της προσαρμογής, αλλά με την έννοια της προώθησης «κατά κύματα», της επίθεσης με την πιο πλήρη έννοια για την «κατάχτηση του ουρανού». Αν και αυτά μυρίζουν λίγο «παλαιοντολογικά» βέβαια. Ο Μάο είναι στον τάφο του και βασιλεύει η γνωστή μετριοκρατία-τεχνοκρατία κι αυτό όχι τυχαία. Όταν το 1957 ο Μάο Τσετούνγκ δήλωνε στη Μόσχα πως ο «ανατολικός άνεμος είναι δυνατότερος από το δυτικό άνεμο» έδινε και μια τελευταία μάχη για να περάσει ενωμένο ολόκληρο το τότε «αναδομημένο» κομμουνιστικό κίνημα σ' αυτή την έφοδο κατά κύματα: για την κατάχτηση στόχων που θα το έφερναν κοντά στο τελικό σκοπό·για τελευταία φορά σε τέτοιου είδους συναθροίσεις μέσα στο «παλιό» πνεύμα των κομμουνάρων του Παρισιού και των πρωτοπόρων του Οχτώβρη προσδιορίσθηκε το πνεύμα του «συσχετισμού δυνάμεων». Όχι γιατί διαθέτουμε μονάχα τόσα όπλα και τόσες μηχανές, αλλά κύρια και πρωταρχικά γιατί έχουμε μαζί μας τόσα και τόσα εκατομμύρια ανθρώπων, τόσες και τόσες μάζες καταπιεζόμενων, και απέναντί μας έχουμε έναν διαιρεμένο αντίπαλο που μπορούμε να τον διαιρέσουμε ακόμα περισσότερο. Αβυσσαλέα απόσταση χωρίζει εκείνη την αντίληψη με αυτή, που αποτελεί τον κεντρικό άξονα της έννοιας των συσχετισμών που στέκεται στη βάση αυτού που χθες ήταν μπρεζνιεφισμός με Μπρέζνιεφ και σήμερα μπρεζνιεφισμός με Αντρόπωφ.

 

Και ακριβώς αυτός ο «ανατολικός άνεμος» φύσηξε στη Δύση, από τις Ενωμένες Πολιτείες μέχρι τη Δυτική Γερμανία και από τη Νότια Αμερική μέχρι την Ιαπωνία και αντίστροφα στα χρόνια αυτά. Μετά την περίοδο εγκλωβισμού της νεολαίας και πρώτα απ' όλα της φοιτητικής, στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, στα πανεπιστημιακά γκέτο-κάμπους, με τους μακαρθισμούς στις ΕΠΑ, το κυνήγι των υπόπτων στη Δ. Γερμανία του «θαύματος», γεγονότα και «μακρινά» και «κοντινά», από την εξέγερση της ιαπωνικής φοιτητικής νεολαίας, της νεολαίας της Ν. Κορέας, της Τουρκίας, το 1960. Από το ξεπούλημα του αλγερινού λαού από την ηγεσία του «Κ.Κ. Γαλλίας», τις καταδίκες και τις μανούβρες των σοβιετικών για να καθίσουν ήσυχα οι βιετναμέζοι, μέχρι το ξέσπασμα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, ο «ανατολικός άνεμος», σαρώνει κάθε γωνιά και των Μητροπόλεων και των πρώην αλλά και των τότε αποικιών. Σε κάθε χώρα παίρνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά παίρνει η κοινή προσπάθεια της κατάπνιξής του. Αλλά οι παρανομαστές είναι κοινοί και στη μια πλευρά και στην άλλη.

 

Νάσαι νέος
και σώπα!

Η ιθύνουσα ή οι ιθύνουσες τάξεις στις μητροπόλεις του καπιταλισμού και στις διάμεσες χώρες στα χρόνια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης 1945-1960 υιοθετώντας τα υπερατλαντικά πρότυπα, αναδιάρθρωσαν και την παιδεία συνολικά, αλλά και πιο ιδιαίτερα τη λεγόμενη Ανώτατη Παιδεία. Πανεπιστημιακά κάμπους α λα Ναντέρ στο Παρίσι, «Πανεπιστημιουπόλεις» α λα Κουπόνια –Ζωγράφου στην Ελλάδα, την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Οι φοιτητές στις άκρες των πόλεων ή κι έξω από τις πόλεις. Υπάρχουν τα γκέτο για τους μαύρους, υπάρχουν τα γκέτο για τους ευαίσθητους, ανήσυχους έστω, φοιτητές. Η επιδρομή των πολυεθνικών, η ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού, οι ανταγωνισμοί σε κρατικούς ή μη κρατικούς τομείς, η επέκταση της «επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας», η αναδιάρθρωση της παραγωγικής-τεχνολογικής βάσης, μέσα κι έξω από το εργοστάσιο, η μεγάλη ανακάλυψη των σύγχρονων χειρισμών της περιβόητης «συναίνεσης», επέβαλαν και καθόρισαν αυτή την κούρσα στην εξειδίκευση, στην «ταιηλοροποίηση» της πανεπιστημιακής ή μετα-πανεπιστημιακής παραγωγής. Η Ναντέρ, καμάρι και καρπός συνδυασμένων προσπαθειών γαλλικών και εξωγαλλικών εγκεφάλων, θα ήταν το εργαστήρι παραγωγής ψυχολόγων, κοινωνιολόγων κ.λπ., έτσι που το παν/μιο να απαντήσει στις ανάγκες της αναδιάρθρωσης. Επιχειρήθηκε άλλωστε και πιο πριν, κύρια μετά την προσαρμογή της δεκαετίας του 1950 η χρησιμοποίηση του «μαρξισμού της προσαρμογής» για την ικανοποίηση των αναγκών του καπιταλισμού. Αυτό δε συνέβηκε μονάχα στη Ναντέρ, αλλά στα περισσότερα παν/μια των μητροπόλεων και τούτο άμεσα με τη συνεργασία στις περισσότερες περιπτώσεις των «φορέων» του μαρξισμού.

 

Μαρξιστές ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι άρχισαν από τότε να δουλεύουν για να ικανοποιούν συγκεκριμένες ανάγκες επιχειρήσεων, κρατών. Και σήμερα αυτό θεωρείται απόλυτα φυσικό και θετικό: «Ο μαρξισμός διαβρώνει από τα μέσα τον καπιταλισμό». Η εξέγερση στη Ναντέρ πέρα από την προβολή άλλων αιτημάτων ή και μέσα από τέτοια αιτήματα, ανεξάρτητα αν είχε συνειδητοποιηθεί και πόσο, αποτελούσε μια εκδήλωση καταδίκης αυτής της τερατογονίας.

 

Κι εδώ εκδηλώθηκε ακόμα μια «τομή» θα λέγαμε σε σχέση με το παρελθόν. Η «τομή» αυτή σχετίζεται με το ότι για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση στις καπιταλιστικές μητροπόλεις έπαιξαν το ρόλο καταλύτη σε γενικότερα ξεσηκώματα, κινήματα νεολαίας και ιδιαίτερα φοιτητικής νεολαίας. Στο παρελθόν εκτός από την τσαρική Ρωσία στις αρχές του αιώνα μας, στις αποικιακές, ημιαποικιακές και εξαρτημένες χώρες οι κινητοποιήσεις της σπουδαστικής νεολαίας είχαν ιδιαίτερο βάρος και τούτο είχε υπογραμμισθεί, ιδιαίτερα στη δεκαετία 1920-30 από το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής –και τούτο σχετιζόταν με τα άμεσα αντιιμπεριαλιστικά-δημοκρατικά αιτήματα. Η «τομή» βρίσκεται ακόμα και στον άμεσα αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα των τέτοιων κινημάτων, αλλά και στην ουσιαστική ταυτότητα των στόχων των κινημάτων αυτών στις καπιταλιστικές μητροπόλεις με εκείνους της νεολαίας των άλλων περιοχών του κόσμου.

 

Έτσι όπως ήταν επόμενο τα κινήματα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις πέρα από τους ίδιους γενικούς στόχους χρωματίζονται με ιδιαιτερότητες που δεν υπήρχαν στα κινήματα της Κίνας, της Ιαπωνίας, ή της Λατινικής Αμερικής.

 

Και γι' αυτό υπήρξαν πολλοί που ξαφνιάστηκαν για την παρουσία αιτημάτων ανοιχτά πολιτικών, αιτημάτων αδιανόητων για προηγούμενες γενιές φοιτητών, αλλά και νέων γενικά –και γι’ αυτό αναγκαστικά όλοι έδωσαν «εξετάσεις»... Ξεχνούσαν πως είχαν μπροστά τους μια νεολαία που είχε μεγαλώσει με τις προσδοκίες που καλλιεργούνταν, από τη μια, από την αδιάκοπη τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και με την αγωνία και τους φόβους, που θα είχε για το μέλλον τους αυτή η ίδια η ανάπτυξη, που από τα μικρότερα χρόνια τους είχαν γίνει αντικείμενα - αγορά: παιδική αγορά, εφηβική αγορά, «τηνέιτζερς» και Χαλλινταίη, τηλεόραση, αποσμητικά και διεγερτικά, όλοι αυτοί οι τομείς που επενδύονταν κεφάλαια και κεφάλαια, που πρόβαλαν συνταγές, τρόπους περπατήματος, ντυσίματος, ψυχαγωγίας, που υπαγόρευαν μια ορισμένη γλώσσα, ή ακόμα και ορισμένα αισθήματα. Σήμερα αυτά έχουν γίνει κατάσταση, συνήθεια, ρουτίνα, αυτονόητα πράγματα. Αλλά τότε η εξέγερση ήταν εξέγερση ενάντια σ' αυτά τα πράγματα. Μπορεί η εξέγερση όταν καταλάγιασε να τη διαδέχθηκε η αξιοποίηση ακριβώς της εξέγερσης στα πράγματα εκείνα, που ήταν αξιοποιήσιμα για την αγορά. Όπως η εξέγερση ενάντια στην υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό των διαπροσωπικών σχέσεων, της οικογένειας, των ερωτικών δεσμών κ.λπ., όταν υποχώρησαν τα κύματά της, μετασχηματίσθηκε λ.χ. στη μεγάλη αγορά του σεξ, με όλες τις άλλες παρεπόμενες βιομηχανίες και αγορές.

 

Κι όπως ήταν επόμενο μια εξέγερση και μάλιστα σε καπιταλιστική μητρόπολη αναταράζει από τα βάθη την κοινωνία. Η δυνατότητα έκφρασης των επιθυμιών, των αναγκών, έδωσε την ευκαιρία να εκφρασθούν καταστάσεις, που αξιοποιήθηκαν έντεχνα και για τη δυσφήμιση των κινημάτων αλλά και για την αξιοποίησή τους.

 

Αυτή ήταν η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά αφορά την εξέγερση ενάντια στην «υπαρκτή», εναλλακτική λύση που πρόσφερε στους λαούς ο σοσιαλισμός α λα Χρουτσώφ-Μπρέζνιεφ. Και η εξέγερση αυτή πυροδοτούνταν από την αναπτυσσόμενη στην Κίνα Πολιτιστική Επανάσταση.

 

Στα χρόνια του «Μάη '68» είχε καταδειχθεί για τους εξεγερμένους η φενάκη της επιστροφής στο «γνήσιο λενινισμό». Γεγονότα όπως η θυσία του Τσε το 1967 στη Βολιβία και η εγκατάλειψή του το λιγότερο, με τη σε συνέχεια, μεταθανάτια σκύλευσή του από εκείνους που τον εγκατέλειψαν, ήταν πρόσφατα. Όπως η όλη στάση αυτού που γενικότερα αποκαλούνταν κομμουνιστικό κίνημα απέναντι στα εθνικοαπελευθερωτικά και λαϊκά κινήματα.

 

Έτσι η εξέγερση ενάντια στον καπιταλισμό συνδέονταν αναπόσπαστα με την εξέγερση σ’ αυτό που προβάλλονταν σαν σοσιαλισμός.

 

Πιο ειδικότερα: η κριτική στο αστικό πανεπιστήμιο και στο «σοσιαλιστικό» παν/μιο εμπνέονταν και από την κριτική του παν/μιου στην Κίνα, από την Πολιτιστική Επανάσταση, αλλά και από την πείρα της ίδιας της σπουδαστικής νεολαίας. Όσο και αν παρουσιάσθηκε και παρουσιάζεται βέβαια και τώρα σαν «άρνηση της γνώσης», και άλλα γνωστά στερεότυπα, αποτελούσε ολότελα «νέο φαινόμενο», «νέο πράγμα». Κι εδώ πέρασε στην επίσημη περί Μάη παράδοση πως οι φοιτητές είχαν δίκιο, για τα όσα καταμαρτυρούσαν ενάντια στο σύστημα των εξετάσεων, ενάντια στην από καθέδρας διδασκαλία, για το ότι δεν παίρνονταν η άποψή τους για τα ζητήματα της διοίκησης αλλά και των προγραμμάτων σπουδών, όπως «πέρασε» πως οι φοιτητές και οι νέοι είχαν δίκιο γιατί δεν τους «αφήσαμε έναν καλύτερο κόσμο» και για τούτο διαμαρτυρήθηκαν για το «βιομηχανικό πολιτισμό». Απ' αυτά τα «δίκαια» και «λογικά» —που αποτελούν ωστόσο αυτοκαταδίκη για τον δήθεν αφηρημένο αρνητισμό των κινημάτων— πόσα και ποια εφαρμόσθηκαν και στο γαλλικό παν/μιο και στα άλλα παν/μια, όπου στο μάθημα της Κοινωνιολογίας λέγονται αυτά τα «καλά», («να πούμε και του στραβού το δίκιο») για το «Μάη»;

 

Τότε βέβαια, όχι μονάχα τα παραπάνω ήταν σωστά και δίκαια, αλλά και άλλα πολλά... Το πρόβλημα ήταν να αποδυναμωθεί η κριτική που αγκάλιαζε όλο το σύστημα. Και δίνουμε σήμερα «κάτι» για να το πάρουμε αύριο πίσω. Όπως και έγινε. Κι έτσι βγήκε πως η συνδιοίκηση ήταν βασικό αίτημα του Μάη. Ενώ η συνδιοίκηση ήταν όπλο της παλινόρθωσης με το νόμο Ε. Φόρ...

 

Έτσι η αξιοποίηση, διαστροφή, προσαρμογή συνθημάτων του Μάη, ιδεών, πραχτικών αφορούσε και αφορά όλες τις πλευρές. Εκτός από μια: που βέβαια είναι η κύρια και που χωρίς αυτήν ο Μάης μετατρέπεται σε εκδήλωση καταναλωτών, σε εκδήλωση μεταρρυθμιστών του εκπαιδευτικού συστήματος, που θέλουν να κάνουν πιο γερά τα πτυχία κλπ κλπ: της ανοιχτής εξέγερσης ενάντια στον καπιταλισμό και στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

 

Αποδείχθηκε έτσι για άλλη μια φορά, και πως το κεφάλαιο δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα για να βγάλει κέρδος, αλλά και πως οι χειρισμοί του, για την ιδιοποίηση και διαστροφή, επομένως, πραγμάτων που κατευθύνονται εναντίον του, είναι ανάλογοι με τη δύναμή του, .την παράδοση του, αλλά και τους δεσμούς ή τις συμμαχίες του, που γίνονται δυνατοί όταν διαμορφώνεται ένας ορισμένος συσχετισμός δυνάμεων. Ιδιαίτερα για τη Γαλλία, ενώ την καθολική σπουδαστική εξέγερση την ακολούθησε καθολική απεργιακή κινητοποίηση με καταλήψεις εργοστασίων, επιστημονικών κέντρων, ακόμα και γραφείων ποδοσφαιρικών εταιρειών, απέναντι σ' αυτή τη γενική απαίτηση για αλλαγή των πάντων, μεθοδικά, σχεδιασμένα, σε αγαστή σύμπνοια αντιπαρατάχθηκε για πρώτη φορά με τέτοιο κυνικό τρόπο η συνδυασμένη δράση της εξουσίας, του κεφαλαίου και του «αντιπάλου» της από παράδοση, του «κόμματος της εργατικής τάξης» και της ηγεσίας των συνδικάτων. Για να απομονωθεί το σπουδαστικό κίνημα, το νεολαιίστικο κίνημα από το εργατικό κίνημα, με πρωτοβουλία του ίδιου του Πομπιντού γίνεται επειγόντως η δεύτερη συμφωνία του Γκρενέλ που δίνονται «ουσιαστικές αυξήσεις» στις αποδοχές ύστερα από το γιουχάισμα που έφαγαν οι συνδικαλιστές ηγέτες μετά την ,πρώτη συμφωνία που δίνονταν μικροπράγματα. Το κεφάλαιο, η εξουσία κινητοποιούνταν για να δυναμώσουν τη θέση του «αντιπάλου» τους απέναντι στην εργατική τάξη αφού αυτός ο «αντίπαλος» είναι ο βασικός τους σύμμαχος σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Κι έτσι μπορούν μεθοδικότερα να αντιμετωπίσουν έναν-έναν και χωριστά τους πραγματικούς εχθρούς τους. Μετά τον πρώτο αυτό χειρισμό, επιστρατεύονται οι απειλές των τανκς —η ιστορία θα επαναληφθεί εδώ με απόλυτη αντιγραφή με το γνωστό «Καραμανλής ή τανκς»— και σε συνέχεια περνάνε στην επίθεση με την προκήρυξη εκλογών κάτω από την ατμόσφαιρα αυτής της απειλής.

Το χρώμα της θεωρίας είναι γκρίζο
πράσινο είναι, φίλε μου, το δέντρο της ζωής
Γκαίτε

 

Ο Γαλλικός Μάης αποτέλεσε ένα πεδίο αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από την έκβαση των πραγμάτων, δύο διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με την πολιτική. Και υπήρξαν δύο διαφορετικές αντιλήψεις έστω κι αν αυτοί που έκφρασαν αρχικά —όσο την έκφρασαν— την αντίθεση με το «καθιερωμένο παιχνίδι» έπεσαν στο τέλος στην τροχιά αυτού του καθιερωμένου παιχνιδιού.

 

Στην αρχική περίοδο όπως ήταν επόμενο ανταγωνίζονταν, μέσα στο κίνημα ή κι έξω απ’ αυτό, θεωρώντας το «φοιτητικά καμώματα», ομάδες, οργανώσεις και κινήσεις που πάσχιζαν να βάλουν τη σφραγίδα τους ή να το επηρεάσουν, το χαρακτηριστικό του ήταν, πως στηρίζονταν στην ανεξάρτητη δράση των μαζών ενάντια σε όλους τους «καθιερωμένους» πολιτικούς σχηματισμούς.

 

Την τέτοια πρακτική, που αναπηδούσε από τις ίδιες τις απαιτήσεις των μαζών, την ακολουθούσαν αναγκαστικά —όσο την ακολουθούσαν— οι περισσότεροι απ' όσους προβλήθηκαν τότε σαν ηγέτες του κινήματος. Και τούτο ακριβώς δείχνει, πως δεν επρόκειτο όπως λεγόταν και λέγεται, για «καμώματα» και «μηχανορραφίες» μικροομάδων. Αφού οι περισσότερες απ' αυτές αιφνιδιασμένες από το ανεπάντεχο επιστράτευαν κλασικά, από εγχειρίδια βέβαια καθόλου τριτοδιεθνιστικά, όπως λέγεται συχνά, πρότυπα, και μη βρίσκοντας έτοιμο, μονταρισμένο το πρωτοπόρο απόσπασμα που θα καθοδηγούσε το κίνημα αναζήτησαν από την αρχή υποκατάστατο. Τέτοια υποψήφια υποκατάστατα ήταν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα, τότε του Ροκάρ, που παρίστανε τότε τον υπερτριτοδιεθνιστή Μπολσεβίκο που «έβγαινε από τα αριστερά» στους πάντες, και αργότερα στο πρόσωπο του κ. Μιτεράν που θεώρησε τον εαυτό του βέβαιο πρόεδρο από τότε, αφού διόρισε και πρωθυπουργό τον μακαρίτη Μαντέλ Φρανς. Ένας από τους λόγους της υποχώρησης του κινήματος, είναι και αυτή η προσαρμογή που σημειώθηκε ερήμην των μαζών, εναντίον τους.

 

Οι περισσότεροι συντριπτικά, απ' όσους προβλήθηκαν σαν πρωταγωνιστές και ηγέτες του κινήματος, προέρχονταν από την Ένωση Κομμουνιστών Σπουδαστών του «ΚΚΓ», με εμπειρίες από την πολιτική των διωγμών από την ηγεσία αυτού του κόμματος, όταν το 1960 οργάνωσαν και πραγματοποίησαν διαδήλωση ενάντια στο βρώμικο πόλεμο κατά του λαού της Αλγερίας, που χτυπήθηκε χτηνώδικα από την αστυνομία και που τα θύματα τα κάλυψε λήθη και ανάθεμα. Ένα άλλο μέρος προέρχονταν από αριστερές σοσιαλιστικές ομάδες και αναρχικούς σχηματισμούς. Τέλος υπήρχαν οι ηγέτες της Ομοσπονδίας Μαρξιστικών-Λενινιστικών Νεολαιών, που εμπνέονταν από το Κ.Κ. Κίνας και από την Πολιτιστική Επανάσταση αλλά στο μεγαλύτερο μέρος τους και από τον Αλτουσέρ.

 

Δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί αυτός ο «φορέας», που απαιτούσαν οι καιροί, παρά μονάχα αν «διαβάζονταν» το γεγονός με άλλους από εκείνους τους παραμορφωτικούς φακούς που διέθεταν όλοι αυτοί. Τούτο δε σημαίνει, παρά την κατοπινή στάση αρκετών, πως δεν πάσχισαν να το κάνουν. Και όλος αυτός ο μόχθος και το αίμα δεν πήγαν κι ούτε θα πάνε χαμένα παρά τις ροκάνες και τις σειρήνες της απογοήτευσης και της αποστασίας.

 

Η βασική παραμορφωτική εκδήλωση ήταν η αδυναμία να μεταφράσουν πραχτικά, δηλαδή δημιουργικά, την ουσία της Πολιτιστικής Επανάστασης στη Γαλλία, θα το επιχειρήσουν οι οργανώσεις «υπόθεση του Λαού» και «Προλεταριακή Αριστερά» μετά το Μάη αλλά με περισσότερο δογματισμό και «πολιτική αλά Γαλλικά».

 

Ανεξάρτητα απ' όλα αυτά, η ακινησία, η «σταθερότητα» σε όλους τους τομείς αναστατώθηκαν. Και με τούτο δεν εννοούμε τις παραχωρήσεις της ντεγκωλικής κυβέρνησης σε όλους τους τομείς, που διευκόλυναν βέβαια την παλινόρθωση της τάξης και της συνοχής που είχε αναταραχθεί, αλλά το ίδιο το γεγονός πως η παλινόρθωση χρειάσθηκε να ρίξει στην πλάστιγγα όλες τις δυνάμεις και τις κάθε είδους εφεδρείες στο πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό-πολιτιστικό τομέα, για να πετύχει μια «συναίνεση» με το γλυκό τρόπο και το ματσούκι. Γι' αυτό χρειάσθηκε η γαλλική μεγαλοαστική τάξη να απαλλαγεί κι από το μεγάλο της σύμβολο, τον Ντε Γκωλ, ίσως γιατί σαν σύμβολο μιας άλλης εποχής δεν ήταν πια συνεργάσιμος και προσαρμόσιμος στις μετά το Μάη ανάγκες της. Και πετάχτηκε χωρίς να κινηθούν τα τανκς... Ίσως ήταν κάπως άταχτος, γι' αυτήν, μέσα στην τάξη που επέβαλε.

 

Η γενιά του Μάη στη Γαλλία στη μεγάλη της μάζα, όσο κι αν τραγικά αδιέξοδα σφράγισαν τη ζωή πολλών απ' όσους πάσχισαν να ξανακάνουν το Μάη από άλλους δρόμους, χωνεύει την πείρα και του ίδιου του Μάη και των αποπειρών να ξαναγινεί ο Μάης και τούτο αφορά όχι μονάχα αυτή τη γενιά, αλλά και τη σημερινή. Η κατάθλιψη, η ξεραΐλα και το καφκικό κλίμα που επικρατεί στις κοινωνικές, πολιτικές και πνευματικές σφαίρες της χώρας το υπογραμμίζουν, τα βεντετιλίκια του μεγάλου συνέταιρου του Μιτεράν, και η αποτρόπαια μούχλα και ο σκοταδισμός του πάλαι ποτέ κόμματος που αποτέλεσε την «τιμή και τη συνείδηση της Γαλλίας» Κάποτε οι κερασιές θα ξανανθίσουν...

 

Μιλάνε πολλοί σήμερα αναφερόμενοι στην Πολωνία με το γνωστό «η τάξη αποκαταστάθηκε στη Βαρσοβία». Αλλά το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο, είναι παγκόσμιο, όταν αναφερθούμε στο παγκόσμιο κίνημα της νεολαίας της δεκαετίας του 1960-70. Η αναταραχή σταμάτησε. Η τάξη αποκαταστάθηκε στον κόσμο. Στην Κεϋλάνη χρειάστηκε να χώσουν στη φυλακή όλους τους νέους. Στην Κίνα, δίπλα στους γνωστούς και επώνυμους της «Συμμορίας των Τεσσάρων», οι μετριοκράτες που διοικούν «αναμορφώνουν» τεράστιες αριθμητικά μάζες νέων, αφού πέρασαν από το ντουφέκι, σύμφωνα με τα δικά τους λεγόμενα, αρκετές εκατοντάδες. Στην Ιταλία οι πολιτικοί κρατούμενοι, ύποπτοι για «μπριγκαντισμό» ή ύποπτοι γενικά ξεπερνούνε τις 5.000. Στη Δυτική Γερμανία οι ίδιες οι αρχές δηλώνουν πως οι φακελωμένοι ηλεκτρονικά είναι 20.000.000. Κι αυτοί «ύποπτοι για τρομοκρατία». Και το δυτικογερμανικό σύστημα έχει γίνει πρότυπο για όλες τις πολιτισμένες χώρες.

 

Ένα «νεανικό σκίρτημα» και μετά 15 χρόνια χρειάζεται τέτοια μέτρα για να αποτραπεί η επανάληψη του;

 

Φυσικά κάθε μεγάλο κίνημα στην παγκόσμια ιστορία δεν χαρακτηρίσθηκε παρά μονάχα από κάποια «νεανικά» και όχι «γεροντικά» σκιρτήματα. Επομένως η ουσία δεν βρίσκεται σε κάποιο χάσμα των γενιών αλλά κάπου βαθύτερα. Και όσο επιπόλαιοι είναι εκείνοι που ήθελαν ή θέλουν την επανάληψη με τον ίδιο τρόπο γεγονότων, που από την ίδια τη φύση τους έχουν μια πλευρά που είναι ανεπανάληπτη —κάθε γεγονός ενέχει θα λέγαμε αυτή την πλευρά— άλλο τόσο επιπόλαιοι είναι εκείνοι που θεωρούν σαν μια παρεκτροπή, σαν ένα «σπασμό» αυτό που συνδέεται με το «'68». Ο γνωστός προκλητής δακρύων και ορισμένου είδους σπασμών Αλέξανδρος Δουμάς υιός, συγγραφέας της «Κυρίας με τας καμελίας», είχε χαρακτηρίσει την Κομμούνα του Παρισιού «σπασμό» γενετήσιο της ανικανοποίητης σεξουαλικά «αλητείας» του Παρισιού. Και ο χαρακτηρισμός είχε γίνει της μόδας για κάμποσα χρόνια...

 

Η προσαρμογή επί το κοσμιότερο δεν είναι και πολύ ουσιαστική. Εξάλλου φαίνεται για τους μαρξιστές θεωρητικούς επί των «σκιρτημάτων» πως τα γεροντικά σκιρτήματα είναι πάντα αποστάγματα πείρας, ωριμότητας και σοφίας και επομένως αυτά είναι θετικά και προωθητικά.

 

Όμως, για μια διάρκεια δέκα και πάνω χρόνων, εκατομμύρια νέοι σε όλα τα σημεία σχεδόν του κόσμου, αγωνίζονταν όχι μονάχα για δικά τους στενά συμφέροντα, αλλά πρώτα απ' όλα και κύρια για υποθέσεις, που αφορούσαν μακρινούς λαούς, ενάντια σε συγκεκριμένους πολέμους και τελικά, κι όχι τελευταία, για την αλλαγή του συστήματος κοινωνικών σχέσεων, σε όλες του τις μορφές και εκδηλώσεις. Έξω από τους πρωτοπόρους στην πάλη αυτή κομμουνιστές της Κίνας, ποια δύναμη στον κόσμο τους συμπαραστάθηκε και ποια δεν τους πολέμησε; Τούτο το γεγονός δεν αποτελεί από μόνο του την απόδειξη πως επρόκειτο το λιγότερο για έκφραση μιας θέλησης «να αλλάξει ο κόσμος», που δεν ήταν θέληση μονάχα αυτών των νέων αλλά των μεγάλων μαζών, των «βασικών μαζών» σύμφωνα με την έννοια του Μάο Τσετούνγκ;

 

Είχαμε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλά τέτοια διεθνούς έκτασης και απήχησης γεγονότα, που συνένωσαν, τόσες τεράστιες μάζες εκατομμυρίων νέων σε τόσα εκτεταμένα μέτωπα πάλης; Και γιατί τότε όλο αυτό το οπλοστάσιο νόμων, ηλεκτρονικών μηχανισμών, μέτρων και διωγμών τόσα χρόνια μετά από το «σπασμό» ή «σκίρτημα» αυτό;

 

Το δύσκολο είναι αυτό
που μπορεί να γίνει αμέσως
Το αδύνατο είναι εκείνο
που χρειάζεται περισσότερο χρόνο

Ο «Μάης '68» δεν μπορεί να τοποθετηθεί έξω από τη συγκεκριμένη εποχή του. Και αυτό σημαίνει ειδικότερα έξω από την παρατεταμένη αντιπαράθεση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα στις δεκαετίες 50-70. Το ότι στο Μάη εκφράσθηκαν ή και «ηγεμόνευσαν» σε ορισμένες περιπτώσεις κύκλοι, στοιχεία, ομάδες, που βρίσκονταν έξω από την πολεμική ή τη σύγκρουση αυτή, μια και ήταν επίγονοι της ονομαζόμενης «παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς» ή και έξω απ' αυτήν, αυτό ήταν συνέπεια συγκεκριμένων συσχετισμών, που είχε δημιουργήσει ήδη αυτή η ίδια η πολεμική και αντιπαράθεση.

 

Κι όπως ήταν επόμενο η μεθοδολογία, η γενικολογία, η αφηρημένη συνθηματολογία στην πραχτική δραστηριότητα εκείνων που «ηγεμόνευσαν» δεν ήταν απαλλαγμένη από το ιδεολογικό οπλοστάσιο που κουβαλούσαν, αλλά και από πλήθος προκαταλήψεις και συμπλέγματα. Φυσικά υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που πολλοί απ' αυτούς ενέργησαν σε αντίθεση με όλα αυτά και ήταν επόμενο να υπάρξουν τέτοια παραδείγματα, αφού είχαν να κάνουν με μια κίνηση μαζών, που παρέσυρε σχήματα και πραγματικά ιδεολογήματα. Γι' αυτό, εκείνο που ανέδειξε η κίνηση των μαζών πέρασε πάνω και πέρα απ' όλα αυτά. Έτσι, αν η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, η τελευταία αλλά και η μεγαλύτερη φάση της αντιπαράθεσης στο τοτινό κομμουνιστικό κίνημα στάθηκε ο πυροδότης, που έθεσε σε κίνηση όλα αυτά τα κινήματα, οι ίδιες οι ατέλειές της, ατέλειες που εντάσσονται στους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται μέσα στην ίδια την πορεία της, αλλά και σε ιδιαίτερες καταστάσεις, που αποτελούσαν τη διεθνή πλευρά της από την άποψη των συσχετισμών, έδιναν λαβή σ' ένα πλήθος από ομάδες, οργανώσεις, κύκλους να επιδείχνουν το πιο άκριτο δογματισμό και σουϊβισμό, αντίθετο με το πνεύμα και την ίδια την ουσία της Πολιτιστικής Επανάστασης.

 

Έτσι προστιθέμενος ο δογματισμός και ο σουϊβισμός στους παλιούς δογματισμούς, σχήματα, προκαταλήψεις που κουβαλούσαν, όσοι προέρχονταν από την «παλιά κομμουνιστική αριστερά», οδηγούσαν σε γενικολογίες, ψευδαισθήσεις, υπερθεματισμούς, και τα παρόμοια.

 

Εκείνοι, που αντιπροσώπευαν το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, στις χώρες της καπιταλιστικής μητρόπολης, ασχολούνταν περισσότερο με «χρίσματα», ταξίδια, χαιρετισμούς και διπλωματία, παρά με το να πασχίσουν να αντιληφθούν τη νέα πραγματικότητα. Και πολλά από όσα έκαναν, και έκαναν άνθρωποι που ανήκουν σ' αυτήν την πλευρά, τα έκαναν πέρα και ενάντια στα καμώματα των «κορυφών» τους. Δε συνέβηκε το ίδιο σε πολλές άλλες χώρες·γι' αυτό οι γενικεύσεις που τόσο συνηθίζονται στον τόπο μας, είναι γενικεύσεις που τις υπαγορεύουν γνωστές σκοπιμότητες και επίσης γνωστό κληρονομικό μένος εναντίον εκείνων, που αποκαλούνται γενιές τώρα δογματιστές και «σταλινικά αποβράσματα».

 

Το κίνημα της εξωκοινοβουλευτικής, επαναστατικής, αντιρεφορμιστικής, ριζοσπαστικής και όπως αλλιώς θέλετε να ονομαστεί η Αριστερά, δεν ηττήθηκε στο Πανεπιστήμιο αλλά κυρίως έξω από αυτό στις προσπάθειές του να συνδεθεί μ' άλλους κοινωνικούς χώρους και να ανοίξει νέους δρόμους.

 

Τρεις παρατηρήσεις στη μια διαπίστωση.

 

Πρώτη παρατήρηση: Η υποχώρηση των κινημάτων αυτών ήταν αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων σε όλους τους τομείς, ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό.

 

Σαν προδρομικά κινήματα που πρόβαλλαν νέους στόχους, μια νέα ποιότητα, μια νέα αντίληψη που επαναπροσδιόριζε με την έννοια της αποκατάστασης του περιεχομένου του νέου συστήματος κοινωνικών σχέσεων, δεν μπορούσαν να επιβληθούν γιατί τους έλλειπαν τα στοιχεία εκείνα που θα τους έδιναν διάρκεια και σταθερότητα.

 

Παρατήρηση δεύτερη: Τα κινήματα αυτά είχαν μεγάλη επιρροή μέσα στα πανεπιστήμια και γενικά στον πληθυσμό του εκπαιδευτικού μηχανισμού. Τίθεται το πρόβλημα: ποια τα όρια ανάπτυξης ενός κινήματος σ' ένα επιμέρους αλλά νευραλγικό χώρο όπως το πανεπιστήμιο σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης του επαναστατικού κινήματος. Ή αλλιώτικα: είναι δυνατή η ανάπτυξη και μέχρι ποιου βαθμού του φοιτητικού κινήματος σε αναντιστοιχία με άλλα κινήματα; Τα κινήματα αυτά ήρθαν να καλύψουν ένα κενό στην κοινωνία, να υπογραμμίσουν προβλήματα και όχι να υποκαταστήσουν τις βασικές κοινωνικές δυνάμεις και το ρόλο τους. Η επιρροή λοιπόν αυτών των κινημάτων έφτασε μάλλον σε κάποιο μάξιμουμ μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους. Η πάρα πέρα ανάπτυξή τους ήταν πλέον συνάρτηση της έκβασης της μάχης σε άλλα επίπεδα.

 

Παρατήρηση τρίτη: Υπήρξε και υπάρχει ως τα σήμερα μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι πρόβαλλαν τα ξεσπάσματα αυτά και στις οργανωτικές συγκροτήσεις που τα ακολούθησαν.

 

Οι οργανωτικές συγκροτήσεις είναι σχεδόν πάντα πιο «κάτω» από τις απαιτήσεις που τα ίδια τα ξεσπάσματα έβαλαν. Δεν μιλάμε καθόλου για κάποιες γκρούπες που είδαν καχύποπτα τα ξεσπάσματα αυτά, ενώ οι λίγες εξαιρέσεις του γενικού κανόνα σχετίζονταν με την υπερδιόγκωση κάποιων στοιχειακών αντιδράσεων που παρατηρούνταν στους κοινωνικούς χώρους. Έλειπε δηλαδή μια συνολικοποίησή της, μια συνολική θεώρηση.

 

Ενώ οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς μαζικοποιήθηκαν μετά τα ξεσπάσματα αυτά, στον ιδεολογικό εξοπλισμό τους βάρυναν περισσότερο κάποια στοιχεία που προϋπήρχαν χωρίς να κάνουν κάποιο προχώρημα στις απαιτήσεις «για νέα θεωρία, νέα οργάνωση».

 

Σε γενικές γραμμές τούτα τα κινήματα δεν είχαν συγκεκριμένη συναίσθηση των στόχων που έβαζαν και στηρίζονταν περισσότερο στον αυθορμητισμό των μαζών και λιγότερο στο δικό τους ρόλο σαν φορείς τις επανάστασης. Δηλαδή περίμεναν ο αυθορμητισμός των μαζών να κάνει τη δική τους δουλειά.

 

Το ότι οι οργανωτικές συγκροτήσεις, από ιδεολογικό εξοπλισμό υστερούσαν και άρα κάθε μια κλεινόταν σε ένα σύστημα απόψεων, δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε αναιρεί την προηγούμενη φράση.

 

Γιατί συνέβηκε περίπου αυτό το γεγονός: Όσο απομακρυνόμασταν χρονικά από τα διάφορα ξεσπάσματα, σε περιόδους όμως αρκετής ακόμα ευφορίας, παρατηρούνταν ταυτόχρονα η όλο μεγαλύτερη στεγανοποίηση των διάφορων οργανώσεων από τη μια, και η όλο μεγαλύτερη-εντονότερη τάση μεγένθυνσης στοιχειακών - αυθόρμητων αντιδράσεων από την άλλη.

 

Η διαπίστωση: Τα κινήματα αυτά, σ' όλη την εικοσάχρονη πορεία τους, ήταν ο μοναδικός πολιτικός χώρος, παρ’ όλες τις αδυναμίες του, που εναντιώθηκε στο σύνολο του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, που εναντιώθηκε στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση ή τον εκσυγχρονισμό, υπερασπίστηκε τα ιδεολογικά και υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, και κράτησε μια πραγματική διεθνιστική στάση υπεράσπισης όλων των προλεταριακών και απελευθερωτικών αγώνων.

 

Γι' αυτό συνάντησε όλη τη λύσσα της αστικής τάξης και των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, των δυνάμεων δηλαδή που στηρίζουν το ενιαίο σήμερα σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Κι όταν λέμε λύσσα κυριολεκτούμε: η τελειοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, απαραίτητης αναδιάρθρωσης του αστικού κράτους, δοκιμάστηκε πάνω στα κινήματα αυτά.

 

Γι' αυτό όση περιφρόνηση και ειρωνεία χρειάζονται όσοι από τα κινήματα αυτά ανακάλυψαν το λάθος τους και είτε παριστάνουν τους νέους φιλόσοφους, είτε τους θεωρητικούς σοσιαλδημοκρατίας και ρεβιζιονισμού, για τους υπόλοιπους και την προσπάθειά τους χρειάζεται τουλάχιστον κάποιος σεβασμός και προσοχή στην κριτική. Οι εύκολες και εκ του ασφαλούς κριτικές, οι φωνασκίες περί «αριστερισμού» καλύτερα να αποφεύγονται. Γιατί αυτός ο χώρος χτυπήθηκε άγρια, διένυσε κάποιες περιπέτειες, και τραγωδίες ακόμα, που αν μη τι άλλο έδειχνε την αφοσίωση χιλιάδων ανθρώπων σ' αυτήν την υπόθεση. Περισσότερη σεμνότητα λοιπόν. Και η κάθε κριτική, που πρέπει να γίνεται, οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και αυτή την πλευρά του ζητήματος.

 

Η ήττα αυτών των κινημάτων και η υποχώρησή τους, δε σβήνουν το γεγονός πως μ' αυτήν την ήττα ή υποχώρηση προβλήθηκε ο χαρακτήρας της προσαρμογής των δυνάμεων εκείνων που εμφανίζονται σαν «νικητές». Προσπάθησαν να «εμπεδώσουν» σε μεγάλες μάζες το «αναπόφευκτο» της αιωνιότητας της σχέσης-κεφάλαιο, το «εφικτό» της διατήρησης της ίδιας χαμοζωής που απορρέει από τη σχέση αυτή, και το εφικτό «ρεαλιστικών» στόχων της διαιώνισης των σημερινών κοινωνικών σχέσεων.

 

Η προσαρμογή επενεργεί και πάνω σε πολλούς που εξακολουθούν να αρνούνται την ένταξή τους στο σύστημα. Η μόδα του αντι-αριστερίστικου πνεύματος (που άλλωστε καλλιεργείται συστηματικά από σοσιαλιστικούς σχηματισμούς στην Ευρώπη και εδώ) μπερδεύει δύο διαφορετικά πράγματα: τις πλευρές εκείνες που εμπόδισαν τα κινήματα αμφισβήτησης να ξεπεράσουν τον προδρομικό χαρακτήρα τους με εκείνα που αποτέλεσαν τον όρο ύπαρξής τους.

 

Το ζήτημα δεν βρίσκεται στην απόρριψη των τελευταίων. Αλλά στην ανάπτυξή τους.

 

Γι' αυτό ο «αριστερισμός» με την έννοια του πραγματικά αληθινού, νέου που πρόβαλλαν στον ιδεολογικό, πολιτικό και μαζικό τομέα, είναι ζωτικά αναγκαίος όσο ποτέ άλλοτε.

 

Ο «αριστερισμός» που πρέπει να εξαλειφθεί είναι, ανάμεσα σε άλλα, τα παρακάτω:

 

• Η επιμονή σε αποσπασματική και συχνά καιροσκοπική προβολή γενικών συνθημάτων στη θέση μιας γενικής αντίληψης που να αρθρώνονται τα επιμέρους και να την υπηρετεί. Λ.χ. τα «μίνιμουμ» προγράμματα συχνά είναι στην πράξη μάξιμουμ και αντίστροφα. Οι «μεσολαβήσεις» που απομακρύνουν στο αόρατο μέλλον δεν είναι ίδιες με τις μεσολαβήσεις που υπηρετούν το σκοπό και τον φέρνουν κοντύτερα.

 

• Η περιφρόνηση της καθημερινής, επίμονης δουλειάς και η προσκόλληση στο θαύμα των λαμπερών εκρήξεων του «αυθορμητισμού». Η έλλειψη σταθερότητας στην επιδίωξη της επίτευξης ενός αποτελέσματος και η εύκολη θεωρητικοποίηση της έλλειψης σταθερότητας.

 

• Η ευκολία στην «παραγωγή θεωρίας». Η περιφρόνηση της επεξεργασίας της απλής πείρας και η προσκόλληση στην κατασκευή ή στη λειτουργία αφηρημένων εννοιών. Η «παραγωγή θεωρίας» δεν κατευθύνεται έτσι στο «αφαιρετικά συγκεκριμένο». Αυτό προκύπτει σε πολλά επίπεδα. Από το μικρό ως το «μεγάλο».

 

• Το πνεύμα του «μικρόκοσμου». Αυτό που έχει αξία «ανάμεσά μας» ανάγεται σε γενική αξία. Τα αρχηγιλίκια και τα εύκολα αναθέματα. Το κοίταγμα των μαζών σαν μια ανόργανη ύλη που «εμείς την πλάθουμε» ή αντικείμενο αφ' υψηλού παρατήρησης κ.λπ. κ.λπ.

 

Όπως αναφέρεται παραπάνω, στη Γαλλία και την Ιταλία δημιουργήθηκαν οι συσχετισμοί, που έκριναν την έκβαση της μάχης. Ιστορικά, η μάχη στο πεδίο της εργατικής τάξης ήταν αδύνατο να κερδηθεί με τους στόχους που έθετε και με το συγκεκριμένο τρόπο που δόθηκε. Ήταν όμως δυνατό να ριζώσουν μέσα στην εργατική τάξη οι «νέες ανερχόμενες δυνάμεις». Αλλά αυτό προϋπόθετε άλλον ιδεολογικό εξοπλισμό, άλλη προοπτική και επομένως άλλον τρόπο ενέργειας.

 

Το ότι έγιναν όσα έγιναν από την πλευρά όσων πάλεψαν στη Γαλλία και Ιταλία π.χ., μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης δεν είναι λίγα. Και αποτελούν πολύτιμη πείρα, τόσο με τη θετική, όσο και την αρνητική έννοια.

 

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Σχετίζεται με την ιστορία της σύγκρουσης στο κομμουνιστικό κίνημα γενικά και με τις ιδιαιτερότητες, που παρουσίασε η σύγκρουση αυτή μέσα στις δύο αυτές χώρες, όπως και με τις εξελίξεις, που είχαν σημειωθεί στην ίδια τη σύνθεση της εργατικής τάξης στη μεταπολεμική περίοδο.

 

Στα χρόνια του «Μάη», είχε σταθεροποιηθεί ο έλεγχος των Κ.Κ. στις περισσότερες χώρες από τις «αναδομημένες» ιεραρχίες, που προέκυψαν στην πάλη των χρόνων της δεκαετίας 1950-60. Επομένως και από άποψη σύνθεσης, λειτουργίας διαπαιδαγώγησης τα κόμματα αυτά είχαν αλλάξει σημαντικά.

 

Σαν συνέπεια των «στροφών» της πολιτικής των νέων ιεραρχιών και των νέων συσχετισμών στις χώρες αυτές, τα συνδικάτα είχαν αναγνωρισθεί σαν έγκυροι συνομιλητές των εξουσιών. Η άνοδος «παλιών συνδικαλιστών με αγωνιστικό παρελθόν, αλλά προσαρμοσμένων στο πνεύμα των νέων καιρών», και πολλών νέων, που είχαν αφομοιώσει όλη τη συνδικαλιστική «επιστήμη» από φίλους και «εχθρούς», μαζί με την προβολή παλιών, πραγματικών καταχτήσεων η ικανότητα και από τους πρώτους και από τους δεύτερους σε συνθήκες, που είχαν όχι μονάχα το ελεύθερο να δρουν ανενόχλητα, αλλά και να έχουν «πλάτες», που παλιά δεν υπήρχαν, εκφράστηκε με ένα αποκρουστικό στυλ για τις μάζες των εργατών, που είχαν διαπαιδαγωγηθεί αλλιώτικα και δεν «διαφοροποιούνταν» εύκολα, αλλά ήταν αρεστό σε νέα τμήματα αυτού, που λέγεται γενικά εργατική δύναμη, που είχε αναδείξει τότε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση.

 

Όλα αυτά δεν θα αρκούσαν να κρατηθεί η επιρροή και έλεγχος στους εργαζόμενους, αν προϋπήρχε μια άλλη πραγματική, καθημερινή, αδιάκοπη παρέμβαση που θα στηριζόταν σε μια άλλη καθορισμένη ιδεολογική και πολιτική βάση, που θα έπαιρνε κατά συνέπεια υπόψη της τις αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης, στον τρόπο ζωής, τις συνήθειές της κ.λπ.

 

Όμως στην ιστορία όλα δεν γίνονται «συμμετρικά»... Αν συνέβαινε αυτό η ζωή θα ήταν πολύ μονότονη...

 

Τα θέλουμε όλα!

 

Στην Ιταλία ο «Μάης» ήταν πιο παρατεταμένος.

 

Η Ιταλία, χώρα του «κουρελή ιμπεριαλισμού» με μια ισχυρή μετά και χάρη στο Μουσολίνι και τη μουσολινική περίοδο κρατική οικονομία δίπλα στις αυτοκρατορίες των Ανιέλλι και λοιπών, με μια παράδοση ακτιβισμού, που ενσωματώθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα στα χρόνια του μεσοπολέμου και της Αντίστασης, πέρασε χάρη στο «ρεαλιστικό» δηλ. κυνικό συμβιβασμό του Σαλέρνο, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στην περίοδο που χαρακτηρίσθηκε «ιταλικό θαύμα» στα χρόνια 1954-1960. Ο «ιταλικός δρόμος στο σοσιαλισμό», δεύτερη έκδοση της «στροφής του Σαλέρνο», μετά το «λιώσιμο» των πάγων, εξασφάλιζε την ένταξη του «ΚΚΙ» στον «εθνικό κορμό» σε στιγμές προώθησης του σχεδίου για την αμερικανοσοβιετική ηγεμονία. Η πολιτική - εκκρεμές του Τολιάττι, αυτονομία προς τη Σοβ. Ένωση, ανοίγματα στις ΕΠΑ, δηλαδή ο πρόλογος της τρίτης έκδοσης του Σαλέρνο —ιστορικός συμβιβασμός— επέτρεψε στην ιταλική αστική τάξη να πραγματοποιήσει το «θαύμα» της, που στα χρόνια του «Μάη» αποκαλύφθηκε πόσο θαύμα ήταν.

 

Το ξύπνημα της εργατικής δύναμης του Νότου, που είχε μεταναστεύσει στο Βορρά συναντήθηκε με την έξοδο της σπουδαστικής νεολαίας από τα παν/μια στον ευρύτατο χώρο της ανοιχτής πάλης σε όλα τα μέτωπα. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης που έσπασε στην πρώτη φάση τα πλαίσια των συνδικάτων, δημιούργησαν άμεσο κίνδυνο για την ανατροπή όλων των ισορροπιών που έχτισαν η Χριστιανοδημοκρατία από τη μια, και οι τολιαττικοί και μετατολιαττικοί από την άλλη. Το «Αρχιπέλαγος» των παράλληλων και επάλληλων κέντρων εξουσίας της Ιταλίας στράφηκε ακόμα περισσότερο προς τους χθεσινούς «ταξικούς εχθρούς» για να ανατρέψει το ρεύμα.

 

Η ταχτική που χρησιμοποιήθηκε ήταν πιο ραφινάτη, αλλά και πιο απροκάλυπτη απ' ό,τι στη Γαλλία. Η ανοιχτή και σκεπασμένη αστυνομική προβοκάτσια μαζί με την αξιοποίηση του κινδύνου του φασισμού από τη μια, η αντιπαράθεση εργατών και σπουδαστών, η αντιπαράθεση των εργατών του Βορρά προς τους «μαροκινούς» και τους «βρομιάρηδες» του Νότου, η επίσειση ανύπαρκτων και πραγματικών κινδύνων μαζί με τη μέθη του ίλιγγου των ηγεσιών οργανώσεων, που αναδείχθηκαν στα χρόνια αυτά σε μαζικοποιημένες οργανωμένες δυνάμεις, επέτρεψαν την ανατροφή του ρεύματος. Εκφράσθηκε και η παραδοσιακή «διπλή πολιτική» του ιταλικού πολιτικού στρώματος και στο δικό τους επίπεδο. Έτσι εξέχοντες και πασίγνωστοι από τους ηγέτες αυτούς «αποκαλύπτουν» τώρα επαφές και συζητήσεις με τον Λουίτζι Λόγκο, πρόεδρο του «ΚΚΙ», φυσικά πίσω από τις πλάτες των μαζών κι ενώ το κίνημα προχωρούσε, για συνεννοήσεις με τον Μπρούνο Τρεντίν έναν από τους ηγέτες της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών της Ιταλίας σε συνέχεια και πολλά άλλα. Κι αυτό όταν κραύγαζαν οι ίδιοι για «καμιά μεσολάβηση και καμιά εκπροσώπηση». Η επιμονή στην προβολή γενικών, αφηρημένων «γενικών αληθειών», και ο ασυγκράτητος μαξιμαλισμός τους από την άλλη, διευκόλυναν τους χειρισμούς της συνενωμένης εξουσίας και των εντολοδόχων της στο εργατικό και σπουδαστικό κίνημα. Φυσικά χρησιμοποιήθηκαν σε ευρύτερη κλίμακα απ' αλλού, μακιαβελικότατης έμπνευσης τερτίπια, στησίματος οργανώσεων του τύπου «Σέρβιρε ιλ Πόπολο» πρότυπο του «δικού μας» του ΕΚΚΕ, που συνειδητά γελοιοποιούσαν με τα καμώματά τους, τα μπαλέτα τους, τους κομμουνιστικούς γάμους τους και τα παρόμοια, το κίνημα. Ενώ η στροφή προς τον μπριγκαντισμό σε ανοιχτό ανταγωνισμό προς το υπόλοιπο κίνημα που πάλευε, ανατίναξε όλες τις γέφυρες για τη συσσωμάτωση και την ομοιογενοποίηση του κινήματος, που στην Ιταλία ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί στα χρόνια αυτά από πολλές απόψεις.

 

Η σκληρή και συχνά τραγική εμπειρία των αναζητήσεων αλλά και «αναζητήσεων», το στυλ που διαγράφηκε πιο πάνω οδήγησε σε μια «αναθεώρηση», «αυτοκριτική» πολλών από όσους είτε μέσα στις φυλακές, είτε έξω έπαιξαν ηγετικούς ρόλους στο πάλαι ποτέ «ένοπλο κόμμα» και στην Αυτονομία. Δίπλα στους «μετανοημένους» που συνεργάζονται με τις αρχές και καρφώνουν αναδρομικά όσους τους ζητούν να καρφώσουν, αναπτύσσονται ποικίλες τάσεις «μετασχηματισμού» της «νέας αριστεράς», επανένταξής της στο κανονικό «πολιτικό παιχνίδι», διαπραγμάτευσης με τις αρχές κ.λπ. κ.λπ. Τα νήματα των «αναθεωρήσεων» αυτών, κρατούνται από μερικές άκρες από επιφανείς παράγοντες του ίδιου του πολιτικού στρώματος που διοικεί την Ιταλία σαράντα χρόνια τώρα, μέσω των διάφορων σοσιαλιστών και ριζοσπαστών ηγετών Κράξι, Πανέλλα και άλλων.

 

Πραγματικά είναι αναγκαίος ένας μετασχηματισμός. Όχι με την έννοια του πολιτικού «άλλου» παιχνιδιού, που προτείνεται σαν εναλλαχτική λύση από τους ίδιους που ευθύνονται για τα αδιέξοδα που οδήγησαν όσους επηρέαζαν. Και είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να επιχειρήσουν οι ίδιοι έναν τέτοιο μετασχηματισμό. Ο μετασχηματισμός αυτός συνίσταται στην απόρριψη σχημάτων θεωρητικών και πραχτικών τρόπων ενέργειας. Κύρια, απόρριψη της ίδιας της αντίληψης της άσκησης αυτού που υποτίθεται πως ήταν πολιτική με τις μάζες για τις μάζες, ενώ ήταν μια πολιτική διπλή: Μια για τις μάζες και μια για τους ίδιους. Την ίδια στιγμή που απόρριπταν τον ιστορικό συμβιβασμό ή καλούσαν να πιστέψουν οι πάντες πως στην Ιταλία επίκειται η άμεση μετάβαση στον κομμουνισμό «χωρίς καμιά μεσολάβηση» και καμιά αντιπροσώπευση, την πραχτική τους στάση την καθόριζαν πολιτικά παιχνίδια μέσω συμμαχιών, προσπαθειών απόχτησης στηριγμάτων κάπου αλλού, έξω από τους προλετάριους ή «κοινωνικούς εργάτες».

 

Τελικά, ο τέτοιος μετασχηματισμός είναι το γενικό πρόβλημα και καθήκον όλων όσων θεωρούν τους εαυτούς τους σαν συνεχιστές του «Μάη '68» ή θεωρούν πως είχαν ή έχουν σχέση με αυτά που συνδέονται με το «Μάη». Στην ουσία πρόκειται για τη συνόψιση και κριτική επεξεργασία όλης της ιστορίας των κινημάτων, που αναπτύχθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, δηλ. την πραγματική ιστορία τριάντα χρόνων, αλλά και όλων, στην άνοδο και την υποχώρησή τους, των εγχειρημάτων και αποπειρών που επιχείρησαν αυτοί, που πήγαν να κάνουν για λογαριασμό των μαζών, «εκείνο που μπορούν να κάνουν μονάχα οι μάζες», ενώ εκχωρούσαν στις μάζες αυτό που έπρεπε να κάνουν οι ίδιοι, σύμφωνα με το Μάο Τσετούνγκ. Κανένας νιτσεϊσμός που «υπερβαίνει» τον μαρξισμό στα τέλη του 20ου αιώνα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αυτό.

 

Να είσαστε ρεαλιστές
ζητάτε το αδύνατο

Η αναδρομή στο «Μάη ‘68» δεν αποτελεί επομένως μια ρομαντική νοσταλγία. Γιατί αν η αναδρομή ουσιαστικά στην ιστορία του κόσμου στα τελευταία τριάντα χρόνια αποτελεί ρομαντική νοσταλγία, τότε τι χρειάζεται η ιστορία.

 

Γιατί ο «Μάης ‘68» με την έννοια που προσδιορίσθηκε στην αρχή, «έγραψε ιστορία». Το ότι αφέθηκε ελεύθερο το πεδίο για διάφορους λόγους στους αντιρομαντικούς αρνητές «ρεαλιστές» κάθε είδους να γράφουν όπως θέλουν αυτοί την ιστορία, αποτελεί μια ακόμα απόδειξη. Επομένως η αναφορά στο «Μάη ‘68» αποτελεί μια υπόμνηση για επιστροφή όχι στις «ρίζες» βέβαια, αλλά στην πραγματική ζωή, στα πραγματικά προβλήματα, στη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας «επικαιρότητα του κομμουνισμού» στις δοσμένες συνθήκες και στις δοσμένες καταστάσεις. Επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν κίνημα, επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν ανάγκη και διέξοδος από τα αδιέξοδα που ορθώνει ο υποτιθέμενος ιδεολογικός διπολισμός.

 

Απέναντι στο οπλοστάσιο των χειριστικών μηχανισμών Δύσης και Ανατολής που έδειξαν τη δυνατότητα διαστροφής, αφομοίωσης, προσαρμογής και ιδιοποίησης, μπορούν να ορθωθούν άλλες δυνάμεις που να αποδυναμώσουν και να εξουδετερώσουν όλο αυτό το οπλοστάσιο. Αλλά για να μπορούν να το κάνουν αυτό, χρειάζεται πριν απ' όλα να απελευθερωθούν από όλη την συσσωρευμένη δύναμη της αδράνειας, της ψευτοπαράδοσης, των προλήψεων και των συνηθειών που αποδέχθηκαν πολλοί σαν δική τους παράδοση, σαν δική τους ιδεολογία, σαν δικό τους πρόσωπο. Από το αν θα γίνει αυτό, από το πόσο γρήγορα ή αργά θα γίνει, θα δειχθεί αν η σημερινή ή η αυριανή γενιά θα ξεπεράσει τα γνωστά ανθρώπινα μέτρα. Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Έτσι αν συνειδητοποιηθεί πως δεν υπάρχουν μεσσιανικές λύσεις, ή πως μπορεί να παρακαμφθεί το πρόβλημα με κάθε είδους υποκατάστατα. Η μέθη του μιτερανικού ή παπανδρεϊκού υποκατάστατου έδειξε και δείχνει πολλά. Όπως η επίκληση σαν υποκατάστατων οικολογικών και άλλων «λύσεων»; το όλο δεν μπορεί να αναχθεί στο μέρος. Αυτό που λέγεται «οικολογικό» πρόβλημα ή ακόμα και «γυναικείο πρόβλημα» ή και άλλα δεν είναι υπερταξικά ή διαταξικά προβλήματα. Η αντίθετη άποψη που υπάρχει και διακηρύχνεται κάνει μια μετατόπιση προς τα πίσω, από τα «αριστερά» ίσως, μπροστά στις δυσκολίες του προσδιορισμού παλιών και νέων φαινομένων και προβλημάτων στην προοπτική του τέλους του 20ου αιώνα, παρά τις διαβεβαιώσεις πως αδράχνει αυτή τη νέα εποχή.

 

Τη νέα εποχή θα την αδράξουν μονάχα εκείνοι που δεν θα φοβηθούν να διακηρύξουν στα λόγια και στην πράξη πως «ο Μάης του '68» δεν ήταν παρά μια αρχή και πως η μάχη συνεχίζεται.

 

 

 

 

Σημείωμα του μεταφραστή στο «Η εισαγωγή – Grundrisse, Καρλ Μαρξ, εκδόσεις Α/συνέχεια, Δεκέμβρης 82

Η "ανακάλυψη" των Grundrisse (Βάσεων Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας) εξυπηρέτησε δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά πολιτικές σκοπιμότητες και φυσικά μιά εμπορική. Άλλωστε στους καιρούς μας η πολιτική συνδέεται και εξυπηρετείται από όλο το οπλοστάσιο των τεχνικών, μεθόδων της αγοράς. Σ' αυτό δεν εξαιρείται και η χώρα μας.

Η πρώτη πολιτική σκοπιμότητα συνδέθηκε με την "καταπολέμηση της προσωπολατρείας και των συνεπειών της" ή της λεγόμενης "αποσταλινοποίησης". Συγκεκριμένα η διάδοση του κειμένου από το 1953 χρησίμευσε με αποσπασματικές ή πλάγιες αναφορές στο κείμενο να καταδειχθεί στο θεωρητικό επίπεδο το βάθος και η έκταση των ανοιγμάτων, της στροφής, του νέου τρόπου τοποθέτησης των ζητημάτων πού υποτίθεται πώς επιχειρούνταν τα χρόνια εκείνα. Δεν αποτελέσαμε εξαίρεση και "εμείς". Έτσι στο "Νέο Κόσμο", όργανο τότε της ηγεσίας Κολιγιάννη κ.λπ. γράφτηκαν κείμενα από θεωρητικούς της στροφής (σήμερα ανήκουν και στις δύο πλευρές του ρεύματος αυτού) λ.χ. για τη λαθεμένη περιοδολόγηση από τον Στάλιν και το βάθος που έκλεινε η τέτοια περιοδολόγηση: "Απόκρυψη τού ασιατικού δεσποτισμού" κ.λπ. και άλλα πολύ βαθιά και εμπεριστατωμένα. Τελικά η συνέχιση της αξιοποίησης των "Grundrisse", ιδιαίτερα στην περίοδο Μπρέζνιεφ ακολούθησε μιά φθίνουσα πορεία αλλά με τη δια¬τήρηση μιας "υποθήκης". Έτσι ο σοβιετικός Vitali Vygorsky με την "Εισαγωγή στις Grundrisse" είναι ο προσημειωτής αυτής τής υποθήκης. Μελλοντικά τίποτα δεν αποκλείεται για το αν θα ατονήσει ή θα ενεργοποιηθεί η τέτοια υποθήκη.

Τη σκυτάλη την παρέλαβαν από τους σοβιετικούς οι διάφορες σχολές του νεομαρξισμού (Φρανκφούρτης, Καίμπριτζ κ.λπ.) στα χρόνια του τέλους της δεκαετίας του 1960 με "έναυσμα" το βιβλίο του Roman Rosdolsky, Zur Entstehungsgeschichte des Marxeschen "Kapital". (Γένεση και διάρθρωση του κεφαλαίου του Μαρξ).

Είναι η εποχή που η αναφορά σε τέτοιες σχολές σε κύκλους τής τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς θεωρούνταν ομολογία επαναστατικής πίστης και όχι μονάχα τότε. Ο Rosdolsky θεωρήθηκε "συντηρητικός" αφού δεν προχωρούσε σε αποσύνδεση του "Κεφαλαίου" από τις "Grundrisse" που οι τέτοιες σχολές θεωρούσαν απαραίτητη, μια και δικαίωνε την αντιπαράθεση του νέου Μαρξ στον "κατεστημένο" Μαρξ έστω κι αν ο νέος Μαρξ ήταν γι αυτούς ανθρωπιστής, ηθικολόγος κ.λπ. Οι απογοητεύσεις των τέτοιων κύκλων εκφράσθηκαν σε δύο χρόνους αρχικά με τα συνθήματα "Από τον Μαρξ κρατάμε το "Κεφάλαιο", σε συνέχεια "Από τον Μαρξ κρατάμε τις "Grundrisse". Στην επόμενη δεκαετία η εμπορική επιτυχία στη Δ. Ευρώπη των "Grundrisse" ενορχηστρώνεται με τη συμβολή πολλών θεωρητικών αγγλοσαξονικής και γερμανικής προέλευσης όπου τα διαφημιστικά συνθήματα τους αποτελούν την τελευταία λέξη της μόδας. Λ.χ. "Κάθε θεωρητική πολεμική πριν το 1941 πρέπει να ξαναμελετηθεί στο φως" των "Grundrisse". Τελικά όχι μονάχα η πολεμική άλλα όλη η ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος έπρεπε να ξαναγραφτεί.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 την σκυτάλη την παίρνουν οι Ιταλοί κι έτσι ο Λουΐ Αλτουσέρ Καλεί τον Α. Νέγκρι το 1978 για να κάνει 10 μαθήματα για τις "Grundrisse" στην Εκόλ Νορμάλ στο Παρίσι, παρόλο που δεν συμμεριζόταν όλη αυτή την "Γκρουντισολογία". Τα μαθήματα αυτά τυπώθηκαν από τον Φελτρινέλλι αρχικά με τίτλο "Marx oltre Marx" (Μαρξ και πέρα από τον Μαρξ) για να εκδοθούν σε συνέχεια και στη Γαλλία. Η εκδοτική τους επιτυχία στην Ιταλία τουλάχιστον ήταν αναμφισβήτητη.

Ο Νέγκρι υιοθετώντας την αντιπαράθεση "Κεφαλαίου" (αντικειμενιστικού), "Grundrisse" (πολιτικού κειμένου - Μαρξ επαναστάτης) προχώρησε σε μια επιχείρηση "ανατροπής των μαρξιστικών κατηγοριών". Το όλο εγχείρημα απόβλεπε στο να δώσει στην Ιταλική Αυτονομία (και όχι μονάχα σ' αυτή) μια θεωρητική βάση πού να συμφιλιώνει τα ασυμφιλίωτα. Έτσι παρόλες τις οξύτατες επισημάνσεις πού χαρακτηρίζουν όλη τη θεωρητική προσπάθεια του Α. Νέγκρι, οι τέτοιες επισημάνσεις παραμένουν αναξιοποίητες γιατί υποτάσσονται σε άμεσες πρακτικιστικές ανάγκες "θεωρητικοποίηση" συνθημάτων, ενεργειών, με την πιο στενή έννοια του χώρου και του χρόνου τής Αυτονομίας. Τις αντιφάσεις αυτές προσπαθεί να τις ξεπεράσει με μια ρητορική πού χαρακτηρίζεται από κρυπτογραφικό, ερμητικό λόγο πού δημιουργεί την εντύπωση ύπαρξης βάθους για να ρίχνει σε συνέχεια σε απογοήτευση τον αναγνώστη πού τραβιέται από το τέτοιο βάθος όταν ανακαλύπτει τον ευτελή στόχο των συλλογισμών. Έτσι πραχτικά συχνά παρέμεινε και παραμένει αδιάβαστος από πολλούς θορυβώδικους υποστηριχτές ή θαυμαστές του ενώ για άλλους παραμένει σαν "περίπτωση Νέγκρι", που δείχνει ακριβώς μια βαριά κληρονομιά που έσερναν πολλοί από τους ηγέτες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην Ευρώπη πού θέλησαν να είναι επαναστάτες κουβαλώντας όμως ταυτόχρονα το πιο ετερόκλητο θεωρητικό οπλοστάσιο και όλα τα συμπλέγματα του αντιτριτοδιεθνισμού, του αντισταλινισμού, και της μαξιμαλιστικής δευτεροδιεθνιστικής ρητορικής.

Στη χώρα μας δεν έγινε δυνατή η έκδοση των "Grundrisse" παρά κάποιες επίσημες αναγγελίες η δεσμεύσεις. Οι αναφορές στο έργο αυτό από αρκετούς διαβασμένους ή "διαβασμένους" συμμορφώνονται με τις κάθε φορά μόδες έστω και με μεγάλη καθυστέρηση.

Υπάρχουν μερικά ερωτήματα σχετικά με το κείμενο αυτό του Μαρξ. Ένα "τεχνικό" πρώτα: γιατί ενώ εκδόθηκε το 1939-41 στη Μόσχα δεν κυκλοφόρησε παρά μονάχα μετά τον θάνατο του Στάλιν.

Αν δεχτούμε την άποψη πως οι καιροί αυτοί ήταν καιροί θεωρητικών συζητήσεων και μελετών κρύβει ή μη κυκλοφορία κάποια πονηρή ιδιοτέλεια. Κι αυτή είναι η άποψη όλων των "γκρουντισολόγων". Είναι η γνωστή απογείωση από την συγκεκριμένη ιστορία. Η μη διάδοση του κειμένου αυτού του Μαρξ πρέπει να συνδεθεί με την πραγματικότητα όχι του άμεσου χρονικού διαστήματος μετά την έκδοση τους άλλα με την μεταπολεμική πραγματικότητα. Όπως και σε άλλους τομείς η περίοδος αυτή - και με αυτήν εννοούμε την περίοδο πού εκτείνεται μέχρι το 1953 ήταν μιά κρίσιμη περίοδος για το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος. Ακριβώς τότε διαμορφώθηκαν, καταστάλαξαν οι τάσεις πού θα κυριαρχούσαν τελικά στο κομμουνιστικό κίνημα και θα του δώσουν την κατεύθυνση που του έδωσαν.

Παρόλο που δεν κυκλοφόρησαν οι "Grundrisse" τότε, είναι φανερή η αξιοποίηση τους (και η ένταξη σε ορισμένο σύστημα απόψεων) στις διάφορες πολεμικές που έγιναν στη Σοβιετική Ένωση στα χρόνια 1946-1952.

Παράδειγμα η συζήτηση για το νόμο τής αξίας στο σοσιαλισμό με αφορμή τη σύνταξη του "Εγχειριδίου της Πολιτικής Οικονομίας". Το βιβλίο του Στάλιν "Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ" είναι χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή. Η μη κυκλοφορία των "Grundrisse" στην περίοδο αυτή εντάσσεται στη λογική πού επικρατούσε στο τότε ηγετικό επίπεδο του ΚΚΣΕ. Λογική πού ανάγεται στις ανάγκες διαμόρφωσης και ισχυροποίησης ενός συστήματος ιδεών και πραχτικής που έκφραζε πραγματικά τις νέες ανάγκες του κομμουνιστικού κινήματος όπως τις αντιλαμβάνονταν οι ηγετικοί αυτοί παράγοντες. Και τέλος υπάρχει το ουσιαστικό ζήτημα.

Μπορεί σε κάθε εποχή και από ορισμένη σκοπιά να ξαναδιαβάζεται ο Μαρξ. Και σε πολλές περιπτώσεις να αναιρείται με την επιλεκτική χρησιμοποίηση του ίδιου του Μαρξ. Αυτό συνέβαινε πάντα. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Η αντίθεση "Κεφαλαίου" - "Grundrisse" είναι χαρακτηριστικό κλασσικό δείγμα του τέτοιου τρόπου χρησιμοποίησης του Μαρξ ενάντια στον Μαρξ.

Η αξία του κειμένου των "Γκρουντρίσσε" που είναι το "εργαστήριο" όχι μονάχα του "Κεφαλαίου" αλλά και μιας σειράς άλλων πλευρών της μαρξιστικής θεωρίας, βρίσκεται στο ότι υπάρχει άμεσος επαναστατικός λόγος πού δεν συμπιέζεται από τους λόγους που τον έκαναν να συμπιεσθεί όσο συμπιέσθηκε όταν έγινε κατορθωτή η έκδοση του "Κεφαλαίου". Υπάρχει όμως και μια σειρά από διατυπώσεις, ανοίγματα σε περιοχές πού δεν υπάρχουν σε άλλα του έργα, που δεν αναπτύχθηκαν γιατί ακριβώς ό Μαρξ δεν πρόλαβε να το κάνει.

Η κατοπινή επεξεργασία ορισμένων ιδεών στο "Κεφάλαιο" που βρίσκονται σε μια πρώτη μορφή στις "Grundrisse", άλλα και της ίδιας της "γλώσσας", του λόγου του Μαρξ πιστοποιούν όχι την αντίθεση πολιτικού - οικονομολόγου, αντικειμενιστή - βολονταριστή, άλλα δύο βαθμίδες της ίδιας στιγμής: της στιγμής της ανακάλυψης και έκθεσης του βασικού νόμου του καπιταλισμού από τον Μαρξ.

Η "Γενική Εισαγωγή" πού δημοσιεύεται εδώ δημοσιεύθηκε από τον Κάουτσκυ το 1904 στο όργανο τής Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας "Neue Zeit" με διορθώσεις σε διάφορα σημεία του κειμένου πού έκανε ο ίδιος ό Κάουτσκυ. Εδώ δημοσιεύεται με τη μορφή που παρατέθηκε στην έκδοση του 1939-41 των "Grundrisse" και του 1953.

Πρόκειται για μιά απόδειξη για το μαρξιστικό έγκλημα, την "παγίδα της διαλεχτικής", το "μπλοκάρισμα τής προλεταριακής ιδεολογίας" και πολλά άλλα πού έχουν γραφτεί και γράφονται.

Αλλά σίγουρα αποτελεί παγίδα χωρίς εισαγωγικά για όσους θεωρούν τη μαρξιστική μέθοδο ένα νοικοκυρεμένο, βολικό, τετραγωνισμένο κλειδί του δίχως κόπο ανοίγει όλες τις πόρτες. Έτσι ο Εντ. Μπερνστάϊν έκφραζε και εκφράζει πιο καθαρά και ειλικρινά τη νοοτροπία και τις απογοητεύσεις όλων όσων αντίκρυσαν και αντικρύζουν έτσι τη μαρξιστική μέθοδο είτε από τα δεξιά είτε από τα "αριστερά": "Η διαλεχτική αποτελεί το δόλιο στοιχείο της μαρξιστικής θεωρίας, το εμπόδιο που φράζει το δρόμο σε κάθε λογική αντίληψη των πραγμάτων".

Ό εξορκισμός αυτός αφιερώνεται σε όλους τους εχθρούς του Μαρξ και του Μαρξισμού είτε βρίσκονται στην όχθη του "υπαρκτού σοσιαλισμού" είτε στις όχθες των ομολογημένων και ανοιχτών αντιπάλων του.

Από το "άθλιο άπειρο" του Χέγκελ στο "δόλιο στοιχείο" του Μαρξ, το κοινό παράπονο όλων των βολεμένων ή όσων επιθυμούν να βολευτούν κάπου ήσυχα, αδιατάραχτα, σίγουρα δίχως βαριά σύννεφα, αναστατώσεις, κλυδωνισμούς, καταιγίδες και κατακλυσμούς.

γ.χ.

Περισσότερα...

Σημείωμα του Μεταφραστή στην Εκλογή από τις GRUNDRISSE, Καρλ Μαρξ, Εκδόσεις Α/συνέχεια, Απρίλης 83

 

Η έκδοση αυτή της "Εκλογής αποσπασμάτων από τις "Βάσεις της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας", συμπίπτει με την 100η επέτειο από το θάνατο του Καρλ Μαρξ.

Εδώ πρόκειται απλά για σύμπτωση μια και δεν αποτελεί η έκδοση αυτή κανένα είδος μνημόσυνου, "απότιση φόρου τιμής", υπογράμμιση του "πάντα νέου και ζωντανού Μαρξ" κλπ. κλπ.

Βέβαια, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις σκοπιμότητες όσων οργανώνουν και πραγματοποιούν "καθιερωμένους" και "καταξιωμένους" γιορτασμούς, σεμινάρια κ.α. για την 100τηρίδα, το ίδιο το γεγονός αυτό υπογραμμίζει πως δεν μπορεί κανένας σήμερα να απαλλαγεί από το "φάντασμα του κομμουνισμού", είτε αυτός είναι κηρυγμένος διώχτης και εξορκιστής του, είτε διαλαλητής και μάλιστα βροντερός αυτού που ονομάζεται "υπαρκτός σοσιαλισμός". (Στους τελευταίους βέβαια ταιριάζει ο γνωστός βαρναλικός στίχος "πού ‘σουν νιότη μου πού ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος" και γι’ αυτό, η ανάγκη των πιο εκκωφαντικών και παθητικών όρκων πίστης). Για την αστική, ριζοσπαστική πανεπιστημιακή και μη διανόηση, παρόλο που το "φάντασμα του κομμουνισμού" είτε κατατάσσεται στα "ιδεολογήματα", είτε στο πεδίο της ανατομικής ορθολογικής ή αντι-ορθολογικής κριτικής, αποτελεί στους καιρούς μας μια προσοδοφόρα ενασχόληση από κάθε πλευρά.

Το γενικό αποτέλεσμα είναι πως προβάλλεται ένας Μαρξ "χωρίς μαρξισμό" αλλά και χωρίς Μαρξ, ένας πραγματιστής που βοήθησε και βοηθάει τον καπιταλισμό να επουλώνει τις πληγές του με τη βοήθεια ενός σοσιαλισμού που αντιγράφει τον άσπονδο εχθρό του και που περιφέρει σαν άταφους νεκρούς - εικονίσματα - τις εικόνες των κλασικών του μαρξισμού, σαν άλλοθι για την απάρνησή τους. Ένας Μαρξ που καθισμένος στις βάσεις εκτόξευσης πυραύλων παροτρύνει τους σκηνοθέτες του να φτάσουν και να ξεπεράσουν τον καπιταλισμό - όχι πια στην παραγωγή βουτύρου, κρέατος και γάλακτος όπως πριν 20 - 30 χρόνια - αλλά στην τελειοποίηση των γνωστών καταναλωτικών πρότυπων και τεχνικών χειραγώγησης των μαζών αλλά και που αποθεώνει, για τους σκηνοθέτες του, την "ισχύ" και τον κυνισμό της δύναμης αναγμένο σε κοσμοθεωρία. Ένας Μαρξ όμορφα - όμορφα βολεμένος στις καθηγητικές έδρες Ανατολής και Δύσης που διδάσκει την ευπρέπεια, την νοικοκυροσύνη, την υποταγή και τη συμμόρφωση στο δίκιο του ισχυρότερου.

Ο Μαρξ που διδάσκει τον ταξικό αγώνα με δόσεις, (βλ. "11ο Συνέδριο του ΚΚΕ"). Ένας Μαρξ δοσατζής της ταξικής πάλης αγκαλιά με μεγαλοαστούς "κομμουνιστές" είτε από "παρελθόν" με πλήθη από ενθικοπατριωτικές και θεάρεστες πράξεις στις τελευταίες δεκαετίες, είτε από "παρθενογένεση" ή τερατογένεση της "εποχής" υπερασπιστές του κατεστημένου συσχετισμού δυνάμεων, με δύο λόγια ένας Μαρξ που δικαιώνει και αναγορεύει σαν υπέρτατη αρετή τη διπροσωπία, το ψυχρό επαγγελματισμό της τεχνοκρατίας, την προσαρμογή σαν αρχή και την έλλειψη κάθε αρχής.

"Έσπειρα δόντια δράκοντα και φύτρωσαν ψύλλοι". Τούτο το στίχο του Χάινε αφιέρωνε ο Μαρξ σε κάποιους "μαρξιστές" ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Είτε θέλουν τον τέτοιο μαρξισμό, ή το Μαρξ χωρίς το μαρξισμό ή το Μαρξ δίχως το Μαρξ, η αφιέρωση αυτή τους ανήκει.

Γιατί στην εποχή μας συμβαίνει ένα "παράδοξο".

Το "παράδοξο" συνίσταται σε τούτο: αυτό που ονομάζεται κομμουνιστικό κίνημα παρουσιάζεται με τη διπρόσωπη μορφή του μυθικού Ιανού: από τη μια αποκηρύσσει το παρελθόν του κομμουνισμού, από την άλλη θεωρεί αναπαλλοτρίωτα τα δικαιώματα του πάνω σ’ αυτό το παρελθόν.

Αυτό δεν ισχύει μονάχα για εκείνους που "ορκίζονταν" χθες στον Μπρέζνιεφ και σήμερα στον Αντρόπωφ. Αλλά και για όλες τις αποχρώσεις του ευρωκομουνισμού, της ανανέωσης. Αυτό από το ένα μέρος. Από το άλλο ορισμένες αποχρώσεις του έξω-κοινοβουλευτικού ριζοσπαστισμού ή και άλλες του "ενηλικιωμένου" και επομένως προσαρμοσμένου ριζοσπαστισμού, απορρίπτουν καθαρά και απλά αυτό το παρελθόν και σαν θεωρία και σαν ιστορική πράξη και ακόμα - ακόμα, ορισμένες καταλογίζουν στους εαυτούς τους το "λάθος" της μη έγκαιρης ρήξης με θεωρίες και πραχτικές που ανάγονται στην 3η Διεθνή με την πιο ευρύτερη έννοια.

Έτσι, σε μια κρίσιμη φάση της διεθνούς εξέλιξης, τα ιδεολογικά όπλα σχετίζονται περισσότερο με την ισχύ και τον αριθμό των πυραύλων και των πυρηνικών όπλων, καθώς και όλων των όπλων, παρά με την αλήθεια και την ισχύ της κοσμοαντίληψης, της θεωρίας, των προγραμμάτων κλπ. Τούτο βέβαια από την πλευρά του λεγόμενου κομμουνιστικού κινήματος.

Η άλλη πλευρά, των λεγομένων "μειοψηφιών" που συνολικά παρμένες δεν αποτελούν καθόλου μειοψηφίες, αν λογαριάσουμε στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες μονάχα τα ποσοστά του πληθυσμού που με διάφορους τρόπους αποδοκιμάζουν τους "κατεστημένους" κανόνες του "πολιτικού παιχνιδιού", δεν έχει απορρίψει ακόμα τα ιδεολογικά δεσμά που συγκρατούν το δυναμισμό της, δεν έχει ακριβώς γι’ αυτό συνειδητοποιήσει πως αυτή αποτελεί την ελπίδα για να πάρει άλλη τροπή η εξέλιξη των πραγμάτων σε διεθνή κλίμακα. Έτσι συχνά χαλκεύονται νέα ιδεολογικά δεσμά, στο όνομα ακριβώς της απόρριψης κάποιων ιδεολογικών δεσμών, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα.

Ασφαλώς, η ζωή είναι ο μοναδικός κριτής για τη βασιμότητα οποιασδήποτε θεωρίας και πολιτικής στάσης. Αλλά εκεί που χωρίζονται οι δρόμοι είναι το περιεχόμενο που δίνουν οι διάφορες πλευρές στην έννοια "ζωή", "μοναδικός κριτής" κλπ. Η διείσδυση του αγγλοσαξονικού πραγματισμού, και με την "πρωταρχική" όσο και με την πρόσφατη σοβιετική εκδοχή του, στη συνείδηση, όχι τυχαία, διέστρεψε και διαστρέφει το περιεχόμενο κι αυτής της έννοιας.

Το ότι αυτή η διαστροφή αποτελεί μια "απτή" πραγματικότητα δεν σημαίνει πως πρέπει να γίνεται αποδεκτή.

* * *

Η εκλογή αποσπασμάτων από τις "Βάσεις της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας" που παραθέτουμε σε συνέχεια έγινε με δύο κριτήρια. Το πρώτο να δοθούν εκείνα που αποτέλεσαν και αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης απόψεων, από διαφορετικές βέβαια σκοπιές. Έτσι που να μπορούν να εκτιμηθεί η βασιμότητα οποιασδήποτε "προέκτασης" ή "επέκτασης" ή και αναίρεσης του μαρξισμού απ’ όσες επιχειρήθηκαν ή επιχειρούνται τα τελευταία 20-30 χρόνια. Το δεύτερο, η ύπαρξη "διατυπώσεων" όπως αναφέρεται στον πρόλογο της έκδοσης του 1939 -1941 που δεν συναντιούνται σε άλλα έργα του Μαρξ.

Ακόμα, τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται εδώ, στην έκταση που παρουσιάζονται, προσφέρουν τη δυνατότητα αντιπαράθεσης με εκείνα που περιέχονται σε άλλα έργα εκτός από το "Κεφάλαιο ", στην "αθλιότητα της Φιλοσοφίας", στην "Κριτική του Προγράμματος Γκότα", κλπ.

Η έκδοση αυτή επιχειρήθηκε να είναι όσο γίνεται λιγότερο επιβαρυμένη από στοιχεία που θα δυσκόλευαν την μελέτη του κειμένου, όπως λ.χ. αρίθμηση τετραδίων, χειρογράφων κλπ. Από το άλλο μέρος, η απόδοση όρων, νοημάτων σε ένα έργο που γράφτηκε όχι για να δημοσιευτεί, είναι επόμενο να δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Επίσης βαραίνει μια ορισμένη "παράδοση". Της προβολής μέσα από τη μετάφραση μιας ορισμένης άποψης. Η γλώσσα των "Γρουντρίσσε" δεν είναι η γλώσσα των "Χειρογράφων" του 1844. Επομένως δεν θα ήταν θεμιτή η απόδοση της γλώσσας των "Γκρουντρίσσε" με τη "μεταγγλώτισή" της στη γλώσσα των "Χειρογράφων" όπως γίνεται συχνά.

Η άποψη γι αυτό, αν υπάρχει σ αυτή εδώ την προσπάθεια, είναι η άποψη που εκτέθηκε στο "Σημείωμα" του μεταφραστή στην έκδοση της "Εισαγωγής". Δηλαδή η άποψη της συνέχειας της σκέψης του Μαρξ που δεν αποκλείει άλματα αλλά που αποκρούει την αντιπαράθεση του "νεαρού" Μαρξ στον "ώριμο" Μαρξ και αντίστροφα.

Οι συνέπειες που απορρέουν από την τέτια τοποθέτηση έχουν εκτεθεί στο ίδιο "Σημείωμα". Εδώ περιοριζόμαστε σ' αυτά που ακολουθούν.

* * *

Τα όσα έχουν διατυπωθεί, υποστηριχθεί στην άφθονη φιλολογία της κριτικής του μαρξισμού μέσα από τις "Γκρουντρίσσε", είτε από τη σκοπιά της αντιπαράθεσης του νέου Μαρξ στον ώριμο Μαρξ και στο μαρξισμό γενικά είτε από την άποψη της προώθησης μιας "άλλης θεωρίας" και ενός "άλλου κινήματος", δημιούργησαν μια γλώσσα κοινή, ενώ στην πραχτική που απορρέει απ’ αυτήν, εκεί που υπήρξε ή υπάρχει μια τέτοια, η έλλειψη στόχων καθαρά προσδιορισμένων είναι φανερή.

Το ζήτημα γενικά ανάγεται στην εικόνα του κομμουνισμού που προβάλλεται από τις "Γκρουντρίσσε" και στην αντίθεσή της με την εικόνα του υπαρκτού σοσιαλισμού και ακόμα περισσότερο στην αναντιστοιχία που "διαπιστώνεται" της εικόνας του κομμουνισμού που δίνεται στο "άλλο" έργο του Μαρξ σε σχέση με τις "Γκρουντρίσσε". Έτσι που η "άλλη θεωρία" και το "άλλο κίνημα" να επανατοποθετηθεί από την αρχή σε άλλη βάση.

Η τέτια επανατοποθέτηση ήταν κοινή, με επιμέρους διαφορές, σε ορισμένα κινήματα, οργανώσεις, κύκλους αυτού που ονομάζεται εξωκοινοβουλευτική αριστερά στη Δ. Ευρώπη και Β. Αμερική, κύρια μετά το 1970. Η επανατοποθέτηση αυτή έδωσε πενιχρά αποτελέσματα στο θεωρητικό επίπεδο και τραγικά αποτελέσματα στο πραχτικό επίπεδο.

Όμως, όσο κι αν φουσκώνουν σαν διάνοι και ναρκισσεύονται σι θλιβεροί ιππότες του σύγχρονου κυνισμού του συσχετισμού δυνάμεων, αυτό δεν αποτελεί δική τους δικαίωση -άλλωστε δεν ενδιαφέρονται γι αυτήν. Πέρα από το λάθος που έκλεινε από την αρχή όλο αυτό το εγχείρημα στις ποικίλες εκδοχές του, η επίδραση που θα ασκήσει και όλη αυτή η πείρα, δεν μπορεί να μετρηθεί με τα γνωστά μπακάλικα μέτρα. Παρόμοιες απόπειρες σε άλλους καιρούς, στην κλίμακα βέβαια της εποχής τους, όταν "χωνεύτηκε" η πείρα τους, τις διαδέχθηκαν πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις για τους τοτινούς απολογητές και υμνητές κάποιων δοσμένων συσχετισμών.

Αναφερόμαστε στους "μηδενιστές", του τέλους του προηγούμενου αιώνα, που κάτω από την ονομασία αυτή καλύπτονται ποικίλα κινήματα που έκφραζαν ωστόσο την αναζήτηση του επαναστατικού δρόμου κοινή για την επαναστατική νεολαία της εποχής που τόσο παραστατικά και με ακρίβεια έχει αποδώσει ο Λένιν. Είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουν εκπλήξεις και "τη φορά αυτή" και πως δεν θα είναι πολύ πιο δυσάρεστες και πιο οδυνηρές γι αυτούς απ’ ότι ήταν στους προπάτορές τους;

Το ζήτημα όμως ανάγεται στην πραγματικότητα στο πως οι "Γκρουντρίσσε" βοηθάνε ακόμα περισσότερο στην κατανόηση του εσωτερικού μηχανισμού του καπιταλισμού και επομένως στο ριζικά διαφορετικό χαραχτήρα της μετάβασης στον κομμουνισμό, σε σχέση με τις προηγούμενες μεταβάσεις. Η δυνατότητα κατανόησης και μέσα από τις "Γκρουντρίσσε" της ιδιαιτερότητας της σχέσης - κεφάλαιο βοηθάει στην απόρριψη εκείνων των προσαρμογών που συντελέσθηκαν σαν αναγκαίες και απαραίτητες στην ιστορική πορεία μετάβασης στο σοσιαλισμό. Οι τέτιες προσαρμογές όμως, εκείνες που δεν ήταν ούτε αναγκαίες ούτε απαραίτητες για τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό, θεωρήθηκαν σαν τέτοιες για τη δικαιολόγηση της μεγάλης προσαρμογής και επομένως υποταγής στις δυσκολίες που συνεπάγονταν αυτή η πορεία μετάβασης.

Η Περίοδος με τις αλληλοδιάδοχες και αντιθετικές φάσεις της, που εγκαινιάσθηκε με τον Οχτώβρη, δεν είναι μια μεγάλη χρονική περίοδος από χρονική άποψη. Και επομένως πολύ βιάζονται όσοι θεωρούν αυτό το σοσιαλισμό σαν το μοναδικό υπαρκτό (ή εφικτό) Και όσοι θεωρούν "λυμένο" το ζήτημα: χρεοκοπία του σοσιαλισμού, αιωνιότητα της σχέσης - κεφάλαιο κάτω από οποιαδήποτε επικάλυψη.

Και στην κατανόηση αυτού του κυριαρχικού ζητήματος της εποχής μας συμβάλλουν οι "Γκρουντρίσσε".

Έτσι, το απόσπασμα που παραθέτουμε με τίτλο «Το προτσές εργασίας και αλλοτρίωση» κλπ, είναι ένα απόσπασμα που πολλοί ενώ το θεώρησαν και σωστά σαν "προφητικό" γιατί προβλέπει την εξέλιξη του καπιταλισμού στην εποχή της αυτοματοποίησης, από την άλλη "ανακάλυψαν", την απόρριψη του νόμου της αξίας από τον ίδιο τον Μαρξ και στήριξαν οι πιο επιπόλαιοι (ολόκληρη η αμερικάνικη κοινωνιολογική σχολή, οι Μπελλ και Πάρσους κλπ.) τη θεωρία για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, την κοινωνία της πληροφορικής κλπ. Η σχέση-αξία είναι η βάση του καπιταλισμού. Ο ίδιος ο καπιταλισμός με την ανάπτυξή του όταν φτάνει στην εποχή της αυτοματοποίησης ενεργεί για την κατάρρευση αυτής της ίδιας της βάσης του που είναι η σχέση αξία. Γιατί η τάση του καπιταλισμού είναι η ανάπτυξη της "νεκρής εργασίας" στο μάξιμουμ και η μείωση της ζωντανής εργασίας στο μίνιμουμ. Τούτο συντελείται μέσα από κρίσεις, συγκρούσεις, πολέμους, αναδιαρθρώσεις κλπ. Ο Μαρξ στο ίδιο κεφάλαιο, Θεωρεί πως τούτο αποτελεί την απόδειξη της ωρίμανσης των υλικών όρων για το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Επειδή αυτό το κομμάτι γράφτηκε πριν 130 χρόνια σι συνετοί της εποχής μας το χαρακτηρίζουν σαν "παραλήρημα". (Εδώ πάει περίπατο ο Μαρξ-οικονομολόγος, ο "επιστήμονας". Καλύτερο εγκώμιο δεν έχει γραφτεί γι αυτόν από τούτο τον αναθεματισμό). Σήμερα δεν αμφισβητεί κανείς πως αυτό το παραλήρημα περιγράφει... με ακρίβεια τη σημερινή εποχή, όσο κι αν βγάζουν πλήθη από αντιφατικά συμπεράσματα. Το κεφάλαιο αυτό υπογραμμίζει πως για το Μαρξ κομμουνισμός δεν σημαίνει απλά τη σύζευξη της μεγάλης καπιταλιστικής βιομηχανίας και του Κομμουνιστικού κινήματος. Σημαίνει "καταστροφή" της "άθλιας βάσης" που στηρίζεται η σχέση-κεφάλαιο. Σημαίνει πως η αυτοματοποίηση δεν σημαίνει κομμουνισμό. Είναι άλλη η αυτοματοποίηση που πασχίζει να πραγματοποιήσει σήμερα ο καπιταλισμός και άλλη η "αυτοματοποίηση" του κομμουνισμού. Στην πρώτη ο εργάτης όταν δεν πετιέται στο περιθώριο, γίνεται όργανο της μηχανής. Στη δεύτερη η μηχανή γίνεται όργανό του. Σ’ αυτό βέβαια δεν διαφωνεί κανένας θεωρητικά. Στην πράξη όμως γίνεται το αντίθετο. Από κει οι "εποικοδομητικές προτάσεις" για την υπερνίκηση της κρίσης όχι μονάχα στη χώρα μας αλλά παντού σχεδόν.

Είναι αυτό τυχαίο ή περιστασιακό;

Από το 1955 διακηρύχνεται σαν μεγάλο λάθος του Στάλιν ο "βολονταρισμός" του γιατί δεν έπαιρνε υπόψη του "όσα έπρεπε" τον νόμο της αξίας, πως διαστρέβλωσε το μαρξισμό γιατί δεν διακήρυχνε πως ο σοσιαλισμός δεν διαφέρει από τον καπιταλισμό στην κυριαρχία της σχέσης αξία-χρήμα-εμπόρευμα.

Από την άλλη πλευρά, μια ορισμένη "αριστερή" κριτική του Στάλιν, παρακινημένη από αντισταλινικά συμπλέγματα (και προ-20συνεδριακά και μετά-20συνεδριακά), παραγνώρισε τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση και του καταλόγισε το γιατί δεν πραγματοποίησε τον κομμουνισμό "εδώ και τώρα". Έτσι δικαιώθηκε η ολοκλήρωση της μεγάλης προσαρμογής, συσκοτίσθηκαν τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τις μη αναγκαίες προσαρμογές στην προηγούμενη περίοδο που διευκόλυναν τη δημιουργία όρων για την επιτυχία της μεγάλης προσαρμογής.

Έτσι τώρα καταφεύγουν στον αγνωστικισμό ή σε ευφυολογήματα του είδους "όπως δεν ξέραμε από πότε η λίμπιντο χαλάει τη δουλειά το ίδιο δεν ξέρουμε από πότε πήρε λάθος δρόμο η Οχτωβριανή Επανάσταση".

Η τέτια προσαρμογή επέβαλλε το χωρισμό μορφής και περιεχομένου. Δηλαδή "ενέσεις" των "καλών" του καπιταλισμού στον παραστρατημένο σοσιαλισμό, αφού ο καπιταλισμός έκανε μια μεγάλη επιστημονικοτεχνολογική επανάσταση, ενώ ο σοσιαλισμός δεν έκανε. Τα "καλά" από δω, τα "κατά" από κει. Έτσι επειδή η κρίση τώρα θίγει, πράγμα που δεν είχε συμβεί το 29-31, τον "αναπτυγμένο σοσιαλισμό" τι το ρεαλιστικότερο να υποδείχνονται γιατρικά και στις καθαρόαιμες καπιταλιστικές χώρες. Έτσι γινόμαστε εποικοδομητικοί. Γι’ αυτό και οι υμνολογίες στην τεχνολογία που "ανακουφίζει τον εργάτη", τα συνθήματα "να μάθουμε να ζούμε με τις μηχανές" και η εξύμνηση της τεχνοκρατίας.

Όμως επειδή ο καπιταλισμός δημιούργησε "νέες καταστάσεις" που "δεν τις πρόβλεψε ο Μαρξ" κι επειδή αυτοί οι σπαθοφόροι του "πάντα ζωντανού Μαρξ" δεν πρέπει να διαβάζουν επιλήψιμα βιβλία σαν τις "Γκρουντρίσσε", αναθέτουν στους φιλόσοφους και οικονομολόγους να "λύσουν" το ζήτημα τι είναι οι "μισθωτοί επιστήμονες". Το ζήτημα βέβαια δεν το λύνει το Κόμμα για να μη χάσει το κύρος του, ενώ δε χάλασε ο κόσμος αν το χάσουν οι φιλόσοφοι και οικονομολόγοι. Πολύ μαρξιστικολενινιστικά όλα αυτά. Το Κόμμα παραιτείται από τον κεφαλαιώδικο ρόλο του, του να καθορίσει σε πια τάξη στηρίζεται...

Αυτή η ρώσικη σαλάτα, αυτοαποκαλείται "ζωντανός μαρξισμός". Επειδή υπάρχει και κάποιος "δογματικός" μαρξισμός μη το ξεχνάμε αυτό, ούτε τις παλιές αγάπες, αλλά και να κρατάμε "εφεδρείες όπως διδάσκει ο Στάλιν"... για κάποια ενδεχόμενη στροφή... που μπορεί να συμβεί...

Όπως η μηχανή στον κομμουνισμό δεν υποτάσσει τον εργάτη αλλά συμβαίνει το αντίστροφο, έτσι και η οργάνωση στο σοσιαλισμό δεν υποτάσσει το σκοπό στις ανάγκες της συντήρησής της. Στον κομμουνισμό υπάρχει κοινωνικός καταμερισμός εργασίας που δεν έχει σχέση με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που αναπτύσσει το κεφάλαιο. Ο κόμπος είναι η σχέση αξία που γεννάει και αναπτύσσει καθορισμένες σχέσεις ιεραρχίας, κλπ. κλπ. Αυτά, με την προσαρμογή που έγινε, δεν απομακρύνονται μονάχα στο μακρυνό και ακαθόριστο μέλλον αλλά και μετασχηματίζονται. Έτσι η εικόνα μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής οικονομίας με τις "ρυθμίσεις της", τον κρατικό τομέα της, τις γιγάντιες εταιρίες της μπορούν εύκολα να θεωρηθούν, σύμφωνα με την προσαρμογή, κάτι σαν αναπτυγμένος σοσιαλισμός, αρκεί να διευθύνουν άνθρωποι που να διακηρύχνουν ότι δεν είναι καπιταλιστές γιατί δεν έχουν στο όνομά τους επιχειρήσεις. Ο απλός δρόμος της πραγμάτωσης του κομμουνισμού "εδώ και τώρα", χωρίς μεταβάσεις και μεσολαβήσεις που υποτίθεται πως αξιοποίησε την πείρα του σοσιαλισμού, προβάλλει μια θέση που μοναχή της οδηγεί σε πολλές συνέπειες. Η θέση αυτή είναι παρμένη άμεσα, κατευθείαν από τις "Γκρουντρίσσε": Η ύπαρξη των υλικών όρων για τον κομμουνισμό. Δηλαδή το "παραλήρημα" του Μαρξ στο απόσπασμα για τις μηχανές. Το λάθος τους βρίσκεται στο ότι θεώρησαν πως η όλη υπόθεση είναι απλά να γίνει "ένα βήμα" μονάχα παραφράζοντας το "σκαλοπατάκι" του Λένιν για το πέρασμα στο σοσιαλισμό από το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Το "ένα βήμα" το δικό τους με το "σκαλοπατάκι" του Λένιν το χωρίζει άβυσσος από την άποψη των πραχτικών συνεπειών. Δεν εκφράζονται άμεσα οι υλικοί όροι στη συνείδηση. Αν συνέβαινε αυτό θα χαρακτήριζε τους επαναστάτες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα η ηλιθιότητα ενώ ο "πλούτος" και η "εξυπνάδα" θα χαραχτήριζε όσους διατείνονται πως είναι τέτοιοι στις τελευταίες δεκαετίες. Κι αυτό που χωρίζει, για να μιλήσουμε κομψά τους "βολονταριστές" μαρξιστές από τους "επιστήμονες μαρξιστές" δεν είναι η αναγνώριση αυτής της αλήθειας αλλά πως εννοούν και πως εφαρμόζουν αυτή την αλήθεια.

Τούτο δεν αποδείχνεται μονάχα από αυτές ή εκείνες τις διατυπώσεις τους - και υπάρχει ολόκληρο εννοιολογικό σύστημα δικαιολόγησης της προσαρμογής - αλλά κύρια από τη διαδικασία της πράξης. Θεωρητικά δεν έχουν ποτέ αποδεχτεί τη θέση "παραλήρημα" του Μαρξ. Και τούτο δεν είναι τυχαίο. (Ένα σύνθημα του 1947 "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον κομμουνισμό" δεν επαναλήφθηκε γιατί ήταν "βολονταρισμός" όταν ήταν στο φόρτε της η "καταδίκη" της προσωπολατρείας).

Η επικαιρότητα του κομμουνισμού όσο και αν απωθείται, διαστρέφεται ή γελοιοποιείται, είναι το μεγάλο δίδαγμα που βγαίνει για όποιον μελετήσει σε βάθος το πλήθος από τα όποια φαινόμενα αμφισβητούνται, ερμηνεύονται έτσι ή αλλιώς, αναθεματίζονται ή προβάλλονται. Και η επικαιρότητα αυτή θα παραμείνει σαν μια αντικειμενική απαίτηση όσο παρατείνονται και περιπλέκονται τα προβλήματα που εμφανίζονται σαν αδιέξοδα της σημερινής εποχής. Και με αυτήν θα αναμετρηθούν οι γενιές του σήμερα και του αύριο.

γ.χ.

Περισσότερα...

Στα πάνω από 50 χρόνια συνειδητής δράσης του βρέθηκε πάντα χωρίς να λογαριάσει κανένα κόστος στη σωστή όχθη. Αγωνίστηκε και πολέμησε όλο το καθεστώς της καταπίεσης και εκμετάλλευσης, τους ξένους κατακτητές και τους τοποτηρητές τους. Μπόρεσε να εξεγερθεί ενάντια στην προσαρμογή και τον εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος από τα χρόνια εκείνα που είχε ήδη γίνει κατάσταση κι όχι μετά το ’90. συνέδεσε το όνομα του και τη δράση του με ότι πιο δημιουργικό, βαθύ, ουσιαστικό είχε να δώσει το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα στη χώρα μας. Για 15 και πάνω χρόνια, τα τελευταία της ζωής του μελετά τη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, την αναδιάρθρωση σε Δύση και Ανατολή, προσπαθεί να θέσει τις βάσεις για μια «γενική προετοιμασία» για ένα νέο ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Όπως έδειξε σε όλη του τη ζωή ήταν βαθιά επαναστάτης και είχε αυτή την καταπληκτική δύναμη να ξαναρχίζει από την αρχή κάθε φορά που αυτό ήταν αναγκαίο.
Ο Γιάννης Χοντζέας ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν άποψη, που έχουν βαθιές πεποιθήσεις. Η συγκρότησή του είναι τέτοια που δεν επιτρέπει διάσταση ανάμεσα στο θεωρητικό και το πολιτικό επίπεδο. Αν αυτά βρίσκονται σε διάσταση για καιρό σημειώνονται εκρήξεις, σημαντικές διαφωνίες, παρεκκλίσεις. Οι θεωρητικές του τοποθετήσεις δεν μπορούν παρά να έρχονται σε αντίθεση ή αντίφαση με τον τακτικισμό και το χειρισμό διαφόρων ζητημάτων, είτε για το «καλό του κόμματος» ή για τους αποκαλούμενους «τίμιους οπορτουνισμούς» που γίνονται τάχα για το καλό του κινήματος. Για το Γ. Χ. οι θεωρητικές και πραχτικές τοποθετήσεις πρέπει να βρίσκονται σε αξεδιάλυτη ενότητα ή να πασχίζουν για την ανταπόκριση αυτής της απαίτησης όταν ο όροι δεν το καθιστούν εφικτό. Δεν ενέχεται όμως τη θεωρητικοποίηση της αναντιστοιχίας θεωρητικών και πολιτικών επιπέδων, είναι σε διαρκή πόλεμο με την οπορτουνιστική άποψη «το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός δεν έχει σημασία», είναι σε πόλεμο με τον πολιτικαντισμό, τον τακτικισμό (όλους τους «αιλουροειδείς» όπως τους ονόμαζε), την προσαρμογή στην αστική πολιτική, την απονεύρωση όλων των βασικών στοιχείων του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτές οι ιδιότητες –αν μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι- έκαναν τη συνύπαρξή του δύσκολη ή και αδύνατη με όσους δεν είχαν άποψη, χειρίζονταν τα ζητήματα, αδιαφορούσαν για τη στοιχειώδη θεωρητικο-πραχτική ανταπόκριση, ταλαντεύονταν διαρκώς, αναζητούσαν εύκολε λύσεις και «σταθερότητες» σε στιγμές που έπρεπε κανείς να κολυμπήσει στα βαθιά και να αναπτύξει μια ανεξάρτητη σκέψη. Με δυό λόγια ήταν εξαιρετικά δύσκολος για τους «δίπορτους».

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, πριν ακόμα ξεκινήσει η μεγάλη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, ο Γ. Χ. έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κομμουνιστικό κίνημα χρειάζεται μια βαθιά επαναστατική ανανέωση. Έχει εκφράσει πολλές φορές την άποψή του και έχει προχωρήσει σε πολλές κριτικές πριν φτάσουμε στην περίφημη «στροφή» του 1956. πολλοί φαντάζονται ότι ο Γ. Χ. θα προσχωρήσει στη «νέα κατάσταση», αφού αυτός για χρόνια κρατούσε κριτική στάση σε πολλά ζητήματα. Ο ίδιος όμως αντιλαμβάνεται πως αυτή η «στροφή» δεν έχει καμιά σχέση με τη βαθιά ανανέωση του περιεχόμενου του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση της ιστορικής πείρας και των οριζόντων που ξανοίγονταν, αλλά αντίθετα σχετίζεται με το γκρέμισμα του επαναστατικού πνεύματος και των ηρωικών παραδόσεων και οδηγεί στον εκφυλισμό. Συνεπής όμως με την εκτίμησή του δεν ενδιαφέρθηκε για μια αποκατάσταση του παρελθόντος, δεν αντιμετώπισε το παρελθόν σαν κάτι υπεράνω κάθε κριτικής και χωρίς λάθη. Προχώρησε στη διαμόρφωση και προβολή μιας αντίληψης και μιας άποψης που προσπάθησε να διαποτίσει το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας.

Ο Γιάννης Χοντζέας ήταν μοναδική ηγετική φυσιογνωμία του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, που ξεχώρισε για το βάθος της σκέψης του και για τη διεισδυτική του ικανότητα στην εκτίμηση ιστορικών φάσεων και περιόδων. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η άποψη, η τοποθέτηση γύρω από σημαντικά και καίρια ζητήματα, είναι η διεισδυτική ματιά, και η αντοχή στο χρόνο διαφόρων τοποθετήσεών του. Αυτό τον ξεχώρισε, αυτό τον κατοχύρωσε στην συνείδηση του κόσμου που ακολούθησε τον δρόμο της πάλης ενάντια στο ρεβιζιονισμό, αυτό είναι το στοιχείο που του προσδίδει κύρος.

Όλη η ζωή του Γιάννη Χοντζέα ήταν μια επίμονη και επίπονη προσπάθεια σύνδεσης με την πραγματικότητα και τα βασικά προβλήματα της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος. Η ματιά του ήταν διεισδυτική γιατί έθεσε το στόχο να υπηρετήσει με όλες του τις δυνάμεις την προσπάθεια σύνδεσης. Πάσχισε, μόχθησε, εμπνεύστηκε, θεώρησε τη ζωή του κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Ήρθε επομένως αντιμέτωπος με πλήθος από διώξεις, κατατρεγμούς και σε σύγκρουση με θεωρίες, πόζες, καμώματα, ίντριγκες, διαστροφές, μαγαζακισμούς, υποκατάστατα κάθε λογής.

Ο Γιάννης Χοντζέας είναι ένας μεγάλος κομμουνιστής, κύρια γιατί κατάφερε, με πολύ κόπο και προσπάθεια και σε μεγάλο βαθμό μόνος του, να αναμετριέται με τα ζητήματα και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι κομμουνιστές και το κίνημα τους. Το έργο του είναι στην ουσία και κατά βάση ενιαίο. Δεν μπορεί να διαχωριστεί, να κρατήσει κανείς ότι θέλει και το υπόλοιπο να το αγνοήσει, ή να νιώθει ότι δεν χρειάζεται καν να τοποθετηθεί γι’ αυτό. Η ουσία της άποψής του έχει διαμορφωθεί από τα χρόνια του ’50-’60. Σε καμιά στιγμή του έργου και της ζωής του δεν φαίνονται ασυνέχειες όσο αφορά την άποψή του. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας, ιδιαίτερα της κρίσης και της αναδιάρθρωσης και εξετάζει όλα αυτά σε στενή συνάρτηση με τις εκτιμήσεις για τη στενή σχέση που έχουν οι διαδικασίες αυτές με την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος.

Είναι μεγάλος κομμουνιστής γιατί κατόρθωσε να δει, να εκτιμήσει το κύριο και το βασικό στο σύγχρονο κόσμο, να εντοπίσει φάσεις και περιόδους που είναι αναγκαστικό να διανυθούν από το σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα. Η μεγάλη μάχη των τελευταίων 10 χρόνων του είναι αυτή που οδηγεί και στο συμπέρασμα, στο χαρακτηρισμό ότι υπήρξε ένας μεγάλος κομμουνιστής. Ο Γιάννης Χοντζέας δεν σκέπτεται με βάση τους όρους που δημιουργούνται στο έδαφος της ελλαδικής περίπτωσης. Στηρίζεται σε γενικές εκτιμήσεις για την πορεία του κόσμου και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το «υλικό» που συγκεντρώθηκε στα τελευταία 30 χρόνια (θεωρητικό, πολιτικό, οργανωτικό) δεν είναι ελλαδικό. Η ελλαδική πλευρά έχει τη σημασία της για τους κομμουνιστές της Ελλάδας αλλά τα προβλήματα είναι γενικότερα. Επομένως σε κάθε γωνιά του πλανήτη τα ζητήματα του κομμουνιστικού προγράμματος είναι στην πρώτη γραμμή. Οι όροι για τη θεωρητική και κυρίως πραχτική δοκιμασία των όποιων πορισμάτων, θέσεων φυσικά και ποικίλλει από χώρα σε χώρα, από περιοχή σε περιοχή. Όμως το στάδιο της αναγκαίας «εκκαθάρισης λογαριασμών» με το παρελθόν και της «καθόδου» σε βάθος στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, η ίδια η πραγματικότητα τιμώρησε τέτοια «άλματα».

Περισσότερα...

Ο Γιάννης Χοντζέας γεννήθηκε το 1930 στην Κορώνη Μεσσηνίας και πέρασε τα πρώτα παιδικά και σχολικά του χρόνια, σε μια φτωχογειτονιά της Καλαμάτας, την Φυτιά, ζώντας από κοντά τη φτώχεια και τη δυστυχία, αλλά και την ομορφιά και τους αγώνες της εργατιάς. Ό πατέρας του δάσκαλος και απόφοιτος της Γεωργικής Σχολής της Πάτρας, ήταν ένας καλλιεργημένος και αξιόλογος άνθρωπος, που προκειμένου να βοηθήσει τον τόπο του παρέμεινε στην Μεσσηνία, αρνούμενος να ακολουθήσει τις προκλήσεις για μια μεγάλη καριέρα. Η μάνα του ήταν μια ξεχωριστή μορφή. Αγράμματη αλλά πανέξυπνη γυναίκα με φοβερή κατανόηση και ανεκτικότητα για τους νέους. Συμπαραστάθηκε πολύ στο Γιάννη και στα δυό του αδέλφια που πήραν μέρος στο κίνημα, παρά το γεγονός ότι είχε χάσει δέκα από τα δεκατρία παιδιά της σε διάφορες ηλικίες. Το 1934 ο στρατός χτυπάει με πολυβόλα διαδήλωση εργατών στην Καλαμάτα αφήνοντας πίσω του 7 νεκρούς, ενώ το 1935 και το 1936 στην περιοχή ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις. Ο απόηχος των γεγονότων αυτών σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια.

 

Με τη διχτατορία του Μεταξά φεύγει με την οικογένειά του στην Αθήνα και τελειώνει το δημοτικό και τις πρώτες τάξεις του οκτατάξιου γυμνάσιου στη Γούβα. Όταν ξεσπάει ο πόλεμος το 1941 όλη η οικογένεια επιστρέφει στην Καλαμάτα και σε ηλικία 11 χρονών ο Γιάννης Χοντζέας αποκτά τις πρώτες επαφές με την Αντίσταση. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν ήδη οργανωμένα στην ΕΠΟΝ. Το 1942 χάνει τον πατέρα του. Το 1943 επιστρέφει στην Αθήνα. Τώρα συμμετέχει πια ενεργά στο αντιστασιακό κίνημα της νεολαίας και γίνεται μέλος της ΕΠΟΝ. Κύρια δραστηριότητά του ήταν ο χώρος της σπουδάζουσας νεολαίας. Σύντομα γίνεται μέλος του ΚΚΕ κατ’ εξαίρεση παρ’ όλο που σύμφωνα με το καταστατικό ήταν πολύ μικρός στην ηλικία. Από το σημείο αυτό αναλαμβάνει πολύ ειδικές αποστολές στα πλαίσια του αντιστασιακού κινήματος, όπου μόνο τα πιο αποφασισμένα και καταρτισμένα μέλη του κόμματος έπαιρναν μέρος.

 

Δραστηριοποιείται κυρίως στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας με το ψευδώνυμο Αριστείδης, πάντα στην πρώτη γραμμή σε όλες τις μικρές και μεγάλες κινητοποιήσεις της κατοχής. Τη φωνή του την άκουγαν χιλιάδες αθηναίοι από το χωνί που σάλπιζε τον απελευθερωτικό αγώνα. Στο Σκοπευτήρι της Καισαριανής, την πρωτομαγιά του 1944 όταν εκτελέστηκαν οι 200 κομμουνιστές, ήταν τριγύρω ζώντας κι αυτός μαζί με τους συγγενείς το δράμα της εκτέλεσης. Στη διάρκεια της κατοχής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για λίγο από τους Ιταλούς.

 

Στο κάστρο του Υμηττού και όλα όσα επακολούθησαν, ο ρόλος του Αριστείδη ήταν πρωτοπόρος στην έκφραση της αγανάκτησης και της έπαρσης για τη δολοφονία των τριών αγωνιστών. Τα συνθήματα που γράφτηκαν στο κάστρο του Υμηττού ήταν γραμμένα με το χέρι του Γιάννη. Στα φοβερά μπλόκα του μεγάλου καλοκαιριού του ’44 ο Γιάννης Χοντζέας ήταν εκεί, προσπαθώντας να εμψυχώσει, να αντιμετωπίσει, να ξεσηκώσει πολεμώντας για έξοδο ή για τις μικρότερες δυνατές απώλειες.

 

Το Δεκέμβρη (ο Γιάννης πάντα μιλούσε για τρεις ένοπλες επαναστάσεις του ελληνικού λαού: το 1941-44, το Δεκέμβρη και το 1946-49) πολεμά ενάντια στην εθνοπροδοτική στάση του δοσιλογισμού και την επέμβαση των άγγλων ιμπεριαλιστών. Το σύνθημα «όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα» γράφτηκε με δική του πρωτοβουλία. Αναρίθμητες ήταν οι φορές που σύρθηκε σε αστυνομικά τμήματα της Αθήνας και των περιχώρων όπου ξυλοκοπήθηκε άγρια από τους ταγματασφαλίτες.

 

Μετά το Δεκέμβρη, ακολουθεί τον ΕΛΑΣ στην υποχώρηση και επιστρέφει στην Αθήνα παράνομα με απόφαση του κόμματος. Συλλαμβάνεται από τη χωροφυλακή, όπου κακοποιήθηκε και ξυλοκοπήθηκε άγρια. Στις αρχές του 1945 συλλαμβάνεται και πάλι στη Γούβα από τους χίτες και οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα του Υμηττού. Ακολουθεί νέος ξυλοδαρμός αλλά και βασανιστήρια με φάλαγγα, που τον καθήλωσαν για μερικές βδομάδες στο κρεβάτι.

 

Αργότερα, κι ενώ δούλευε στο Ριζοσπάστη, συλλαμβάνεται πάλι έξω από τη βάση του Ελληνικού, αυτή τη φορά από τους άγγλους. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης με την αλύγιστη υπομονή του κορόιδευε τον άγγλο αξιωματικό που έχασε την ψυχραιμία του και το παραδοσιακό εγγλέζικο φλέγμα. Όταν αργότερα τον ρωτούσαμε τι εννοεί «χάσιμο του εγγλέζικου φλέγματος», απαντούσε γελώντας: «Δεν κατάλαβες; Έπεσε ξυλοβρόντι».

 

Στο πρώτο συνέδριο της ΕΠΟΝ το 1946 στο οποίο συμμετέχει, η δράση του ενάντια στην τρομοκρατία αναφέρεται και προβάλλεται σαν παράδειγμα στην εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου.

 

Το 1947 συλλαμβάνεται και πάλι. Αρχίζει πλέον η περίοδος της εξορίας που κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια. Ψυτάλλεια, Ικαρία, Μακρόνησος, Αη-Στράτης. Κρατάει παντού, αντέχει σε ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια, βαστιέται όρθιος ακόμα και στη Μακρόνησο, στο «σύρμα». Γράφει ο ίδιος: «Όταν μας μπαρκάρανε για το Μακρονήσι ξέραμε δυό πράγματα: Πως εκεί δύσκολα βαστάς. Είναι ζήτημα αν βαστάει το 1%. Και στο 1% περιλαμβάνονται πεθαμένοι, τρελοί, σακατεμένοι και μερικοί λίγο υγιείς». Σ’ αυτό το 1% περιλαμβάνεται και ο Γιάννης Χοντζέας. Γιατί σ’ αυτόν κυριαρχούσε όχι το σύνθημα που αντίκριζαν οι αγωνιστές φτάνοντας στο Μακρονήσι και που άκουγαν καθημερινά στα μεγάφωνα «ΕΔΩ ΖΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ», αλλά το άγραφο σύνθημα των αγωνιστών «ΕΔΩ ΖΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ»… Στη Μακρόνησο χτυπήθηκε και βασανίστηκε άγρια πολλές φορές. Σε μια επίθεση των Αλφαμιτών χτυπήθηκε στον αυχένα με συνέπεια να μείνει αναίσθητος και να μεταφερθεί στο αναρρωτήριο της Μακρονήσου με αφωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το χτύπημα αυτό τον βασάνιζε σ’ ολόκληρη τη ζωή του.

 

Στα δέκα χρόνια της εξορίας του και παρά τις ταλαιπωρίες και τα βασανιστήρια, ο Γιάννης Χοντζέας δεν έπαψε να προβληματίζεται και να παρεμβαίνει κάτω από δύσκολες συνθήκες στις πολιτικές εξελίξεις και τα σοβαρά ζητήματα που απασχολούσαν το κομμουνιστικό κίνημα. Παράλληλα, με αστείρευτο κουράγιο, θέληση και υπομονή, έπαιρνε μέρος σ’ ολόκληρο το φάσμα των δραστηριοτήτων των εξόριστων: πολιτικές συζητήσεις, οργάνωση των συνθηκών διαβίωσης, διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων κλπ. με τη θέληση, την πολιτική συγκρότηση και τα «αστεία», στάθηκε πάντα ένας ξεχωριστός άνθρωπος σε κάθε δύσκολη κατάσταση.

 

Κατά την παραμονή του στη Μακρόνησο ήταν από τους ελάχιστους που είχαν διατυπώσει διαφωνίες με τη γραμμή που ακολούθησε το κίνημα μέχρι το 1947. Η κριτική αυτή, διατυπωμένη σε δύσκολη περίοδο, που αφορούσε τις συμφωνίες της Βάρκιζας και του Λιβάνου κλπ, δόθηκε κανονικά στην καθοδήγηση του κόμματος. Στον Αη-Στράτη παίρνει ενεργά μέρος στις σοβαρότατες αντιστάσεις που πρόβαλαν οι εξόριστοι στα πρώτα βήματα της ρεβιζιονιστικής στροφής στο ΚΚΕ, απορρίπτοντας τη γραμμή της συμφιλίωσης και του συμβιβασμού.

 

Διατυπώνει τις έντονες αντιρρήσεις του στις αποφάσεις της 6ης ολομέλειας του ΚΚΕ όπου στην ουσία το ΚΚΣΕ επιβάλει πραξικοπηματικά τη ρεφορμιστική του στροφή στο ελληνικό επαναστατικό κίνημα. Η στάση του αυτή προκαλεί εντύπωση γιατί ορισμένοι πίστευαν ότι, καθώς είχε ήδη διατυπώσει διαφορετικές απόψεις για τις αποφάσεις του ΚΚΕ μετά το 1944 και ήταν κριτικός προς την παλιά καθοδήγηση, θα στεκόταν φιλικά στο «νέο πνεύμα» που επιβλήθηκε στο κόμμα.

 

Επιστρέφει από την εξορία λίγο πριν τις εκλογές του 1958. Η αντιμετώπιση που του επιφυλάχθηκε από την ΕΔΑ, καθώς και άλλων συντρόφων του, ήταν μια συνεχής προσπάθεια περιθωριοποίησής και απομόνωσης. Αυτό ήταν το τίμημα για τις πολιτικές του απόψεις. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και κάτω από την επιμονή του να δουλέψει για την ΕΔΑ, του αλλάζουν συνεχώς τομείς δραστηριότητας. Παράλληλα επιχειρείται συστηματικά να διαβληθεί στα μάτια των συντρόφων, να φθαρεί, ενώ δεν λείπουν και προσπάθειες να δυσκολευτούν ακόμα περισσότερο οι συνθήκες διαβίωσής του. Ο Γιάννης Χοντζέας τους διαψεύδει με τη στάση του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του ειλικρινά την περίοδο εκείνη, κερδίζονται από τις απόψεις και το χαρακτήρα του. Οι παρεμβάσεις του σε συσκέψεις και κομματικές συγκεντρώσεις γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό. Η απόπειρα επιβολής της ρεβιζιονιστικής γραμμής στο ΚΚΕ συναντάει σοβαρές δυσκολίες και ο Γιάννης Χοντζέας ήταν -μεταξύ πολλών άλλων- από τους πρωταγωνιστές της αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της ΕΔΑ.

 

Στα χρόνια αυτά 1960-64 μέσα σε συνθήκες βίας και τρομοκρατίας υπάρχει μια έντονη ανάπτυξη αγώνων στον τομέα της αντιτρομοκρατικής πάλης με αποκορύφωμα τις λαϊκές κινητοποιήσεις μετά το βασιλικό πραξικόπημα του 1965. Στα χρόνια αυτά, το αριστερό κίνημα μπαίνει στην υπηρεσία των σκοπών και επιδιώξεων της φιλελεύθερης αστικής τάξης που εκπροσωπούσε η Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου χαρίζοντάς του ουσιαστικά την τεράστια EAΜική μάζα. Διεθνώς είναι η περίοδος που έχει συντελεστεί η ρεβιζιονιστική στροφή στο ΚΚΣΕ και η σοβιετική διπλωματία εξαντλεί όλες τις δυνάμεις της για να περιορίσει το όλο και περισσότερο αναπτυσσόμενο κύμα των θυελλών που ξεσπά στον κόσμο. Στα πλαίσια του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ξεσπά η αντικινέζικη εκστρατεία και η καταγγελία των κομμάτων που δεν πειθαρχούν στη γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης.

 

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες –που η ανάλυσή τους δεν μπορεί να γίνει εδώ- επιβάλλεται επιτακτικά η ανάγκη της προβολής μιας άλλης πολιτικής. Το καθήκον αυτό στάθηκε υπόθεση ενός πολύ περιορισμένου αριθμού ανθρώπων που όμως έβρισκε τα χρόνια εκείνα μεγάλη απήχηση, τέτοια που έδειχνε τι θα μπορούσε να συμβεί κάτω από άλλους όρους.

 

Ο Γιάννης Χοντζέας παίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και συσπείρωση δυνάμεων για την ανταπόκριση στα νέα καθήκοντα που η εποχή έθετε. Μεταφράζει κείμενα και βιβλία, που εκδίδονται από τις Ιστορικές Εκδόσεις, σε συνθήκες που είχε ήδη ξεκινήσει ένας αληθινός πόλεμος από τους υπεύθυνους της ΕΔΑ και άλλους συγκροτηματάρχες για το «θάψιμο» ορισμένων απόψεων. Διαγράφεται από την ΕΔΑ και από τον Ιούνη του 1964 πρωταγωνιστεί στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κίνησης και την έκδοση του περιοδικού «Αναγέννηση». Συμμετέχει αποφασιστικά στον καθορισμό της γενικής γραμμής που αποτέλεσε την πολιτική και ιδεολογική βάση του μ-λ κινήματος στη χώρα μας. Αρθρογραφεί στην «Αναγέννηση» και στο «Λαϊκό Δρόμο» που κυκλοφορεί από το 1967 και παίρνει μέρος στην καθημερινή πολιτική δουλειά.

 

Η δικτατορία το 1967 βρίσκει την κίνηση αυτή σε μια κρίσιμη φάση της πορείας της με αντιθετικές πλευρές στην ανάπτυξή της αλλά με καθορισμένη πολιτική γραμμή. Παρά τις δύσκολες συνθήκες η δραστηριότητα συνεχίζεται κάτω από δύσκολες συνθήκες και ιδρύεται η ΟΜΛΕ (Οργάνωση μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας). Από το Νοέμβρη του 1968 κυκλοφορεί η «Προλεταριακή Σημαία». Ο Γιάννης Χοντζέας παραμένει στην Ελλάδα και καθοδηγεί την οργάνωση από την παρανομία μέχρι το 1969 οπότε και συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Παρθένι, στρατόπεδο εξορίστων της Λέρου. Εκεί πληροφορείται το θάνατο της μητέρας του που είχε να την δει πριν από το πραξικόπημα… Μετά τη διάλυση του στρατοπέδου εκτοπίζεται στην Αγία Μαρίνα της Λέρου σε καθεστώς «ελεύθερης διαβίωσης». Από την εξορία συνεχίζει να στέλνει κείμενα με πολιτικές υποδείξεις και θεωρητικές πολιτικές και ιδεολογικές τοποθετήσεις, που είχαν μεγάλη σημασία για τον προσανατολισμό του κινήματος, στο Γραφείο της ΟΜΛΕ που βρίσκεται στο εξωτερικό. Το διάστημα 1967-69 ήταν το μοναδικό που ο Γιάννης Χοντζέας είχε την αποκλειστική ευθύνη της καθοδήγησης της οργάνωσης. Το ότι τότε τέθηκαν οι βάσεις για την ουσιαστική συγκρότηση μιας μαρξιστικής-λενινιστικής οργάνωσης, ότι κατόρθωσε και στήθηκε μηχανισμός κι αντιμετωπίστηκε ένα δύσκολο κλίμα που κυριάρχησε αμέσως μετά την επιβολή του πραξικοπήματος, ότι δόθηκαν σαφείς υποδείξεις για το τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση χτυπήματος, ότι τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη κινήματος των ελλήνων που ζούσαν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και έγιναν επαφές με τους μαρξιστές-λενινιστές στις ανατολικές χώρες, αλλά και το ότι γράφτηκαν ή μεταφράστηκαν μια σειρά από βασικά κείμενα (που πολλά απ’ αυτά χάθηκαν), όλα αυτά αποτελούν μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Γιάννη Χοντζέα στο μ-λ κίνημα.

 

Αφήνεται ελεύθερος το 1972. Επιστρέφει στην Αθήνα και παρά το γεγονός ότι προσπαθεί να αποκτήσει επαφή με την οργάνωση, κάτι τέτοιο δε γίνεται δυνατό. Συλλαμβάνεται πάλι μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Οδηγείται στην Ασφάλεια, στη συνέχεια στη σχολή αστυφυλάκων στο Μπογιάτι, και τέλος εξορίζεται στη Γυάρο μέχρι την πτώση της χούντας.

 

Όλη την επόμενη περίοδο συμμετέχει στο κίνημα και παρακολουθεί όλες τις εξελίξεις χωρίς να συμμετέχει –για διάφορους λόγους- από το 1975 στην καθοδήγηση της ΟΜΛΕ και αργότερα του ΚΚΕ (μ-λ). Το 1976 θα δικαστεί για περιύβριση αρχής ως συντάκτης μιας προκήρυξης της ΟΜΛΕ σχετικής με τα γεγονότα της απεργίας των οικοδόμων τον Ιούλη του 1975. Γράφει μια σειρά πολιτικά και ιδεολογικά κείμενα που συνήθως είτε αποσιωπούνται είτε χρησιμοποιούνται κατά βούληση και κατά περίσταση. Η απομάκρυνση από τις ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις που είχαν διατυπωθεί από το Γιάννη Χοντζέα από την προδικτατορική περίοδο εως τις αρχές του 1980, στάθηκε αιτία –κατά την άποψή μας- για την κρίση και τη διαλυτική πορεία του πρώτου σταδίου του μ-λ κινήματος στη χώρα μας.

 

Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του ο Γιάννης Χοντζέας θα αφιερωθεί σε μια πολύτιμη δουλειά. Σε μια εποχή που κυριαρχούσε ο ακτιβισμός, ο εμπειρισμός, ο δογματισμός και η προσκόλληση σε πρότυπα, επιλέγει έναν άλλο δρόμο. Θεωρεί ότι η αρχή μιας νέας προσπάθειας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την μελέτη και την εξαγωγή συμπερασμάτων γύρω από κομβικά ζητήματα, όπως η διεθνής πραγματικότητα, και η πείρα του κομμουνιστικού κινήματος. Όπως έλεγε ο ίδιος ο «κρίκος» από τον οποίο θα εξαρτιόταν μια νέα προσπάθεια, ήταν ο ιδεολογικός με την έννοια ότι έπρεπε να γίνει μια ουσιαστική σε βάθος και μεγάλη σε έκταση δουλειά, να απαντηθούν τα κομβικά προβλήματα. Αυτός ήταν ο μοναδικός δόμος για να υπερνικηθεί η διάλυση και να μπουν τα θεμέλια μιας νέας αρχής. Και έπεσε όπως πάντα με τα μούτρα στη δουλειά. Για μια και πάνω δεκαετία μελέτησε, έγραψε και μετέφρασε ένα τεράστιο υλικό γύρω από την καπιταλιστική κρίση και την αναδιάρθρωση, γύρω από το κομμουνιστικό κίνημα και τις μεταβατικές κοινωνίες. (Ένα μέρος της δουλειάς αυτής εκδόθηκε με το βιβλίο «Το “τέλος” του κομμουνισμού»).

 

Μέχρι το θάνατό του, το 1994, συμβάλλει αποφασιστικά στη συγκρότηση της πολιτικής ομάδας Α/συνέχεια και την ιδεολογική – πολιτική της φυσιογνωμία. Έγραψε και συζήτησε μια σειρά από βασικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν από τις εκδόσεις Α/συνέχεια ή στο πολιτικό δελτίο. Έγραψε επίσης μια σειρά από προγραμματικά κείμενα που χρησίμευσαν και χρησιμεύουν ακόμα σε μια σειρά από εσωτερικές συζητήσεις. Το τελευταίο διάστημα, χτυπημένος από τον καρκίνο, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες υπαγόρευσε την άποψη για την κριτική εκτίμηση του μ-λ κινήματος στην Ελλάδα, που δημοσιεύτηκε σε μια επανέκδοση επιλεγμένων κειμένων της «Αναγέννησης». Το τελευταίο του παράπονο ήταν ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει άλλο. Έμοιαζε να μη συγχωρεί τον εαυτό του που έφευγε, αναγκαστικά, από τη γραμμή.

 

Read More

 

Γ. Χοντζέα: "Θα διαλυθεί η καταχνιά" (Από το Λαϊκό Δρόμο του Σεπτέμβρη του '74)

«Έπεσε στον κάμπο καταχνιά πολλή έφυγαν οι κλέφτες, παν’ κι οι αρματωλοί»

Έχει πέσει πολλή καταχνιά πάνω στους «κλέφτες κι αρματωλούς» της Εαμικής εποχής της Ελλάδας. Αλλά είτε το θέλουν είτε όχι οι διώχτες, οι αρνητές και οι διαστρεβλωτές της, το ΕΑΜ σημάδεψε για πάντα την καρδιά, το νου και τη συνείδηση του λαού μας. Και οι γενιές που φύγαν και φεύγουν, και αυτές που ξεπετάγονται και θα ‘ρθουν, όσο μελάνι κι αν χύθηκε, όσα καρφιά κι αν μπήχτηκαν για να μουντζουρώνουν, να παραχώσουν αυτή την εποχή, κράτησαν, κρατάνε και θα κρατήσουν τ’ αφτί τεντωμένο για να αφουγκραστούν τις ντουφεκιές στον Παρνασσό και στη Γκιώνα, τις ομοβροντίες των εκτελεστικών αποσπασμάτων στο Σκοπευτήρι της Καισαριανής, τις ιαχές των διαδηλωτών στο Σύνταγμα και στην οδό Πανεπιστημίου, τα τραγούδια, τα χτυπήματα των ποδιών στη γη καθώς σέρνουν το χορό οι μελλοθάνατοι σ’ όλα τα σκοπευτήρια της Ελλάδας, τη θάλασσα από λάβαρα και σημαίες των διαδηλώσεων, τα χωνιά που προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους νέους και στους ώριμους, στις γριούλες και στους γέροντες και αλλεργία και υστερία σε κατακτητές και εθνοπροδότες, τις μπαταριές της νίκης στις βουνοπλαγιές και στα στενοσόκακα στις πολιτείες και τα ουρλιαχτά του τρόμου των σιδηρόφραχτων ορδών του Χίτλερ, των κοκορόφτερων του Μουσολίνι, των Βούλγαρων φασιστών και των ντόπιων συνεργατών τους.

Μέσα στην ψυχή του κάθε Ρωμιού –όπου κι αν τον έχει ρίξει σήμερα μια ολόκληρη ζωή διωγμών, μακελειού, τρομοκρατίας, εκβιασμών, προγραφών, χρωματισμών και αποχρωματισμών- ζει ολοζώντανη η Εαμική εποχή. Η εποχή των μεγάλων εξορμήσεων, των ελπιδοφόρων προσδοκιών, των υπέροχων θυσιών. Η εποχή που η Ελλάδα, ο λαός της, ανέμιζε πρώτος στην Ευρώπη τη σημαία της Αντίστασης στο φασισμό, με τα μαζικά απεργιακά της κινήματα και τις διαδηλώσεις. Η εποχή που στα βουνά η αγροτιά της, χέρι χέρι με την εργατιά της και τους διανοούμενους, απελευθερώνονταν από τον εκατόχρονο ζυγό, που έχτισε τα αγκωνάρια της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Η εποχή που, μέσα από τα σπλάχνα ενός λαού δουλωμένου στους πιο απαίσιους κατακτητές και με δεσμά κάθε είδους αιώνων, ξεπετάγοταν ανυποψίαστοι κρουνοί ενεργητικότητας, εφευρετικότητας, αγωνιστικότητας και δημιουργίας.

Τριάντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Τι έχουν να επιδείξουν και να αντιπαραθέσουν σε αυτή την εποχή αυτοί που πάσχισαν να ξεθεμελιώσουν ό,τι έχτισε το ΕΑΜ; Τις απανωτές εθνικές κρίσεις, τα πραξικοπήματα και τις φαγωμάρες τους; Πού βρίσκονται αυτός «ο περήφανος βρετανικός λέων» και η «αστερόεσσα», που έκοψαν με τη βία το δρόμο στο Εαμικό κίνημα; Πού βρίσκονται τα λάβαρά σας και οι σημαίες σας κύριοι ηγέτες της «εθνικόφρονης» αντιεαμικής Ελλάδας; Ντρεπόσαστε να τα δείξετε. Όμως τα λάβαρα και οι σημαίες του ΕΑΜ βρίσκονται βαθιά μέσα στις καρδιές και στις συνειδήσεις εκατομμυρίων Ελλήνων.

Τα βασικά προβλήματα που καταπιάστηκε να λύσει ο λαός της Ελλάδας με το ΕΑΜ παραμένουν άλυτα. Η μορφή τους άλλαξε. Το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας, το πρόβλημα της εθνικής κυριαρχίας, και εκείνο μιας πραγματικής δημοκρατικής ανάπλασης παραμένουν στην ημερήσια διάταξη. Γι’ αυτά αγωνίζονται σήμερα οι γιοι και οι θυγατέρες της Ελλάδας. Γι’ αυτά έχυσαν το αίμα τους τα νιάτα στο Πολυτεχνείο πέρυσι. Σήμερα, στο όνομα μιας γνωστής «νέας δημοκρατίας» και του φόβητρου μιας επανόδου στη δικτατορία, επιχειρείται ο λαός και η νεολαία της Ελλάδας να δεθούν με καλογυαλισμένες αλυσίδες, να υποταχτούν, να παραιτηθούν από κάθε αγώνα για ένα καλύτερο αύριο.

Εκμεταλλεύονται την απάρνηση του ουσιαστικού μέρους της Εαμικής κληρονομιάς, από μέρους οργανισμών που θέλουν να παρουσιάζονται σαν εκφραστές της, για να προχωρήσουν πιο άκοπα τα σχέδιά τους. Οι τίτλοι όμως και τα λαμπερά ονόματα δεν εμπόδισαν το λαό της Ελλάδας να βρει το δρόμο του κάθε φορά που το πρόσταγμα των καιρών το καλούσε. Αυτό έγινε και στην περίοδο του ’41-’44 και δημιουργήθηκε και ξαπλώθηκε παντού το ΕΑΜ. Το ίδιο θα γίνει και στο μέλλον.

Περισσότερα...

Περισσότερα Άρθρα...

JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL

<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

αναζήτηση

Πανελλαδικό Σώμα 2017

Πανελλαδικό Σώμα 2017

εφημερίδα

Βρείτε μας στα Social Media

  • Facebook Page: 23080895907
  • Twitter: KOEgr
  • YouTube: koe2003

εκδόσεις