ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Στο χώρο αυτό συγκεντρώσαμε κείμενα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα που αναφέρονται στην καπιταλιστική κρίση γενικά, αλλά και σε συγκεκριμένα επεισόδια της κρίσης του «καπιταλισμού που πεθαίνει».

Το 10ο κεφάλαιο του θεμελιώδους έργου του Λ.Σεγκάλ "Αρχές πολιτικής οικονομίας" (1946) αποτελεί μια γενική επισκόπηση της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων. Στο πρώτο μέρος ορίζει την αιτία των κρίσεων, στο δεύτερο περιγράφει την πορεία της κρίσης, στο τρίτο μιλά για τη σημασία των κρίσεων στην κοινωνική και πολιτική εξέλιξη. Στο τέταρτο μέρος κριτικάρει τις αστικές και σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες για την κρίση και στο πέμπτο και τελευταίο μέρος αυτού του κεφαλαίου εξηγεί γιατί στην ΕΣΣΔ δεν μπορούν να υπάρξουν κρίσεις. Βέβαια μιλάμε για την εποχή αμέσως μετά το τέλος του Παγκόσμιου Πολέμου όπου δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα η ανατροπή βασικών χαρακτηριστικών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Στα αποσπάσματα από το βιβλίο "Το τέλος του κομμουνισμού" του Γιάννη Χοντζέα (Φθινόπωρο του 1991) γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην κρίση του 1929, το Νιου Ντηλ και τον κρατισμό, τη συνδεσή τους με τον φασισμό, αλλά και την κρίση του 70 και το ρόλο που παίζει στην "ενιαιοποίηση" των κοινωνικών συστημάτων Δύσης και Ανατολής. Η τεράστια αξία του βιβλίου δεν είναι η ουδέτερη ανάλυση, όσο η τοποθέτηση των εκάστοτε αστικών απαντήσεων στις κρίσεις υπό το πρίσμα του ταξικού συσχετισμού, του συσχετισμού ανάμεσα στον πόλο της επανάστασης και στον πόλο της αντεπανάστασης.

Στην εισαγωγή στο βιβλίο "Για την Κρίση" (Δεκέμβρης 1988) υπάρχει το κείμενο "Είκοσι σημεία για την παρούσα κρίση". Η εξαιρετική επικαιρότητά του βρίσκεται στην εκτίμηση του χαρακτήρα της κρίσης, στη συμμετοχή σε αυτή του ανατολικού κόσμου. Αναδεικνύονται τα όρια των "30 ένδοξων χρόνων" αλλά και οι νέες απαντήσεις στο παραγωγικό μοντέλο.

Στις θέσεις του ΚΟ της Α/συνεχεια για την Α' Συνδιάσκεψη (Ιούνιος 98) υπάρχουν εκτεταμένα αποσπάσματα για την «παρατεταμένη παγκόσμια κρίση και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση». Οι θέσεις γράφονται τον Φεβρουάριο του 98, λίγους μήνες μετά την κατάρρευση των τίγρεων της Ν.Α.Ασίας και λίγους μήνες πριν την κατάρρευση της Ρωσίας. Έχουν ωστόσο ευρύτερη σημασία γιατί περιγράφονται οι καπιταλιστικές κρίσεις γενικά, επιμένουν στην ανάδειξη του κεντρικότατου ρόλου της παρατεταμένης παγκόσμιας κρίσης που οδηγεί στην συγκεκριμένη απάντηση του κεφαλαίου (αναδιάρθρωση, Νέα Τάξη, νεοφιλελευθερισμός).

Το κείμενο «Το βαθύτερο επεισόδιο στον κυματοειδή πυρετό της παγκόσμιας κρίσης» των Βύρωνα Λάμπρου και Γιώργου Τσίπρα, γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1998 και δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Α/συνεχεια. Λίγους μήνες πριν είχε καταρρεύσει η Ρωσία και η Ν.Α.Ασία. Στα πρόθυρα της κατάρρευσης μπήκε τότε η Λ.Αμερική. Το κείμενο αυτό έχει αξία γιατί επιβεβαιώνει τον παρατεταμένο χαρακτήρα της κρίσης και αναλύει διεξοδικά τους μηχανισμούς της. Ενδιαφέρον έχει η παράθεση αποσπασμάτων του Κεφαλαίου που ερμηνεύουν τα χαρακτηριστικά της κρίσης υπερσυσσώρευσης.

Το κείμενο «Προς ένα νέο 29-31;» γράφτηκε την ίδια περίοδο (Νοέμβριος 1998) και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αριστερά!. Περιγράφει την κρίση του 98 σαν βαθύ επεισόδιο της παρατεταμένης κρίσης και αναλύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Το κείμενο "Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμά της" του καθηγητή Γ.Σταμάτη γράφτηκε τον Απρίλιο του 1986 και δημοσιεύτηκε στις Θέσεις. Παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί περιγράφει την κρατική απάντηση στην οικονομική κρίση σε μια περίοδο όπου η σοσιαλδημοκρατία άρχισε να υιοθετεί νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ: ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ


1. Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Η ανάλυση του προτσές της αναπαραγωγής και της κυκλοφορίας του κοινωνικού κεφαλαίου μας έφερε άμεσα στο ζήτημα των κρίσεων. Είδαμε, πως η κίνηση του κοινωνικού κεφαλαίου είναι γεμάτη από βαθιές αντιθέσεις, που είναι η έκφραση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.

Η κίνηση αυτή δε συντελείται με κανονικό τρόπο. Η χαρακτηριστική της μορφή εκδηλώνεται με τις γρήγορες μεταπτώσεις που γίνονται με άλματα, προχωρώντας από την αναζωογόνηση στην κατάπτωση, στην κρίση, στη στασιμότητα.

«Η βιομηχανική ζωή γίνεται έτσι μια διαδοχή περιόδων μέσης δραστηριότητας, ευημερίας, υπερπαραγωγής, κρίσης και στασιμότητας» (Μαρξ, Κεφάλαιο, Ι).

Αυτοί οι κύκλοι της παραγωγής επαναλαμβάνονται περιοδικά. Η αποφασιστική στιγμή τους είναι η κρίση. Ακριβώς τη στιγμή, όπου η καπιταλιστική παραγωγή προχωρεί ολοταχώς, όπου παράγονται όλο και μεγαλύτεροι όγκοι εμπορευμάτων, όπου ανεβαίνουν οι τιμές και μαζί μ' αυτές αυξάνονται τα κέρδη των καπιταλίστων, όπου η ανεργία περιορίζεται και το μεροκάματο ανεβαίνει, αυτή ακριβώς τη στιγμή ξεσπάει ξαφνικά η κρίση. Να πώς περιγράφει ο Ένγκελς τις κρίσεις:

«Το εμπόριο σταματάει οι αγορές είναι κατάφορτες, τα προϊόντα βρίσκονται εκεί σε όγκους και απούλητα, τα μετρητά γίνονται αόρατα, η πίστη εξαφανίζεται, τα εργοστάσια σταματούν οι εργατικές μάζες στερούνται τα μέσα ύπαρξης, γιατί παρήγαγαν πολλά απ’ αυτά, οι πτωχεύσεις ακολουθούν τις πτωχεύσεις, οι αναγκαστικοί πλειστηριασμοί τους αναγκαστικούς πλειστηριασμούς. Η έμφραξη βαστάει ολόκληρα χρόνια, παραγωγικές δυνάμεις και προϊόντα σπαταλούνται και καταστρέφονται κατά μάζες, ώσπου τα στοκ των συσσωρευμένων εμπορευμάτων ρευστοποιούνται τέλος με μεγαλύτερη ή μικρότερη υποτίμηση, ώσπου η παραγωγή και η ανταλλαγή ξαναπαίρνουν βαθμιαία την πορεία τους. Η κίνηση προοδευτικά επιταχύνεται, περνάει στο τροχάδην το βιομηχανικό τροχάδην γίνεται καλπασμός κι ο καλπασμός αυτός επιταχύνεσαι ξανά ως την αφηνιασμένη ταχύτητα ενός γενικού steeple chase1 της βιομηχανίας, του εμπορίου, της πίστης, της κερδοσκοπίας, για να καταλήξει, έπειτα από τα πιο επικίνδυνα πηδήματα, να ξαναβρεθεί …στην τάφρο του κραχ. Και πάντοτε η ίδια επανάληψη» (Ένγκελς, Αντι - Ντύρινγκ, ΙΙΙ)

Τέτοια είναι η γενική εικόνα των κρίσεων. Μιλώντας για τις κρίσεις, έχουμε υπόψη μας όχι οποιεσδήποτε ιδιαίτερες διαταραχές της κοινωνικής παραγωγής, δηλ. όχι ιδιαίτερες κρίσεις που μπορούν να θίξουν συμπτωματικά τον έναν ή τον άλλο κλάδο, αλλά τις γενικές κρίσεις που προσβάλλουν ολόκληρη την καπιταλιστική παραγωγή, όλους τους πιο σημαντικούς κλάδους της. Δεν έχουμε εδώ υπόψη μας τις διαταραχές της κοινωνικής παραγωγής, που προκαλούνται από φυσικές συμφορές, όπως π.χ. μια κακή συγκομιδή, ένας σεισμός κλπ., ή από καθόλου τυχαίες συμφορές, από κοινωνικά φαινόμενα όπως ο πόλεμος, έχουμε υπόψη μας όχι την υποπαραγωγή, αλλά τις κρίσεις γενικής υπερπαραγωγής, που ξεσπούν κανονικά στο καπιταλιστικό σύστημα.

Λένε συνήθως, πως οι κρίσεις προέρχονται από την αναρχία της παραγωγής. Αυτό δεν είναι σωστό. Αναρχία της παραγωγές επικρατούσε επίσης και στην απλή εμπορευματική οικονομία και όμως τότε δεν ξεσπούσαν κρίσεις.

 

Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΛΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Σε μια κοινωνία μικρών παραγωγών εμπορευμάτων, ή σύνδεση ανάμεσα στους μικρούς απομονωμένους παραγωγούς δεν είναι οργανωμένη, πραγματοποιείται αυθόρμητα με την ανταλλαγή. Εδώ όμως, ο καταμερισμός της εργασίας είναι ακόμα πολύ λίγο αναπτυγμένος, σε σύγκριση με τον καταμερισμό της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία. Τα ατομικά μέσα εργασίας μπαίνουνε σε κίνηση προσωπικά από κάθε παραγωγό εμπορευμάτων, βάση της παραγωγής είναι η εργασία με το χέρι, κάθε παραγωγός εργάζεται χωριστά, η εργασία είναι καταμερισμένη ανάμεσα στους ανεξάρτητους παραγωγούς εμπορευμάτων, στο εσωτερικό όμως των εργαστηρίων δεν υπάρχει καταμερισμός εργασίας. Επειδή γενικά η παραγωγή δεν ήταν μεγάλη και ο καταμερισμός της εργασίας ήτανε λίγο αναπτυγμένος, η έλλειψη οργανωμένης σύνδεσης μεταξύ των παραγωγών εμπορευμάτων δε μπορούσε να έχει μεγάλη σημασία, δεν οδηγούσε σε κλονισμούς ολόκληρης της κοινωνικής παραγωγής.

«Καθένας από τους σκόρπιους μικρούς παραγωγούς έκανε μαζί πολλές δουλειές και γι’ αυτό ήταν σχετικά ανεξάρτητος από τους άλλους: ο χειροτέχνης, που έσπερνε ο ίδιος το λινάρι, το έκλωθε και το ύφαινε, ήταν σχεδόν ανεξάρτητος από τους άλλους. Αυτό το καθεστώς των σκόρπιων μικρών παραγωγών και μόνον αυτό το καθεστώς δικαιολογούσε το ρητό: «καθένας για τον εαυτό του και ο θεός για όλους», δηλ. την αναρχία των διακυμάνσεων της αγοράς» (Λένιν, Άπαντα, Ι).

Ολότελα διαφορετική είναι η κατάσταση στο καπιταλιστικό καθεστώς. Σ’ αυτά η εργασία έχει γίνει κοινωνική. Κάθε εργάτης είναι ένα μέρος από το σύνολο των εργατών της επιχείρησης. Τα μέσα εργασίας είναι τέτοια, που ένας μόνο εργάτης δε μπορεί να τα βάλει σε κίνηση. Ο καταμερισμός της εργασίας υπάρχει όχι μόνο ανάμεσα στις επιχειρήσεις, μα και μέσα σε κάθε επιχείρηση. Η παραγωγή γίνεται σε μεγάλη κλίμακα. Ο καταμερισμός της. εργασίας έχει φτάσει στα ακρότατα όρια. Υπάρχουν πολλοί κλάδοι παραγωγής, που ο ένας εξαρτάται από τον άλλον.

Ο καπιταλισμός κοινωνικοποιεί την εργασία, όχι μόνο με την έννοια πως μέσα στην επιχείρηση κάτω από τη διοίκηση του κεφαλαίου, εργάζονται πολλοί εργάτες, αλλά και με την έννοια πως όλο και περισσότερο δυναμώνει η αλληλεξάρτηση των χωριστών επιχειρήσεων.

«Η κοινωνικοποίηση της εργασίας από την καπιταλιστική παραγωγή δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι άνθρωποι εργάζονται στην ίδια επιχείρηση (αυτό είναι μόνο ένα μέρος από το προτσές), αλλά στο γεγονός ότι η συγκέντρωση των κεφαλαίων συνοδεύεται από την ειδίκευση της κοινωνικής εργασίας, από την ελάττωση του αριθμού των καπιταλίστων σε κάθε κλάδο της βιομηχανίας και από την αύξηση του αριθμού των ειδικών κλάδων της βιομηχανίας» (Λένιν, στο παραπ. έργο).

Όσο πιο ειδικευμένη είναι η εργασία στην κοινωνία, τόσο περισσότερο το κάθε είδος εργασίας εξαρτάται από όλα τα άλλα, δηλ. όσο ο καταμερισμός της εργασίας είναι πιο πολύ αναπτυγμένος, τόσο πιο πολύ ή εργασία είναι κοινωνικοποιημένη. Σε τέτοιες συνθήκες, στις συνθήκες του καπιταλισμού, η αναρχία της παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής.

 

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Έτσι, η αναρχία της παραγωγής, στην απλή εμπορευματική παραγωγή, έχει ασύγκριτα μικρότερη σημασία παρά όταν κυριαρχεί το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.

Στο τρίτο κεφάλαιο δείξαμε πως η δυνατότητα των κρίσεων εμφανίζεται από το διχασμό του εμπορεύματος σε εμπόρευμα και σε χρήμα, πως οι κρίσεις, σ’ εμβρυώδικη μορφή, εμπεριέχονται στο εμπόρευμα γενικά.

Γι αυτό η δυνατότητα των κρίσεων υπάρχει κιόλας στην απλή εμπορευματική παραγωγή. Αλλ' αυτό είναι ακόμα μόνο μία αφηρημένη δυνατότητα, δηλ. μια δυνατότητα τέτοια που, στις συνθήκες της απλής εμπορευματικής παραγωγής, δε μπορεί ακόμη να μετατραπεί σε πραγματικότητα.

Στην απλή εμπορευματική παραγωγή, σκοπός της παραγωγής είναι η ικανοποίηση των αναγκών των παραγωγών εμπορευμάτων και όχι το κέρδος. Η αγορά είναι περιορισμένη γιατί ο καταμερισμός της εργασίας δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί πλήρως. Στις πιο πολλές περιπτώσεις η αγορά είναι τοπική και εύκολα μπορεί κανείς να την παρακολουθεί. Εκτός απ’ αυτό, οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας είναι ακόμα πολύ λίγο αναπτυγμένες, η παραγωγή είναι ακόμα μια ατομική με το χέρι παραγωγή, δεν είναι μαζική παραγωγή, γίνεται σε περιορισμένη κλίμακα και δε μπορεί να επεκταθεί γρήγορα. Γι’ αυτό στην απλή εμπορευματική παραγωγή δεν υπάρχουν γενικές κρίσεις υπερπαραγωγής.

Η εμφάνιση της καπιταλιστικής παραγωγής οδηγεί σε μια μεγαλύτερη ενίσχυση της δυνατότητας των κρίσεων και δημιουργεί τις συνθήκες, όπου η δυνατότητα των κρίσεων μετατρέπεται στην αναγκαιότητα τους και όπου οι κρίσεις γίνονται αναπόφευκτες. Στο καπιταλιστικό σύστημα, η εμπορευματική παραγωγή παίρνει μια γενική επέκταση, κινητήρια δύναμη της παραγωγής είναι το κέρδος, κάθε καπιταλιστής προσπαθεί να επεκτείνει στο μάξιμουμ την παραγωγή για να πάρει το μάξιμουμ του κέρδους. Η παραγωγή γίνεται σε μεγάλη κλίμακα με μηχανές, γι’ αυτό μπορεί να επεκταθεί γρήγορα. Η πίστη αναπτύσσεται, συνενώνοντας σε μια μόνο αλυσίδα όλους τους καπιταλιστές. Με την ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας, εντείνεται η αναρχία της παραγωγής. Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός κατεβάζει το βιοτικό επίπεδο των μαζών η εργατική τάξη εξαθλιώνεται. Η επέκταση της παραγωγής, που προκαλείται από την τάση του κεφαλαίου να παίρνει όλο και μεγαλύτερο όγκο υπεραξίας, παρεμποδίζεται από την περιορισμένη καταναλωτική δύναμη των μαζών. Όλοι αυτοί οι όροι κάνουν τις κρίσεις αναπόφευκτες.

Η απλή εμπορευματική οικονομία χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική εργασία και την ατομική εργασία, χωρίς σ’ αυτή να υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ιδιοποίησης (βλ. κεφ. IV). Στο καπιταλιστικό σύστημα, η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική εργασία και την ατομική εργασία μετατρέπεται σε αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση.

«Η ιδιοποίηση από τους ιδιώτες του προϊόντος της κοινωνικής εργασίας της οργανωμένης από την εμπορευματική οικονομία, αυτή είναι η ουσία του καπιταλισμού» (Λένιν, Άπαντα, Ι).

Αφού η δυνατότητα των κρίσεων, που χαρακτήριζε κιόλας την απλή εμπορευματική παραγωγή, μετατρέπεται στην αναγκαιότητά τους μόνο πάνω στη βάση του καπιταλισμού, είναι φανερό ότι την αιτία των κρίσεων πρέπει να τη ζητήσουμε όχι άμεσα στην αναρχία της παραγωγής, αλλά βαθύτερα, δηλ. στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, που τον διαφοροποιεί από την απλή εμπορευματική παραγωγή. Σε τι συνίσταται η ίδια η ουσία της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού;

Δεν πρέπει να φανταστούμε την αντίθεση αυτή στην απλοποιημένη μορφή: από τη μια μεριά η κοινωνική παραγωγή, από την άλλη ο καπιταλιστής, από το ένα μέρος τα κοινωνικά προϊόντα, από το άλλο μέρος ο καπιταλιστής που τα ιδιοποιείται.

Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού συνίσταται στο ότι η κοινωνική παραγωγή είναι υποταγμένη στην τάξη των καπιταλιστών. Η καπιταλιστική ιδιοποίηση δεν είναι μόνον η ιδιοποίηση των προϊόντων της εργασίας των εργατών από τους καπιταλιστές. Επειδή οι καπιταλιστές είναι ιδιοκτήτες των κοινωνικών μέσων παραγωγής, μπορούν να ιδιοποιούνται τα προϊόντα της κοινωνικής εργασίας. Συνεπώς, η βασική αντίθεση του καπιταλισμού βρίσκεται στην κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνική εργασία.

Απ’ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η ίδια η κοινωνική παραγωγή υπάρχει όχι για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας, αλλά για την ικανοποίηση των αναγκών του κεφαλαίου.

«Το πραγματικό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, το γεγονός ότι το κεφάλαιο, με την αξιοποίησή του παρουσιάζεται σαν η αρχή και το τέλος, σαν η αιτία και ο σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι παραγωγή για το κεφάλαιο, ενώ τα μέσα παραγωγής είναι όλο και περισσότερο μέσα συνεχούς επέκτασης του ζωτικού προτσές της κοινωνίας των παραγωγών» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

 

Η ΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Η κοινωνική παραγωγή δεν είναι παρά ένα μέσο για να αυξάνει η άξια του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο προσπαθεί να επεκτείνει απεριόριστα την παραγωγή για ν’ αυξήσει όσο το δυνατό περισσότερο την υπεραξία, όπως και την αξία του κεφαλαίου (συσσώρευση).

Ακόμα, κάθε καπιταλιστής είναι αναγκασμένος, με κίνδυνο καταστροφής, να επεκτείνει και να τελειοποιεί την παραγωγή. Για να αντιμετωπίσει το συναγωνισμό, δηλ. όχι μόνο για ν’ αυξήσει το κέρδος του, αλλά άπλα για να μην εκτοπιστεί από την αγορά, κάθε καπιταλιστής προσπαθεί να πωλήσει όσο το δυνατό φτηνότερα. Πρέπει να τείνει συνεχώς στο να χτυπήσει τους ανταγωνιστές του, από φόβο μήπως χτυπηθεί απ’ αυτούς.

Για να χτυπήσει όμως τους άλλους καπιταλιστές με χαμηλές τιμές, πρέπει να κατεβάσει τα έξοδα παραγωγής, να παράγει πιο φτηνά κι αυτό μπορεί να το κατορθώσει με το ανέβασμα της παραγωγικότητας της εργασίας με την ένταση της εκμετάλλευσης, με την επέκταση της παραγωγής.

«Η ακαταμάχητη δύναμη, που ασκεί η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής μετατρέπει τη δυνατότητα απεριόριστης τελειοποίησης των μηχανών της μεγάλης βιομηχανίας σε μια υποχρέωση που επιβάλλει με απειλή καταστροφής σε κάθε βιομήχανο καπιταλιστή να τελειοποιεί διαρκώς περισσότερο τα μηχανήματά του…» (Ένγκελς, Άντι-Ντύρινγκ, III).

Εκείνο, που έπειτα σπρώχνει τους καπιταλιστές να επεκτείνουν την παραγωγή τους και να ανυψώνουν την παραγωγικότητα της εργασίας πάνω στη βάση μιας ανύψωσης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, είναι η πτώση του μέσου ποσοστού του κέρδους, που η ίδια είναι αποτέλεσμα της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Όσο πιο χαμηλά είναι το μέσο ποσοστό του κέρδους, τόσο περισσότερο πρέπει να παράγει ο καπιταλιστής για να πάρει ένα μεγαλύτερο όγκο κέρδους. Αλλά η ανύψωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου καταλήγει σε μια κατοπινή πτώση του μέσου ποσοστού του κέρδους, που με τη σειρά του σπρώχνει στην παραπέρα επέκταση της παραγωγής κλπ κλπ. Απ’ όλα όσα είπαμε:

«… προκύπτει, ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής τείνει στην απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από την αξία και την υπεραξία που περικλείει, ανεξάρτητα επίσης από τις κοινωνικές συνθήκες όπου συντελείται η καπιταλιστική παραγωγή» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Οι καπιταλιστές, για να επιτύχουν το σκοπό τους, είναι υποχρεωμένοι να επεκτείνουν απεριόριστα την παραγωγή, σαν να ήταν το όριο γι’ αυτή την επέκταση οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις χωρίς να λογαριάζονται οι δυνατότητες ρευστοποίησης.

«Τα μέσα παραγωγής που υπάρχουν σαν κεφάλαιο πρέπει να λειτουργήσουν, αλλιώς παύουν να είναι κεφάλαιο. Με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, η κλίμακα της παραγωγής καθορίζεται όλο και λιγότερο από την άμεση ζήτηση προϊόντων και όλο και περισσότερο από τη σπουδαιότητα του κεφαλαίου που διαθέτει ο καπιταλιστής» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Έτσι, το κεφάλαιο οφείλει να επεκτείνει αδιάκοπα την κοινωνική παραγωγή, που του είναι υποταγμένη και του χρησιμεύει μόνο σαν μέσο για να αυξάνεται. Μπορεί όμως πραγματικά να επεκτείνει αδιάκοπα την κοινωνική παραγωγή;

 

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Η αξία και η υπεραξία δεν παράγονται ανεξάρτητα από την παραγωγή άξιων χρήσης. Για να αυξηθεί η υπεραξία, πρέπει να επεκταθεί η παραγωγή. Αλλά η παραγωγή τίνος; Η παραγωγή άξιων χρήσης (μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης), που πρέπει να καταναλωθούν από κάποιον.

Αλλά οι αξίες χρήσης που έχουν παραχθεί είναι εμπορεύματα (όχι απλά εμπορεύματα, αλλά εμπορεύματα που έχουν παραχθεί καπιταλιστικά), που εμπεριέχουν έναν ορισμένον όγκο υπεραξίας. Συνεπώς, αυτές οι αξίες χρήσης μπορούν να καταναλωθούν μόνον όταν πουληθούν, όταν συντελεστεί η μετατροπή του εμπορεύματος σε χρήμα και έτσι μετατραπεί το κεφαλαίο-εμπόρευμα σε κεφάλαιο-χρήμα.

Ένα μέρος από τις αξίες χρήσης (μέσα παραγωγής και ένα μέρος από είδη κατανάλωσης) αγοράζεται από τους καπιταλιστές, το άλλο μέρος πρέπει ν’ αγοραστεί από την εργατική τάξη. Αλλά μπορεί η εργατική τάξη στο καπιταλιστικό καθεστώς να καταναλώνει απεριόριστα; Όχι, η καταναλωτική της δύναμη καθορίζεται όχι από τις ανάγκες της, αλλά από την αγοραστική της δύναμη. Κι αυτή βρίσκεται μοιραία σε καθυστέρηση έναντι της αύξησης της παραγωγής, γιατί η εξαθλίωση της εργατικής τάξης είναι νόμος του καπιταλισμού.

Συνεπώς, αν το κεφάλαιο πρέπει ν’ αναπτύσσει απεριόριστα την παραγωγή, πρέπει επίσης αναπόφευκτα να περιορίζει την καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας. Η τάση για απεριόριστη ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής σκοντάφτει στο όριο της καταναλωτικής δύναμης της αστικής κοινωνίας.

«Αλλά η καταναλωτική δύναμη δεν καθορίζεται ούτε από την απόλυτη παραγωγική δύναμη, ούτε από την απόλυτη καταναλωτική δύναμη, καθορίζεται από την καταναλωτική δύναμη που στηρίζεται σε μια ανταγωνιστική διανομή, που περιορίζει την κατανάλωση της μεγάλης μάζας της κοινωνίας σ’ ένα ελάχιστο, που κανονίζεται από περισσότερο ή λιγότερο στενά όρια» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Ο περιορισμός της κατανάλωσης της μεγάλης μάζας της κοινωνίας, δηλ. του προλεταριάτου, στο ελάχιστο κι ακόμα σ’ ένα ελάχιστο που μικραίνει όσο αυξάνει η κοινωνική παραγωγή, απορρέει άμεσα από τον ίδιο ο σκοπό του κεφαλαίου, από την ίδια την ουσία της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Γι’ αυτό, όταν λέμε ότι η τάση για απεριόριστη επέκταση της παραγωγής σκοντάφτει στην καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας σαν στο όριό της, ότι η καταναλωτική δύναμη των μαζών είναι το πλαίσιο αυτής της επέκτασης, αυτό σημαίνει, πραγματικά, ότι το ίδιο το κεφάλαιο αποτελεί το όριο στην επέκταση της παραγωγής. Γι’ αυτό ο Μαρξ λέγει ότι:

«το πραγματικό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

 

Η ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Ο σκοπός, που βάζει στον εαυτό του ο καπιταλισμός, η αύξηση της αξίας του κεφαλαίου, είναι πολύ περιορισμένο σχετικά με τα μέσα που πρέπει να εφαρμόσει, πολύ στενός για να επιτρέψει την απεριόριστη επέκταση της κοινωνικής παραγωγής. Με άλλα λόγια: οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι πολύ στενές για την κοινωνική παραγωγή.

«Τα όρια, όπου μπορούν και οφείλουν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της αξίας - κεφάλαιο, που στηρίζονται στην απαλλοτρίωση και την εξαθλίωση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, βρίσκονται συνεχώς σε σύγκρουση με τις μέθοδες παραγωγής, που πρέπει να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για να πετύχει το σκοπό του και που επιδιώκουν την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, καθορίζουν σαν σκοπό της παραγωγής την ίδια την παραγωγή και, έχουν μπροστά τους τη χωρίς όρους ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας. Το τελευταίο αυτό μέσο βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό, την αξιοποίηση του υπάρχοντος κεφαλαίου» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τον περιορισμένο σκοπό του κεφαλαίου, εκφράζεται στις κρίσεις υπερπαραγωγής. Εννοείται ότι πρόκειται μόνο για τη σχετική υπερπαραγωγή. Δεν πρόκειται για πλεόνασμα σε σχέση με κείνο, που η κοινωνία θα μπορούσε γενικά να καταναλώσει, αλλά σε σχέση με κείνο που μπορεί να καταναλώσει στο καπιταλιστικό καθεστώς. Η καταναλωτική δύναμη της εργατικής τάξης στο καπιταλιστικό καθεστώς δεν καθορίζεται από τις ανάγκες της, αλλά από την αγοραστική της δύναμη. Η αναρχία της παραγωγής και η εξαθλίωση της εργατικής τάξης απορρέουν από την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και του καπιταλιστικού χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Οι αναπτυγμένες από το κεφάλαιο κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν τα πλαίσια της καπιταλιστικής ιδιοποίησης, που κυριαρχεί πάνω σ’ αυτές και αντιφάσκει προ αυτές. Έτσι, η αιτία των κρίσεων βρίσκεται στην αντίθεση μεταξύ της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης.

Αφού η αντίθεση αυτή, που είναι η αιτία των κρίσεων, υπάρχει και δρα σταθερά, γιατί λοιπόν οι κρίσεις ξεσπούν μόνο από καιρό σε καιρό, γιατί η καπιταλιστική παραγωγή δε βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς κρίσης αντί να περνάει από τις φάσεις ανόδου, κρίσης, στασιμότητας, ανόδου κοκ;

Για ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να εξετάσουμε πώς γίνεται γενικά η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε, πως η γρηγορότερη παραγωγή μέσων παραγωγής σχετικά με την παραγωγή ειδών ατομικής κατανάλωσης είναι ένας νόμος της πλατειάς καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Αυτό όχι μόνον οξύνει τη δυσαναλογία μεταξύ των δύο τομέων της κοινωνικής παραγωγής και οδηγεί στις κρίσεις, αλλά είναι ταυτόχρονα η αιτία του γεγονότος ότι η αντίθεση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και καπιταλιστικής ιδιοποίησης δεν προκαλεί μια σταθερή υπερπαραγωγή, αλλά μόνο μια περιοδική υπερπαραγωγή.

Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου σημαίνει, πως ένα μέρος όλο και πιο σημαντικό της κοινωνικής παραγωγής καταναλώνεται σαν σταθερό κεφάλαιο, μπαίνει στην παραγωγική κατανάλωση (αντίθετα από τα είδη κατανάλωσης που χρησιμεύουν μόνο στην προσωπική κατανάλωση). Γι’ αυτό η γενική παραγωγή μπορεί να μεγαλώνει ως ένα όριο ανεξάρτητα από την κατανάλωση των μαζών. Αφού τα μέσα παραγωγής δεν είναι είδη προσωπικής κατανάλωσης του προλεταριάτου, η παραγωγική κατανάλωση, η κατανάλωση μέσων παραγωγής, δεν περιορίζεται από την αγοραστική δύναμη των μαζών.

Η αύξηση της κατανάλωσης των μέσων παραγωγής, που είναι συνέπεια της ανύψωσης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δημιουργεί από μέρος των καπιταλιστών ζήτηση όλο και μεγαλύτερης ποσότητας μέσων παραγωγής, που βρίσκουν έτσι τοποθέτηση μέσα στην ίδια την παραγωγή.

Από την άλλη μεριά, σε σύνδεση με τούτο, αυξάνει επίσης η κατανάλωση της εργατικής τάξης. Όταν η παραγωγή επεκτείνεται χρειάζονται περισσότεροι εργάτες, το σύνολο των ημερομισθίων αυξάνει, καθώς και η αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης. Η κατανάλωση της εργατικής τάξης καθορίζεται, όπως ξέρουμε, από τις ανάγκες της συσσώρευσης του κεφαλαίου: όταν οι καπιταλιστές, για να επεκτείνουν την παραγωγή, παίρνουν νέους εργάτες και αναγκάζονται, κάτω από ορισμένους όρους, να αυξήσουν τα μεροκάματα, πλαταίνουν μ’ αυτό και την αγορά για τα είδη μαζικής κατανάλωσης.

Έτσι η ανάθεση μεταξύ της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης μπορεί ν’ αναπτύσσεται ίσαμε ένα ορισμένο όριο χωρίς η ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής να σταματάει στα στενά όρια, που της βάζει η καπιταλιστική ιδιοποίηση, δηλ. χωρίς κρίσεις.

Η αύξηση της κατανάλωσης των μέσων παραγωγής δημιουργεί για ένα χρονικό διάστημα τη δυνατότητα να επεκταθεί η παραγωγή, ανεξάρτητα από την αγοραστική δύναμη των μαζών. Άλλα μόνο για ένα χρονικό διάστημα, γιατί η τάση για απεριόριστη επέκταση της παραγωγής θα σκοντάψει αργά ή γρήγορα στα όρια που καθορίζει η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας.

 

Η ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Πρέπει να σκεφθούμε ότι τελικά τα μέσα παραγωγής χρησιμεύουν για την παραγωγή ειδών κατανάλωσης. Τους καπιταλιστές γενικά δεν τους ενδιαφέρει ποια αξία χρήσης παράγουν. Γι’ αυτούς τα μέσα παραγωγής είναι ένα κεφάλαιο, δηλ. ένα μέσο για ν’ απομυζούν απλήρωτη εργασία από την εργατική τάξη. Για να παράγουν όμως υπεραξία, οι καπιταλιστές δε μπορούν ν’ αποφύγουν την ανάγκη να παράγουν αξίες χρήσης εντελώς συγκεκριμένες και όσα μέσα παραγωγής κι αν παραχθούν, κάθε μέσο παραγωγής τελικά πρέπει, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, να χρησιμεύει για την παραγωγή ειδών κατανάλωσης.

Η πιο γρήγορη αύξηση των μέσων παραγωγής πρέπει τελικά να φέρει μια δυσαναλογία μεταξύ των τομέων Ι και II της κοινωνικής παραγωγής. Είναι αναπόφευκτο να παράγονται πολύ περισσότερα μέσα παραγωγής, σε σύγκριση μ’ εκείνα που χρειάζονται για τον τομέα II. Στον τομέα Ι παρουσιάζεται υπερπαραγωγή. Αυτή όμως η υπερπαραγωγή ξεσπάει γιατί ο τομέας II, που παράγει είδη κατανάλωσης, δε μπορεί να επεκτείνει την παραγωγή του αρκετά γρήγορα για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα παραγωγής, που του προσφέρει ο τομέας Ι. Και δεν το μπορεί γιατί παρεμποδίζεται άμεσα από την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των μαζών.

Η δυσαναλογία αυτή της παραγωγής απορρέει από την αντίθεση μεταξύ της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Η αντίθεση μεταξύ της τάσης για απεριόριστη επέκταση της παραγωγής και της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των μαζών είναι επίσης άμεση συνέπειά της. Δεν είναι παρά δυο μορφές, πού μ’ αυτές εκδηλώνεται η βασική αντίθεση του καπιταλισμού.

Γι’ αυτό η δυσαναλογία μεταξύ των κλάδων της παραγωγής και η αντίθεση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης δεν πρέπει να θεωρούνται σαν αιτίες των κρίσεων. Η αιτία των κρίσεων είναι η αντίθεση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και καπιταλιστικής ιδιοποίησης.

«Η βαθιά αιτία των οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής, βρίσκεται στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα» (Στάλιν, Δύο απολογισμοί. Ζητήματα λενινισμού).

 

2. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η πολυπλοκότητα των μορφών, που παίρνει στο ξετύλιγμά της η κρίση, έχει για αποτέλεσμα ότι οι πραγματικές της αιτίες συσκοτίζονται. Ιδού μερικά παραδείγματα.

Η κρίση εκδηλώνεται στην αρχή όχι στον τομέα της παραγωγής, αλλά στον τομέα της πίστης και του εμπορίου. Γι’ αυτό δημιουργείται η εντύπωση, ότι η διαταραχή της πίστης και του εμπορίου είναι η αιτία της κρίσης.

Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού καταλήγει στο γεγονός ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει στο εμπόδιο, που της βάνει η καπιταλιστική ιδιοποίηση με τη μορφή της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών. Συνήθως η κρίση αρχίζει όχι από τους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης, αλλά από κείνους που παράγουν μέσα παραγωγής. Γι’ αυτό σχηματίζεται η εντύπωση πως η υπερπαραγωγή δεν έχει καμία σχέση με την κατάσταση των προλεταριακών μαζών, δηλ. με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Όλα αυτά τα φαινόμενα, που παραμορφώνουν τους πραγματικούς δεσμούς αιτιών και αποτελεσμάτων, τα χρησιμοποιούν οι αστοί και σοσιαλδημοκράτες «θεωρητικοί» για ν’ αποδείξουν, πως η κατάργηση των κρίσεων είναι δυνατή και σ’ αυτό το καπιταλιστικό σύστημα.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να περιοριστούμε μόνο στην εξήγηση των αιτίων της χρίσης, είναι επίσης αναγκαίο να εξηγήσουμε την πορεία της κρίσης.

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η κρίση ξεσπάει ακριβώς τη στιγμή που οι δουλειές πηγαίνουν θαυμάσια για τους καπιταλιστές. Η υπερπαραγωγή αποκαλύπτεται με μιας και η κρίση ξεσπάει επίσης ξαφνικά. Στην πραγματικότητα όμως η υπερπαραγωγή υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση πριν από την κρίση. Η πίστη και το εμπόριο συντελούν σ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων.

Οι τράπεζες συγκεντρώνουν το κολοσσιαίο κεφάλαιο-χρήμα, που το βάζουν στη διάθεση των βιομηχάνων με τη μορφή δανείων. Η πίστη επιτρέπει στους καπιταλιστές να παράγουν, αν και τα εμπορεύματα που έχουν παραχτεί προηγούμενα δεν έχουν ακόμα πουληθεί. Λόγω της ύψωσης των τιμών, που παρατηρείται στις παραμονές της κρίσης, η πίστη επιτρέπει στους καπιταλιστές να δημιουργούν στοκ, περιμένοντας μια κατοπινή ύψωση των τιμών. Όσο οι δουλειές πάνε καλά, όσο η ζήτηση των εμπορευμάτων αυξάνει, όσο οι τιμές ανεβαίνουν κλπ., οι καπιταλιστές μπορούν να πωλούν ο ένας στον άλλον εμπορεύματα με πίστωση. Έτσι, η πίστωση επιτρέπει στην παραγωγή να ξεπερνάει το πλαίσιο της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

«Η τράπεζα και η πίστη γίνονται το ισχυρότερο μέσο για την επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής πέραν από τα ίδια της τα όρια και ένας από τους ενεργότερους φορείς των κρίσεων και της κερδοσκοπίας» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Η ζήτηση εμπορευμάτων στην περίοδο της ανόδου, που προηγείται από την κρίση, δεν είναι μόνο ζήτηση από τους άμεσους καταναλωτές, αλλά και κερδοσκοπική ζήτηση από τους εμπόρους καπιταλιστές: με την ελπίδα μεγάλων κερδών οι έμποροι αγοράζουν από τους βιομηχάνους ποσότητες εμπορευμάτων ανώτερες από τη ζήτηση των άμεσων καταναλωτών. Ο χωρισμός του κεφαλαίου-εμπόρευμα στη μορφή του ανεξάρτητου εμπορικού κεφαλαίου οδηγεί στο σχηματισμό μιας ανεξάρτητης εμπορικής ζήτησης. Κι αυτό έχει για αποτέλεσμα να σπρώχνει την παραγωγή πέραν από τα καθορισμένα από την πραγματική αγοραστική δύναμη της κοινωνίας όρια.

Έτσι δημιουργείται μια λανθάνουσα υπερπαραγωγή: η παραγωγή συνεχίζεται στα γιομάτα, οι τιμές ανεβαίνουν, μ’ όλο που η αγορά είναι κιόλας υπερφορτωμένη. Μόλις όμως συμβεί, σε κάποιο σημείο, ένα. σταμάτημα στις πωλήσεις, η υπερπαραγωγή, που ως τη στιγμή αυτή ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση, εκδηλώνεται αμέσως με τη μορφή τεράστιου όγκου εμπορευμάτων που δε βρίσκουν αγοραστές.

Μ’ όλο που οι ρίζες της κρίσης βρίσκονται στην ίδια την παραγωγή, η κρίση ξεσπάει στην αρχή στον τομέα της πίστης και του εμπορίου.

Επειδή οι καπιταλιστές είναι συνδεμένοι ο ένας με τον άλλον μ’ ένα διακλαδωμένο δίκτυο πίστης, η επιβράδυνση στη ρευστοποίηση ενός εμπορεύματος, που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα στην αγορά, προκαλεί στους αντίστοιχους καπιταλιστές ανικανότητα για πληρωμή, που έχει άμεσο αντίκτυπο σ’ όλη την αλυσίδα της πίστης: όταν ο καπιταλιστής Α δε μπορεί ν’ ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τον καπιταλιστή Β, τότε κι αυτός δε μπορεί να πληρώσει τα δικά του χρέη στο Γ κλπ. Αφού η πίστη είναι συγκεντρωμένη στις τράπεζες, η αδυναμία πληρωμής των οφειλετών της τράπεζας απολήγει στην αδυναμία πληρωμής της ίδιας της τράπεζας. Οι πτωχεύσεις επακολουθούν. Οι καταθέτες, για να εξασφαλίσουν τις καταθέσεις τους, σπεύδουν να τις αποσύρουν από τις τράπεζες. Η ζήτηση πιστωτικού κεφαλαίου αυξάνει, ενώ η προσφορά του ελαττώνεται, γι’ αυτό υψώνεται πολύ το επιτόκιο.

Από τον τομέα της πίστης, η κρίση περνάει γρήγορα στο εμπόριο. Επειδή οι καπιταλιστές (βιομήχανοι και έμποροι) έχουν ανάγκη από κεφάλαια, κατεβάζουν τις τιμές των εμπορευμάτων τους με το σκοπό να τα πουλήσουν αυτό όμως οξύνει το συναγωνισμό και φέρνει μεγαλύτερη πτώση των τιμών. Αν και η πτώση των τιμών γίνεται άνισα στους διάφορους κλάδους, παίρνει όμως γενικό χαρακτήρα και γίνεται αιφνιδιαστικά.

Τέλος η κρίση ξεσπάει στον τομέα της παραγωγής. Έπειτα από τις πτωχεύσεις, την πτώση των τιμών, τα συσσωρευμένα στοκ και την ελάττωση των παραγγελιών, η παραγωγή αρχίζει να συστέλλεται. Τα εργοστάσια κλείνουν και εκείνα που εξακολουθούν να εργάζονται περιορίζουν την παραγωγή τους. Οι εργάτες διώχνονται κατά μάζες. Οι καπιταλιστές κάνουν επίθεση κατά των ημερομισθίων.

 

ΤΟ ΞΕΤΥΛΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Στην ίδια την παραγωγή η κρίση δεν αρχίζει αναγκαστικά από τους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης.

Δεν είναι καθόλου αναγκαίο για να αρχίσει η γενική κρίση υπερπαραγωγής να συσσωρευτούν πλεονάσματα εμπορευμάτων σ’ όλους ταυτόχρονα τους κλάδους. Φτάνει η υπερπαραγωγή ν’ αρχίσει στους κλάδους εκείνους της βιομηχανίας, που έχουν ουσιώδη σημασία για όλη την κοινωνική παραγωγή.

«Για να είναι μια κρίση και συνεπώς η υπερπαραγωγή γενικά, φτάνει να ενδιαφέρει τα κύρια είδη» (Μαρξ, Η θεωρία της υπεραξίας).

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η υφαντουργία ήταν ο αποφασιστικός κλάδος της βιομηχανίας και η Αγγλία κατείχε αποφασιστική θέση στην παγκόσμια υφαντουργική βιομηχανία. Γι’ αυτό η υπερπαραγωγή στην αγγλική υφαντουργία μετατρεπότανε σε γενική κρίση υπερπαραγωγής όχι μόνο στην Αγγλία, αλλά και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Από τον καιρό όμως που αναπτύχθηκαν οι μηχανολογικές βιομηχανίες, η μεταλλουργία και η εξορυκτική βιομηχανία, δηλ. η βαριά βιομηχανία, από τον καιρό που οι βιομηχανίες αυτές έγιναν οι αποφασιστικοί κλάδοι της παραγωγής, οι κρίσεις γενικής υπερπαραγωγής αρχίζουν συνήθως με την υπερπαραγωγή σ’ αυτούς τους κλάδους. Έτσι, π.χ. η τωρινή οικονομική κρίση, που άρχισε, το φθινόπωρο του 1929, χτύπησε πρώτα απ’ όλα τη μεταλλουργία και τη γαιανθρακοβιομηχανία και μονάχα πολύ αργότερα πέρασε στην ελαφριά βιομηχανία.

Στους κλάδους που παράγουν μέσα παραγωγής, η κρίση ενεργεί με πολύ μεγαλύτερη δύναμη παρά στους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στην τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση, που αγκάλιασε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Έτσι, π.χ. στη Γερμανία, η παραγωγή μέσων παραγωγής στα 1932 ελαττώθηκε κατά 53,4% σε σύγκριση με τη μέση μηνιαία παραγωγή του 1928, ενώ η παραγωγή ειδών κατανάλωσης ελαττώθηκε μόνο κατά 26,4%. Η παραγωγή της γερμανικής υφαντουργίας στα 1932 περιορίστηκε κατά 16% σε σύγκριση με το 1929, η παραγωγή παπουτσιών κατά 24%, η μηχανουργία κατά 60%, η παραγωγή ατσαλιού κατά 60%.

Σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες η παραγωγή μέσων παραγωγής στα 1932 περιορίστηκε κατά 50% σε σύγκριση με το 1928, οι ναυπηγήσεις κατά 90%, η υφαντουργική παραγωγή μόνο κατά 15%.

Η υπερπαραγωγή σ’ έναν κλάδο παραγωγής που δεν παίζει σημαντικό ρόλο δε μπορεί να μετατραπεί σε κρίση γενικής υπερπαραγωγής. Έτσι, π.χ. η βιομηχανία γραβατών ή άλλων εμπορευμάτων καλλωπισμού, με την παραγωγή της, τον αριθμό των εργατών που απασχολεί, τους δεσμούς της με τους άλλους κλάδους, δεν είναι ένας κλάδος που η υπερπαραγωγή του να μπορεί να προκαλέσει υπερπαραγωγή σ’ όλους τους άλλους κλάδους.

Διαφορετική είναι η κατάσταση στους κλάδους που παράγουν μέσα παραγωγής. Η μεταλλουργία, οι μηχανολογικές βιομηχανίες, η γαιανθρακοβιομηχανία εφοδιάζουν με μέσα παραγωγής όλους τους κλάδους της εθνικής οικονομίας, η παραγωγή τους αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος όλης της κοινωνικής παραγωγής, απασχολούν μεγάλες μάζες εργατών. Επειδή η παραγωγή αυξάνει πολύ γρηγορότερα στους κλάδους αυτούς παρά στων τομέα II, που παράγει είδη κατανάλωσης, η υπερπαραγωγή σ’ αυτούς θα αρχίσει ακόμα και όταν δεν υπάρχει έκδηλη υπερπαραγωγή στα είδη κατανάλωσης. Τα παραγμένα είδη κατανάλωσης μπορούν ακόμα να ρευστοποιηθούν, αλλ’ από τη στιγμή που ο τομέας ΙΙ δε μπορεί πια να επεκτείνει την παραγωγή του, τα μέσα παραγωγής που προσφέρονται σε αυξανόμενες ποσότητες από τον τομέα Ι βρίσκονται σε υπερπαραγωγή.

Επειδή οι κλάδοι που παράγουν μέσα παραγωγής απασχολούν πολλούς εργάτες, ο περιορισμός του αριθμού τους και το κατέβασμα του μεροκάματου εκείνων που εξακολουθούν να εργάζονται, περιορίζουν άμεσα και σημαντικά τη ζήτηση ειδών κατανάλωσης και τα είδη κατανάλωσης πού πριν δεν πλεόναζαν, βρίσκονται τώρα σε υπερπαραγωγή. Έτσι, η υπερπαραγωγή περνάει και στους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης. Επειδή και σ’ αυτούς τους κλάδους ο αριθμός των εργατών περιορίζεται και κατεβαίνει το μεροκάματο, η ζήτηση για είδη κατανάλωσης λιγοστεύει ακόμα περισσότερο. Αν πριν από την κρίση ο τομέας II δεν είχε αυξήσει τις παραγγελίες του στον τομέα Ι, τώρα τις περιορίζει και για τούτα η υπερπαραγωγή στον τομέα Ι εντείνεται περισσότερα κλπ.

Έτσι, βλέπουμε πώς η κρίση, στις εξωτερικές της μορφές, ξετυλίγεται με κατεύθυνση αντίθετη από την πραγματική σειρά των αιτιών και των αποτελεσμάτων της. Οι πτωχεύσεις και οι διαταραχές της πίστης, η πτώση των τιμών και τα στοκ έχουν για αιτία την υπερπαραγωγή, δηλ. το γεγονός ότι η καπιταλιστική παραγωγή βγήκε έξω από τα όρια, που της βάζουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Στην αρχή όμως η κρίση ξεσπάει στον τομέα της πίστης και του εμπορίου και μονάχα ύστερα αγκαλιάζει την παραγωγή. Αυτό γίνεται γιατί το προτσές της καπιταλιστικής αναπαραγωγής περιλαβαίνει την παραγωγή και την κυκλοφορία. Η παραγωγική σύνδεση ανάμεσα στις επιχειρήσεις και η σύνδεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση πραγματοποιούνται με την κυκλοφορία. Για τούτο η κρίση εκδηλώνεται πρώτα-πρώτα στον τομέα της πίστης και του εμπορίου. Απ’ αυτό γεννιέται η εσφαλμένη εντύπωση πως η αιτία των κρίσεων υπερπαραγωγής είναι τάχα η έλλειψη πίστης και η πτώση των τιμών.

 

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων απολήγει στην υποτίμηση του κεφαλαίου. Τα εμπορεύματα αποτελούν μια από τις μορφές του κεφαλαίου και συγκεκριμένα τη μορφή του εμπορευματικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό η πτώση των τιμών αποτελεί υποτίμηση του εμπορευματικού κεφαλαίου. Η υποτίμηση όμως θίγει και το κεφάλαιο που είναι τοποθετημένο στην παραγωγή. Αυτό συμβαίνει γιατί τα μέσα παραγωγής (μηχανές και πρώτες ύλες) αντιπροσωπεύουν σημαντικόν όγκο από τα υπερπαραγμένα εμπορεύματα. Όταν η τιμή των υπερπαραγμένων εμπορευμάτων πέφτει στην αγορά, υποτιμούνται επίσης τα στοκ πρώτων υλών, μ’ όλο που οι βιομήχανοι τα είχαν αγοράσει προηγούμενα, όχι για κερδοσκοπία άλλα για την παραγωγή, σε μεγαλύτερες τιμές. Το ίδιο ισχύει και για τα μηχανήματα.

Όταν ένας καπιταλιστής κάνει πτώχευση, η επιχείρησή του πουλιέται για να πληρωθούν τα χρέη του σε χαμηλότερη τιμή από το κόστος της. Αν η επιχείρηση κόστισε ένα εκατομμύριο δραχμές και πουληθεί μόνο 800.000 δρχ., για τον καινούριο ιδιοκτήτη αυτό σημαίνει ελάττωση των παραγωγικών δαπανών, αν και δεν έγινε καμιά αλλαγή στην τεχνική της επιχείρησης. Ο καινούριος ιδιοκτήτης θα μπορέσει να πραγματοποιήσει και ν’ αποκτήσει κέρδος πουλώντας τα εμπορεύματα σε χαμηλότερες τιμές. Στις κρίσεις, οι επιχειρήσεις των καπιταλιστών που πτωχεύουν περνούν στα χέρια πιο ισχυρών και πιο σταθερών καπιταλιστών. Το προτσές της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου επιταχύνεται.

Η υποτίμηση του κεφαλαίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ελάττωση της αξίας του κεφαλαίου, που τα υλικά του στοιχεία (μηχανές, πρώτες ύλες κτλ.) δεν παθαίνουν καμιά αλλαγή ως προς το μέγεθός τους. Έχουμε επίσης μιαν άμεση καταστροφή εμπορευμάτων και μέσων παραγωγής. Η αδράνεια των εργοστασίων προκαλεί μη παραγωγική φθορά των μηχανών, των κτιρίων κτλ. Οι καπιταλιστές όμως καταφεύγουν επίσης στη συνειδητή καταστροφή των αξιών χρήσης. Όλος ο κόσμος ξέρει πως σε μερικές χώρες στις ατμομηχανές καίνε στάρι και καφέ, πως το γάλα χύνεται στη θάλασσα, πως τεράστιες ποιότητες βαμβάκι καταστρέφονται κτλ. Επιχειρήσεις γκρεμίζονται, ορυχεία πλημμυρίζουν. Έτσι, στα 1932 στο Χέμνιτς της Γερμανίας γκρέμισαν ολοκληρωτικά ένα μεγάλο μηχανουργικό εργοστάσιο, οργανωμένο σύμφωνα με την τελευταία λέξη της τεχνικής και που απασχολούσε πάνω από 20.000 εργάτες. Η υποχρέωση πληρωμής της γαιοπροσόδου στον ιδιοκτήτη της γης, όπου ήταν κτισμένο το εργοστάσιο που έμενε αργό, έκανε πιο συμφέρουσα την καταστροφή του εργοστασίου και την πώληση των υλικών του. Κι αυτό δεν είναι ένα μοναδικό γεγονός.

Στην περίοδο της κρίσης γίνεται μαζική καταστροφή εργατικής δύναμης, αυτής της βασικής παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας. Η ανεργία, η πείνα, το κρύο, οι αρρώστιες, όλ’ αυτά καταστρέφουν την εργατική δύναμη, οι καπιταλιστές όμως έχουν άμεσο συμφέρον απ’ αυτή την καταστροφή γιατί η αυξανόμενη αθλιότητα διευκολύνει την πτώση των ημερομισθίων.

 

ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΒΙΑΙΗ ΕΞΟΜΑΛΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Ποια είναι η σημασία φαινομένων, όπως η πτώση των τιμών, η υποτίμηση του κεφαλαίου, η πτώση των ημερομισθίων, η συστολή της παραγωγής, η άμεση καταστροφή αξιών χρήσης, οι πτωχεύσεις των πιο αδύνατων καπιταλιστών και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στα χέρια των πιο δυνατών: Όλα αυτά τα προτσές εξομαλύνουν βίαια την αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση, που έχει σαν αποτέλεσμα να σπρώχνει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας πέραν από τα όρια που επιβάλλουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και, συνεπώς, να φέρνει την κρίση. Με την υποτίμηση του κεφαλαίου, την καταστροφή των εμπορευμάτων, τη συστολή της παραγωγής κτλ., η κρίση εκμηδενίζει το «πλεόνασμα» των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας· απωθεί τις παραγωγικές δυνάμεις που πήραν πολύ σημαντικές διαστάσεις στα πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Όντας η ίδια η συνέπεια και η πιο χτυπητή έκφραση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, η σύγκρουση δύο εχθρικών δυνάμεων της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης, η κρίση εξομαλύνει στιγμιαία αυτή την αντίθεση.

«Πρέπει να βλέπουμε στις κρίσεις την πραγματική συγκέντρωση και το βίαιο συμψηφισμό όλων των αντιθέσεων της αστικής οικονομίας» (Μαρξ, Η θεωρία της υπεραξίας, II).

Με την καταστροφή μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, την πτώση των ημερομισθίων, την υποτίμηση του κεφαλαίου και τη συγκεντροποίηση του, τα έξοδα παραγωγής ελαττώνονται, δηλ. δημιουργείται για τους καπιταλιστές η δυνατότητα να βγάνουν κέρδος ακόμα και πουλώντας τα εμπορεύματα σε χαμηλές τιμές. Κι επειδή το κέρδος είναι το μοναδικό ελατήριο της παραγωγής για τους καπιταλιστές, η ελάττωση των εξόδων παραγωγής δίνει μια νέα ώθηση για την επέκταση της παραγωγής.

Έτσι η κρίση λύνει στιγμιαία τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, δημιουργώντας τους όρους για μια κατοπινή κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής ταυτόχρονα, η κρίση δημιουργεί τη δυνατότητα για μια κατοπινή κίνηση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.

«Οι κρίσεις δεν είναι ποτέ παρά στιγμιαίες και βίαιες λύσεις των αντιθέσεων που υπάρχουν, βίαιες εκρήξεις που αποκαθιστούν για μια στιγμή τη διαταραγμένη ισορροπία» (Μαρξ, Κεφάλαιο, III).

Ύστερα από μια μεγάλη πτώση των τιμών και τη συστολή της παραγωγής, αρχίζει η ύφεση, που όσο διαρκεί τα στοκ των εμπορευμάτων κατά ένα μέρος καταστρέφονται, κατά άλλο πωλούνται, σιγά-σιγά «απορροφούνται». Ύστερα από μια, λίγο-πολύ, μακρόχρονη ύφεση, αρχίζει σιγά-σιγά μια άνοδος, πού έχει για βάση της την ανανέωση του πάγιου κεφαλαίου της βιομηχανίας2.

Οι καπιταλιστές, που βγήκαν άθικτοι από την κρίση, προσπαθούν να λιγοστέψουν τα έξοδα παραγωγής για να πετύχουν μεγαλύτερα κέρδη όσο κι αν πουλούν σε χαμηλές τιμές. Γι’ αυτό, έκτος από το κατέβασμα του μεροκάματου, εισάγουν μια σειρά τελειοποιήσεις, νέες μηχανές, εφαρμόζουν νέες μέθοδες εργασίας κτλ. Οι παλιές, λιγότερο τελειοποιημένες μηχανές, αντικατασταίνονται με νέες πολύ πριν φθαρούν (και πάλι καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων). Το πάγιο κεφάλαιο αντικαθίσταται.

«Ο συναγωνισμός, ιδίως όταν πρόκειται για σημαντικές αποφασιστικές ανατροπές, αναγκάζει τους καπιταλιστές ν’ αντικαθιστούν πριν από την προθεσμία τα παλιά μέσα εργασίας με νέα. Κυρίως οι καταστροφές, οι κρίσεις κλπ. επιβάλλουν στις παραγωγικές εγκαταστάσεις μια τέτοια πρόωρη ανανέωση σε πλατειά κοινωνική κλίμακα» (Μαρξ, Κε­φάλαιο, II).

Η αντικατάσταση όμως του πάγιου κεφαλαίου πριν από το «φυσικό του θάνατο», δημιουργεί την ανάγκη τοποθέτησης νέου κεφαλαίου. Αυτό προκαλεί αυξανόμενη ζήτηση μέσων παραγωγής και επέκταση της παραγωγής στους κλάδους που παράγουν τα μέσα παραγωγής, άρα τη νέα πρόσληψη των εργατών στη βιομηχανία και την αύξηση της ζήτησης ειδών κατανάλωσης, άρα την επέκταση της παραγωγής στους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης κλπ. Έτσι αρχίζει μια νέα αναζωογόνηση, έπειτα μια νέα άνοδος. Η αντικατάσταση λοιπόν του πάγιου κεφαλαίου που προκαλεί η κρίση είναι η βάση μιας νέας ανόδου.

 

Η ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

«Η κρίση αποτελεί πάντοτε την αφετηρία μεγάλων επιχειρήσεων και, σε συνέχεια, αν θεωρήσουμε ολόκληρη την κοινωνία, περισσότερο ή λιγότερο μια νέα ολική βάση για τον προσεχή κύκλο περιστροφών» (Μαρξ, Κεφάλαιο, II).

Η νέα άνοδος που ακολουθεί την κρίση, γίνεται τώρα στη βάση ενός πιο συγκεντροποιημένου κεφαλαίου, που έχει πιο υψηλή οργανική σύνθεση από πριν. Συνεπώς, μετά την κρίση οι παραγωγικές δυνάμεις είναι ισχυρότερες από πριν. Έτσι η κρίση συντελεί στην ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, αλλά με μέσο την καταστροφή τους.

Αφού μετά την κρίση το κεφάλαιο είναι πιο συγκεντροποιημένο και έχει πιο υψηλή οργανική σύνθεση, η κοινωνική παραγωγή μπορεί να αναπτυχθεί πολύ πιο γρήγορα παρά πριν από την κρίση. Αυτό όμως σημαίνει πως η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση γίνεται, έπειτα από κάθε κρίση, οξύτερη από πριν, πως η τάση για απεριόριστη επέκταση της παραγωγής θα βρει πάλι εμπόδια και μάλιστα πολύ πιο δυνατά στην περιορισμένη από το κεφάλαιο καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας. Μια πιο δυνατή και πιο καταστρεπτική κρίση θα επακολουθήσει.

Η αναζωογόνηση αρχίζει σε σύνδεση με την ανανέωση του πάγιου κεφαλαίου, δηλ. από τον τομέα Ι της κοινωνικής παραγωγής (παραγωγή μέσων παραγωγής) στον τομέα II η άνοδος ακολουθεί την άνοδο στον τομέα Ι. Η αύξηση της κατανάλωσης της εργατικής τάξης, σε σύνδεση με τη νέα χρησιμοποίησή της στην παραγωγή, δεν είναι πάλι ο σκοπός αλλά η συνέπεια της επέκτασης της παραγωγές. Και πάλι, λόγω της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, θα βρίσκεται σε καθυστέρηση έναντι της επέκτασης της παραγωγής. Μόλις αρχίσει η άνοδος, μεγαλώνει η ζήτηση εμπορευμάτων και οι τιμές ανεβαίνουν. Στο προτσές αυτό, η ζήτηση εμπορευμάτων αυξάνει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις ίδιες τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής η ζήτηση διογκώνεται τεχνητά από το εμπόριο, την πίστη, και την κερδοσκοπία. Έτσι, η αντίθετη δεν αίρεται από την κρίση, μόνο εξομαλύνεται προσωρινά, μα η κρίση μονάχα «για μια στιγμή αποκατασταίνει τη διαταραγμένη ισορροπία» για να την παραβιάσει πάλι ευθύς αμέσως.

«Πώς η αστική τάξη ξεπερνάει αυτές τις κρίσεις; Από τη μια μεριά με τη βίαιη καταστροφή ενός όγκου παραγωγικών δυνάμεων από την άλλη μεριά, με την κατάκτηση νέων αγορών και την πιο εντατική εκμετάλλευση των παλιών. Που καταλήγει αυτό; Στο να προετοιμάζει κρίσεις πιο γενικές και πιο τρομερές και στο να λιγοστεύει τα μέσα που θα μπορούσανε να τις προλάβουνε» (Μαρξ - Ένγκελς, Το κομμουνιστικό μανιφέστο).

Πραγματικά, από τα 1825 ο καπιταλιστικός κόσμος πέρασε μια σειρά κρίσεις, που επαναλαμβάνονταν κατά μέσο όρο κάθε δέκα χρόνια και ύστερα κάθε έξι-εφτά χρόνια. Κρίσεις ξέσπασαν στα 1825, στα 1836, στα 1847, στα 1857, στα 1866 και στα 1877. Στα 1880 και στις αρχές του 1890 υπήρχε ένας μαρασμός στην παραγωγή των κυριότερων καπιταλιστικών χωρών. Έπειτα αρχίζει μια άνοδος, που καταλήγει στην κρίση του 1900-1901. Ύστερα ακολουθούν οι κρίσεις 1907, 1913, 1921 και 1929-1935. Αυτή η τελευταία κρίση είναι η τρομερότερη απ’ όλες τις κρίσεις που πέρασε ο καπιταλισμός (θα μιλήσουμε γι’ αυτή ειδικά στο τελευταίο κεφάλαιο).

Κάθε νέα κρίση ξεσπάει στη βάση ενός ανώτερου επίπεδου των παραγωγικών δυνάμεων από την προηγούμενη για τούτο οι κρίσεις έχουν κάθε φορά βαθύτερο χαρακτήρα.

Οι κρίσεις υπερπαραγωγής είναι λοιπόν κρίσεις περιοδικές, επαναλαμβάνονται αναπόφευκτα σε ορισμένα χρονικά διαστήματα. Η ίδια η αιτία που προκαλεί γενικά την κρίση είναι επίσης η αιτία της περιοδικότητας των κρίσεων. Η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση, που είναι αιτία των κρίσεων, βρίσκει στην κρίση μια προσωρινή λύση, μια τέτοια όμως λύση που κάνει αναπόφευκτη μια νέα κρίση. Οι κρίσεις απορρέουν από την ίδια τη φύση του καπιταλισμού, γι’ αυτό και δε μπορούν να εξαφανιστούν παρά μόνο με την κατάργηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις ή με την κατάργηση του καπιταλισμού.

 

3. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Οι κρίσεις αποτελούν την πιο χτυπητή εκδήλωση των αντιθέσεων του καπιταλισμού. Στην περίοδο της κρίσης γίνεται ολοφάνερη η ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης.

Ο καπιταλισμός μετατρέπει την κοινωνική παραγωγή, που είναι προορισμένη να ικανοποιεί τις ανάγκες των παραγωγών, σε εμπόδιο για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών. Η εργατική τάξη ζει στην αθλιότητα όχι γιατί, δεν παρήγαγε αρκετά είδη κατανάλωσης, αλλά γιατί παρήγαγε πάρα πολλά.

«Οι εργάτες στερούνται κάθε μέσο ύπαρξης επειδή ακριβώς έχουν παράγει τα μέσα αυτά σε πάρα πολύ μεγάλη ποσότητα» (Ένγκελς, Άντι-Ντύρινγκ, III).

Αν οι εργάτες δεν έχουν δουλειά αυτό συμβαίνει όχι γιατί δεν υπάρχουν μέσα παραγωγής, αλλά γιατί υπάρχουν πάρα πολλά. Ανάμεσα στους εργάτες και στα μέσα παραγωγής υψώνεται το κεφάλαιο, που εμποδίζει τη συνένωσή τους.

Τη στιγμή ακριβώς που η ανεργία, η αθλιότητα και η πείνα φτάνουν στο ανώτατο σημείο τους, τα μέσα παραγωγής και τα είδη κατανάλωσης που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ωφέλιμα για να καταπολεμηθεί η ανεργία, η αθλιότητα και η πείνα, καταστρέφονται από τους καπιταλιστές.

 

ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ο χαρακτήρας των κρίσεων, κρίσεων αφθονίας, αθλιότητας ένεκα του πλούτου, δείχνει ξεκάθαρα πως οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις είναι ασυμβίβαστες, ασυμφιλίωτες με την ύπαρξη της κοινωνίας. Οι κρίσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ύπαρξη της κοινωνίας απαιτεί την κατάργηση του καπιταλισμού, την απελευθέρωση της κοινωνικής παραγωγής από την κυριαρχία του κεφαλαίου.

Σε σύγκριση με τους παλιούς τρόπους παραγωγής, ο καπιταλισμός ήταν μια κοινωνική μορφή, που ανάπτυξε γρήγορα τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις. Οι κρίσεις δείχνουν, πως ο καπιταλισμός ανάπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις σε τέτοιο σημείο, που γίνεται πια εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξή τους και όταν τις αναπτύσσει αυτό γίνεται μόνο με τεράστιες καταστροφές των παραγωγικών δυνάμεων.

«Στις κρίσεις βλέπουμε την αντίθεση μεταξύ της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης να φτάνει σε μια βίαιη έκρηξη» (Ένγκελς, Αντί - Ντύρινγκ, III).

Η κοινωνική παραγωγή βγαίνει έξω από το πλαίσιο των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και παραλύει όλος ο μηχανισμός της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η κρίση είναι η σύγκρουση δυο εχθρικών δυνάμεων, στην πλήρη σημασία της λέξης.

Η κοινωνική παραγωγή, όπως λέει ο Ένγκελς, εξεγείρεται ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοποίηση.

Η εξέγερση αυτή εκφράζεται στο γεγονός ότι ολόκληρος ο μηχανισμός της καπιταλιστικής παραγωγής λυγίζει κάτω από το βάρος των παραγωγικών δυνάμεων, που ο ίδιος δημιούργησε.

Οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας σκοντάφτουν στο εμπόδιο που αποτελούν οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις και σε περίοδο κρίσης

«…παρασύρουν στην ανωμαλία ολόκληρη την κοινωνία και απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Το αστικό σύστημα έχει γίνει πολύ στενό για να χωρέσει τα πλούτη που δημιουργήθηκαν μέσα σ’ αυτό» (Μαρξ-Ένγκελς, Το κομμουνιστικό μανιφέστο).

 

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην περίοδο της κρίσης οι ταξικές αντιθέσεις οξύνονται στο έπακρο. Κάνε κρίση περικλείει μια απειλή επανάστασης.

«Μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα ελάττωνε τον απόλυτο αριθμό των εργατών, δηλ. θα έδινε πραγματικά σ’ όλο το έθνος τη δυνατότητα να πραγματοποιεί την ολική παραγωγή του σε μικρότερο χρονικό διάστημα, θα προκαλούσε μιαν επανάσταση, γιατί θα καταδίκαζε την πλειοψηφία του πληθυσμού σε ανεργία. Αυτή η σύγκρουση εκδηλώνεται μερικά στις περιοδικές κρίσεις» (Μαρξ, Κεφάλαιο III).

Γι’ αυτό ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν, πριν από την προσέγγιση κάθε κρίσης, μελετούσαν προσεκτικά τις προοπτικές της επανάστασης.

Μια από τις κύριες αίτιες, που η αστική τάξη βρήκε ίσαμε τώρα διέξοδο από τις κρίσεις και που η δυνατότητα της επανάστασης που δημιουργούσε κάθε κρίση δε μετατράπηκε σε πραγματική επανάσταση, βρίσκεται στο γεγονός ότι το προλεταριάτο δε γίνεται αμέσως μια συνειδητή και οργανωμένη τάξη, ικανή να απελευθερωθεί από την κυριαρχία του κεφαλαίου: μόνο το μακρόχρονο σχολειό της ταξικής πάλης του δίνει αυτή τη συνείδηση και οργάνωση.

Αν κάθε περιοδική κρίση κλείνει μέσα της μια δυνατότητα επανάστασης, αυτό δε θα πει πως η επανάσταση μπορεί να ξεσπάσει μόνο στην περίοδο μιας κρίσης υπερπαραγωγής. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί σε τέτοια όξυνση των αντιθέσεων, που κάνει την επανάσταση δυνατή και αναπόφευκτη ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι κρίση υπερπαραγωγής.

 

4. ΟΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

Οι κρίσεις δείχνουν με μεγαλύτερη κάθε φορά δύναμη, πως το καπιταλιστικό σύστημα έπαψε ν' ανταποκρίνεται στον ιστορικό του ρόλο, πως από μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έγινε φραγμός τους. Οι κρίσεις, κάθε φορά και με περισσότερη δύναμη, απειλούν την ύπαρξη του καπιταλισμού.

Γι’ αυτό ακριβώς η αστική πολιτική οικονομία προσπαθεί, με όλες τις δυνάμεις της, ν' αποδείξει ότι οι κρίσεις είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, ότι δεν πηγάζουν από την ίδια τη φύση του καπιταλισμού, ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εξαφανίσει τις κρίσεις. Η πιο διαδομένη στην αστική πολιτική οικονομία θεωρία για τις κρίσεις επιχειρεί να αποδείξει ότι οι κρίσεις απορρέουν από την έλλειψη πιστωτικού κεφαλαίου. Αν κατορθωνότανε να ρυθμιστεί η πίστη, τότε θα εξαφανίζονταν τάχα για πάντα οι κρίσεις. Είδαμε παραπάνω, ότι οι κρίσεις αρχίζουν στον τομέα της πίστης, αν και οι ρίζες τους βρίσκονται στην παραγωγή. Η πιστωτική κρίση είναι μονάχα μια ένδειξη. Ένα σύμπτωμα της κρίσης που πλησιάζει. Η αστική όμως «επιστήμη» μένει πιστή στη φύση της και γλυστράει στην επιφάνεια των φαινομένων.

«Η [αστική] πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον επιπόλαιο χαρακτήρα της μ' αυτό το απλό γεγονός, ότι θεωρεί σαν καθοριστική αιτία του βιομηχανι­κού κύκλου την επέκταση και τη συστολή της πίστης, δηλ. το απλό σύμπτωμα των εναλλασσομένων περιόδων» (Μαρξ, Κεφάλαιο, Ι).

Η θεωρία που παραδέχεται τις κρίσεις σαν τυχαία και που μπορούν να εξαλειφθούν φαινόμενα έπαθε τέτοια χρεοκοπία, που από κάμποσα χρόνια η αστική πολιτική οικονομία εγκατέλειψε γενικά κάθε απόπειρα να εξηγήσει τις κρίσεις και ασχολείται άπλα με την περιγραφή τους.

Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες και θεωρητικοί δε μπορούν απλά να επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των αστών οικονομολόγων τους σκεπάζουν κάτω από μια μαρξιστική φρασεολογία.

Οι δύο πιο διαδομένες θεωρίες για τις κρίσεις ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες είναι: 1) η θεωρία της δυσαναλογίας και 2) η θεωρία της υποκατανάλωσης.

Έχουμε δείξει παραπάνω ότι η δυσαναλογία στους κλάδους της παραγωγής και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών πηγάζουν από τη βασική αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση και ότι ούτε η δυσαναλογία, ούτε η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών δε μπορεί να θεωρηθούν σαν οι αιτίες των κρίσεων: αιτία των κρίσεων είναι η βασική αντίθεση του καπιταλισμού.

Οι σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί βλέπουν την αιτία των κρίσεων άλλοτε στη δυσαναλογία και άλλοτε στο χαμηλό επίπεδο της κατανάλωσης. Άλλοι βεβαιώνουν, ότι η αιτία των κρίσεων βρίσκεται στη δυσανάλογη ανάπτυξη των κλάδων της παραγωγής και ότι οι κρίσεις δεν έχουν τίποτε το κοινό με την κατάσταση των προλεταριακών μαζών άλλοι ισχυρίζονται, ότι αιτία των κρίσεων είναι η υποκατανάλωση των μαζών. Οι εκπρόσωποι των δυο αυτών αντιλήψεων είναι φαινομενικά πιστοί στη μαρξιστική θεωρία: πράγματι ο Μαρξ μίλησε για τη δυσαναλογία και για την υποκατανάλωση. στην πραγματικότητα όμως και οι δυο αυτές θεωρίες είναι ολότελα αντίθετες με το μαρξισμό.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΙΑΣ

Ο κυριότερος εκπρόσωπος της θεωρίας της δυσαναλογίας είναι ο Χίλφερντιγκ, που δανείστηκε τη θεωρία του από τον Τουγκάν - Μπαρανόφσκι. Ο Τουγκάν - Μπαρανόφσκι ισχυρίζεται, πως διατηρώντας την αναλογία μεταξύ των κλάδων της παραγωγής είναι δυνατή μια ανάπτυξη του καπιταλισμού δίχως κρίσεις, ακόμα και στην περίπτωση που η προσωπική κατανάλωση θα έφτανε στο μηδέν. Γι’ αυτό αιτία της κρίσης είναι μόνο η παραβίαση της αναλογίας, δηλ. η δυσαναλογία.

Έχουμε διαπιστώσει παραπάνω (κεφ. Χ, παρ. 3) όλη την ηλιθιότητα αυτής της κούφιας φράσης, δηλ. πως είναι δυνατή η αναλογία ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή ειδών κατανάλωσης, ανεξάρτητα από την κατάσταση και τις διαστάσεις αυτής της δυσαναλογίας. Γι’ αυτό δεν θα αναλύσουμε περισσότερη τη θεωρία της δυσαναλογίας. Ας θυμηθούμε μόνο, πως η δυσαναλογία της παραγωγής είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.

«Η αναρχία της παραγωγής», «η έλλειψη σχεδίου στην παραγωγή» τι εκφράζουν λοιπόν όλ’ αυτά; Εκφράζουν την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και του ατομικού χαρακτήρα της ιδιοποίησης» (Λένιν, Άπαντα, ΙΙ).

Ο Χίλφερντιγκ με το να αρνείται τη σημασία του χαμηλού καταναλωτικού επιπέδου των μαζών, αρνείται μ’ αυτό και τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού που δημιουργεί ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής με τη μορφή της περιορισμένης καταναλωτικής δύναμης της κοινωνίας. Αυτή όμως η άρνηση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, σαν αιτίας των αναπόφευκτων κρίσεων, χρειάζεται στους σοσιαλδημοκράτες για ν’ αποδείξουν πως οι κρίσεις μπορούν ν’ αποφευχθούν μέσα στον καπιταλισμό, αν μόνο εξαλειφθεί η δυσαναλογία ανάμεσα στους κλάδους της παραγωγής, τους χρειάζεται για να δώσουν μία βάση στη θεωρία του «οργανωμένου καπιταλισμού».

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Ο κυριότερος εκπρόσωπος της δεύτερης σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, της θεωρίας της υποκατανάλωσης, είναι ο Τάρνωφ, που τον αναφέραμε και παραπάνω (κοιτ. Σελ. 127). Και τούτη η θεωρία δεν είναι καινούρια, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου διατυπώθηκε από τον ελβετό μικροαστό οικονομολόγο Σισμόντι. Ο Σισμόντι ισχυριζόταν πως εφόσον οι κρίσεις προέρχονται από την υποκατανάλωση, οι κρίσεις είναι αδύνατο να εξαλειφθούν. Απ’ αυτό ο Σισμόντι έβγαζε το συμπέρασμα πως είναι ανάγκη να ξαναγυρίσουμε πίσω, στη μικρή παραγωγή.

Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, στο πρόσωπο του Τάρνωφ και άλλων, πήρε τη θεωρία αυτή έβγαλε ένα ολότελα αντίθετο συμπέρασμα: μια και η κρίση προέρχεται από την υποκατανάλωση, μια και οι καπιταλιστές υποφέρουν από τις κρίσεις όχι λιγότερο από την εργατική τάξη, οι καπιταλιστές ενδιαφέρονται άμεσα για να καταναλώνουν οι εργάτες περισσότερο. Αρκεί λοιπόν να πληρώνουν οι καπιταλιστές μεγαλύτερα μεροκάματα στους εργάτες και οι κρίσεις θα εξαφανισθούν για πάντα. Και ο Τάρνωφ βαυκαλίζει τους εργάτες με τα παραμύθια για τη δυνατότητα μιας αύξησης των ημερομισθίων από τους ίδιους τους καπιταλιστές. Γι’ αυτό δε χρειάζεται παρά ένα μονάχα: οι εργάτες να εργάζονται περισσότερο!

Αν ο Σισμόντι, διαπιστώνοντας την υποκατανάλωση των μαζών, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός δεν είναι προοδευτικός και κηρύσσει την επιστροφή στη μικρή παραγωγή, ο Τάρνωφ και άλλοι κάνουν αντίθετα την απολογία του καπιταλισμού, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι οι καπιταλιστές ενδιαφέρονται για την αύξηση των ημερομισθίων και ότι η αύξηση αυτή θα βάλει τέλος στις κρίσεις στο καπιταλιστικό καθεστώς.

Οι σοσιαλδημοκρατικές συνταγές για το ξεπέρασμα των κρίσεων μέσα στον καπιταλισμό είναι τόσο λίγο πρωτότυπες όσο και οι εξηγήσεις τους για τις κρίσεις.

Το θαυματουργό μέσο για το ξεπέρασμα των κρίσεων με την αύξηση του μεροκάματου, το είχε ανακαλύψει από το τέλος ακόμα του περασμένου αιώνα, ο γερμανός αστός οικονομολόγος Ζόμπαρτ για να εξαπατήσει τους εργάτες.

Για ν’ αντιληφθούμε ότι η αύξηση των ημερομισθίων δε μπορεί ν’ αποτρέψει την κρίση, αρκεί να δούμε ότι στις παραμονές της κρίσης, δηλ. στην περίοδο βιομηχανικής ανόδου, τα μεροκάματα συνήθως ανεβαίνουν. Το ανέβασμα του μεροκάματου στην περίοδο της ανόδου είναι μόνο το προμήνυμα της κρίσης.

Αλλά, μπορεί να πει κανείς, τι σημασία έχει λοιπόν η αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση στο καπιταλιστικό καθεστώς, αντίθεση που πρόβαλε ο Λένιν στους αστούς απολογητές, που αρνούνταν τη σχέση που έχουν οι κρίσεις με το χαμηλό καταναλωτικό επίπεδο των μαζών;

Η αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση στο καπιταλιστικό καθεστώς που αποκάλυψαν ο Μαρξ και ο Λένιν, δεν έχει τίποτε το κοινό με τη θεωρία της υποκατανάλωσης.

«Η υποκατανάλωση (που μπορεί τάχα να εξηγήσει τις κρίσεις) υπήρχε στα πιο διαφορετικά οικονομικά συστήματα, οι κρίσεις όμως είναι το διακριτικό σημείο ενός μόνο συστήματος, του καπιταλιστικού» (Λένιν, Άπαντα, ΙΙ).

Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για την υποκατανάλωση, δεν πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, αλλά για το χαρακτήρα αυτής της αντίθεσης, σαν μορφής που εκδηλώνεται η βασική αντίθεση του καπιταλισμού. Αυτό είναι που δεν μπορούσε να δει ο ιδεολόγος της μικροαστικής τάξης Σισμόντι, αυτό είναι που δε θέλουν να δούνε οι σοσιαλδημοκράτες απολογητές του καπιταλισμού.

Πρόκειται για το γεγονός ότι ο καπιταλισμό, για τις ανάγκες του της συσσώρευσης, τείνει σε μια απεριόριστη επέκταση της κοινωνικής παραγωγής και, ελαττώνοντας την κατανάλωση των μαζών, βάζει ο ίδιος ένα εμπόδιο σ’ αυτή την επέκταση. Πρόκειται λοιπόν για την αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση. Όπως η θεωρία της δυσαναλογίας, έτσι και η σοσιαλδημοκρατική θεωρία της υποκατανάλωσης αρνείται αυτή την αντίθεση για ν’ αποδείξει πως οι κρίσεις μπορούν να καταργηθούν στο καπιταλιστικό σύστημα.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Η θεωρία για τις κρίσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ απορρέει από την θεωρία της για τη συσσώρευση. Παραπάνω δείξαμε πως και η Λούξεμπουργκ ακριβώς όπως και ο Σισμόντι, θεωρεί ότι είναι αδύνατη η πραγματοποίηση του προϊόντος σε μια καθαρά καπιταλιστική κοινωνία. Λόγω του χαμηλού καταναλωτικού επιπέδου των μαζών, σε καθαρά καπιταλιστικό σύστημα, θα έπρεπε να υπάρχει σ’ αυτό σταθερή υπερπαραγωγή, διαρκής κρίση. Η πραγματοποίηση του καπιταλιστικού προϊόντος είναι τάχα δυνατή μόνο στην «εξωτερική». Μη καπιταλιστική αγορά των «τρίτων προσώπων», η κρίση γίνεται αναπόφευκτη.

Ο Λένιν έδειξε, ότι η θεωρία του Σισμόντι για την υποκατανάλωση εξηγεί τις κρίσεις όχι με τις εσωτερικές αντιθέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά με εξωτερικά φαινόμενα. Η θεωρία του Σισμόντι εξηγεί τις κρίσεις

«με την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση της εργατικής τάξης, η δεύτερη [δηλ. η θεωρία του Μαρξ] με την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Η πρώτη, συνεπώς, βλέπει τη ρίζα του φαινομένου έξω από την παραγωγή... η δεύτερη τη βλέπει ακριβώς στους όρους της παραγωγής» (Λένιν, Άπαντα, II).

Τα λόγια αυτά του Λένιν εφαρμόζονται πλήρως και με την ίδια ισχύ και στη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, με το να αρνείται τη δυνατότητα της πώλησης του συσσωρευμένου τμήματος του υπερπροϊόντος μέσα στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και με το να εξηγεί τις κρίσεις με τον περιορισμό ή την έλλειψη ζήτησης από τα «τρίτα πρόσωπα», εξηγεί ταυτόχρονα τις κρίσεις όχι με τις εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλισμού, αλλά με τις σχέσεις του καπιταλισμού με το εξωτερικό περιβάλλον του. Συνεπώς, ή Ρ. Λούξεμπουργκ απομακρύνεται στην ουσία από τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού.

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ – ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

Βλέπουμε, πως κάθε απόπειρα να εξηγηθούν οι κρίσεις όχι με τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, είναι στην ουσία άρνηση αυτής της αντίθεσης κι έτσι οδηγεί άμεσα ή έμμεσα στην απάρνηση της προλεταριακής επανάστασης. Η μεγάλη επαναστατική σημασία της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας για τις κρίσεις συνίσταται στο γεγονός ότι δείχνει, πως οι κρίσεις απορρέουν από την ίδια τη φύση του καπιταλισμού και, συνεπώς, δε μπορούν να καταργηθούν παρά μαζί με τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Στις κρίσεις αποκαλύπτονται κάθε φορά πιο δυνατά, όλες οι αντιθέσεις του καπιταλισμού, καθώς και η ανικανότητά του να διευθύνει την κοινωνική παραγωγή. Οι κρίσεις βάζουν κάθε φορά σ’ όλη του την έκταση το ζήτημα της ανάγκης της κατάργησης του καπιταλισμού, της ανάγκης της προλεταριακής επανάστασης.

«Από τη μια μεριά, συνεπώς, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποκτάει την πεποίθηση για την ίδια του την ανικανότητα να διευθύνει τις παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά, οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις σπρώχνουν με όλο και αυξανόμενη δύναμη στο να δοθεί τέλος σ’ αυτή την αντίθεση και ν' απελευθερωθούν από την ιδιότητά τους σαν κεφάλαιο, τόσο ώστε ν' αναγνωριστεί αποτελεσματικά ο χαρακτήρας τους σαν κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις» (Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, ΙΙΙ).

Η επαναστατική σημασία των κρίσεων υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα από τον Λένιν.

«Η στρατιά του προλεταριάτου δυναμώνει σ’ όλες τις χώρες. Η συνείδησή του, η συνοχή του και η αποφασιστικότητά του μεγαλώνουν με καταπληκτική ταχύτητα. Και ο καπιταλισμός φροντίζει με επιτυχία να κάνει πιο συχνές τις κρίσεις, που θα χρησιμοποιήσει η στρατιά αυτή για να καταργήσει τον καπιταλισμό» (Λένιν, Άπαντα, XII).

Η λενινιστική θέση του ζητήματος της σημασίας των κρίσεων συνδέεται πολύ στενά με την αδιάλλακτη πάλη, που ο Λένιν έκανε ενάντια στους κριτικούς της μαρξιστικής θεωρίας της αναπαραγωγής και των κρίσεων, ενάντια στις προσπάθειες ερμηνείας της μαρξιστικής θεωρίας αποκλειστικά σαν μιας θεωρίας της δυσαναλογίας ή μιας θεωρίας της υποκατανάλωσης.

Σ’ αυτή την πάλη ο Λένιν, αποκαλύπτοντας όλο το βάθος της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων, συνέχισε τη διδασκαλία του Μαρξ που σύμφωνα μ' αυτήν η βασική αντίθεση του καπιταλισμού είναι η αιτία των κρίσεων. Ακόμα επεξεργάστηκε περίλαμπρα τις άλλες πλευρές της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων. Ο Λένιν έδειξε, πως για τον Μαρξ η δυσαναλογία των κλάδων της παραγωγής και η αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση ήταν δυο όψεις της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση.

Στην πάλη ενάντια σε όλους τους απροκάλυπτους αντιπάλους του μαρξισμού και ιδιαίτερα ενάντια στους «μαρξιστές» εκείνους, που κάτω από τη μαρξιστική φρασεολογία διαστρέβλωναν και παραποιούσαν πραγματικά το μαρξισμό, ευνουχίζοντάς τον από το επαναστατικό του περιεχόμενο, ο Λένιν ανάπτυξε τη διδασκαλία του Μαρξ για τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού σαν αιτία των κρίσεων. Και ενώ ο οπορτουνισμός, προσπαθούσε να παρασύρει την εργατική τάξη από το δρόμο της επαναστατικής πάλης ενάντια στον καπιταλισμό, στο δρόμο της «καθαρά οικονομικής» πάλης, στο δρόμο του ρεφορμισμού και της συμφιλίωσης με την αστική τάξη, επινοώντας τις «θεωρίες» για τη δυνατότητα της κατάργησης των κρίσεων στο καπιταλιστικό καθεστώς, ο Λένιν έβαλε μπροστά στο προλεταριάτο, μ’ όλη του τη βαρύτητα, το καθήκον της επαναστατικής ταξικής πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού» που θα δώσει τέλος και στις κρίσεις.

«Η κρίση δείχνει, πως οι εργάτες δε μπορούν να περιοριστούν στην πάλη για να πετύχουν αυτές ή εκείνες τις απομονωμένες παραχωρήσεις από τους καπιταλιστές... η πτώχευση έρχεται και οι καπιταλιστές όχι μόνο παίρνουν πίσω όλες τις παραχωρήσεις που έκαναν, αλλά και επωφελούνται από την αδυναμία των εργατών για να κατεβάσουν ακόμα πιο πολύ τα μεροκάματα. Και θα είναι μοιραία έτσι, ως τη μέρα που οι στρατιές του σοσιαλιστικού προλεταριάτου θ' ανατρέψουν την κυριαρχία του κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας» (Λένιν, Άπαντα, IV).

 

5. ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΔΕN ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΚΡΙΣΕΙΣ

Η προλεταριακή επανάσταση καταργεί την εξουσία του κεφαλαίου πάνω στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και έτσι αίρει την αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση και εξαφανίζει την ίδια την αιτία των κρίσεων. Ενώ το κεφάλαιο τείνει στο να αποστραγγίζει τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα υπεραξίας και μ' αυτό στο να επεκτείνει απεριόριστα την παραγωγή με σκοπό τη συσσώρευση, ενώ αύτη η συσσώρευση καθορίζει την περιορισμένη αγοραστική δύναμη της κοινωνίας, που στέκεται εμπόδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής, αντίθετα στην ΕΣΣΔ η αύξηση της αγοραστικής δύναμης προσπερνάει την αύξηση της παραγωγής. Οι παραγωγικές δυνάμεις χρησιμεύουν στην ικανοποίηση των αναγκών των μαζών, αλλά οι ανάγκες των μαζών πρέπει ν' αυξάνουν αδιάκοπα. Αυξάνουν και πρέπει ν’ αυξάνουν συνεχώς γιατί δεν περιορίζονται από το κεφάλαιο. Έτσι, η αύξηση της παραγωγής δε βρίσκει φραγμό στην περιορισμένη αγοραστική δύναμη των μαζών ανάθετα, η κατανάλωση σπρώχνει μπροστά την παραγωγή.

«Σε μας στην ΕΣΣΔ, η αύξηση της κατανάλωσης (αγοραστικής δύναμης) των μαζών προσπερνάει αδιάκοπα την αύξηση της παραγωγής, χρησιμεύοντας σ’ αυτή σαν διεγερτικό... Η συστηματική καλυτέρευση της υλικής κατάστασης των εργαζομένων και η αδιάκοπη αύξηση των αναγκών τους (αγοραστικής δύναμης), αποτελούν ένα διεγερτικό όλο και πιο ισχυρότερο για την επέκταση της παραγωγής, προασπίζουν την εργατική τάξη από τις κρίσεις υπερπαραγωγής, την αύξηση της ανεργίας κλπ.» (Στάλιν, Δυο απολογισμοί. Ζητήματα λενινισμού).

Μ' όλο που η ΕΣΣΔ δε χωρίζεται με σινικά τείχη από τον καπιταλιστικό κόσμο, μ’ όλο που έχει εμπορικές σχέσεις με τις καπιταλιστικές χώρες που παραδέρνουνε μέσα στο σίφουνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η κρίση αυτή δε μπόρεσε να μεταδοθεί στη σοβιετική οικονομία γιατί το ίδιο το σύστημα αυτής της οικονομίας αποκλείει τη δυνατότητα των κρίσεων. Τα κύματα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που κατακλύσανε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, σπάνουν πάνω στο σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα. Το γεγονός αυτό είναι τόσο ολοφάνερο, που όλοι οι εχθροί της ΕΣΣΔ αναγκάζονται να το αναγνωρίσουν.

Ο Τρότσκι ισχυριζόταν, πως η οικονομία της ΕΣΣΔ βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και πως οι κρίσεις στις καπιταλιστικές χώρες θα επεκτείνονταν και στην ΕΣΣΔ. Ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται στενότατα με τη σοσιαλδημοκρατική θεωρία του Τρότσκι, ότι είναι αδύνατη η ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και ότι η σοβιετική οικονομία αποτελεί ένα σύστημα κρατικού καπιταλισμού. Άλλα η οξυνόμενη κρίση στις καπιταλιστικές χώρες και η θυελλώδικη ανάπτυξη της σοσιαλιστικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ, ανατρέπουν ολόκληρη τη «θεωρία» του Τρότσκι και ξεσκεπάζουν τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.

Οι δεξιοί οπορτουνιστές πήραν επίσης θέση στο ζήτημα της δυνατότητας των κρίσεων στην ΕΣΣΔ. Ξεκινώντας από τη θεωρία τους για την ολοκλήρωση του κουλάκου στο σοσιαλισμό, αρνούμενοι την ανάγκη της κολλεχτιβοποίησης και του γρήγορου ρυθμού της εκβιομηχάνισης, οι δεξιοί στο πρόσωπο του παλιού ηγέτη τους και θεωρητικού Μπουχάριν, πρόβαλαν μια θεωρία, πως ο γρήγορος ρυθμός της εκβιομηχάνισης δημιουργεί μια δυσαναλογία στη σοβιετική οικονομία (δηλ. ανάμεσα στη βιομηχανία και στη γεωργία), διαταράσσει «την ισορροπία των τομέων» στη σοβιετική οικονομία και πως αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε κρίση. Είναι αλήθεια, πως ο Μπουχάριν ισχυριζόταν ταυτόχρονα, πως αυτή θα είναι μια ιδιόμορφη κρίση, όχι μια κρίση υπερπαραγωγής, αλλά μια κρίση «από την ανάποδη». Αυτό όμως δεν αλλάζει καθόλου την ίδια την ουσία της θεωρίας των δεξιών, που καταλήγει στο ότι ο γρήγορος ρυθμός της εκβιομηχάνισης προκαλεί «την παραβίαση των βασικών οικονομικών αναλογιών μέσα στη χώρα» (Μπουχάριν, Σημειώσεις ενός οικονομολόγου).

Η αντίληψη αυτή απορρέει από το «νόμο της δαπάνης της εργασίας» των δεξιών οπορτουνιστών που αναλύσαμε παραπάνω (κοίτ. σελ. 57) και από τη θεωρία της «ισορροπίας».

Ο Μπουχάριν θεωρούσε τη μαρξιστική θεωρία για την υπερπαραγωγή σαν μια θεωρία ισορροπίας και εφάρμοζε επίσης αυτή τη θεωρία της ισορροπίας στο ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία στις συνθήκες της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση είναι, κατά το Μπουχάριν, αναγκαία μια ισορροπία ανάμεσα στον ιδιωτικό τομέα της αγροτικής οικονομίας και στο σοσιαλιστικό βιομηχανικό τομέα.

Ο σ. Στάλιν ξεσκέπασε ολότελα αυτή τη θεωρία της ισορροπίας των οπορτουνιστών της δεξιάς και στην πάλη του ενάντια στους δεξιούς ανάπτυξε τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία για την αναπαραγωγή σύμφωνα με τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Η πλατιά σοσιαλιστική αναπαραγωγή είναι απραγματοποίητη δίχως πλατειά αναπαραγωγή στην αγροτική οικονομία. Αλλά η μικρή αγροτική οικονομία, λέει ο σ. Στάλιν

«... όχι μόνο δεν πραγματοποιεί, στο σύνολο, μια πλατειά ετήσια αναπαραγωγή, μα αντίθετα δεν έχει πάντα τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ακόμα και την απλή αναπαραγωγή.., Μπορεί άραγε, σε μια περίοδο λίγο ή πολύ μακρόχρονη, να στηρίζουμε τη σοβιετική εξουσία και τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση πάνω σε …δυο διαφορετικές βάσεις, στη βάση της ενοποιημένης μεγάλης σοσιαλιστικής βιομηχανίας και στη βάση της εξαιρετικά τεμαχισμένης και καθυστερημένης εμπορευματικής αγροτικής οικονομίας; Όχι, αυτό είναι αδύνατο. Αυτό θα έφερνε, μια ωραία πρωία, την πλήρη κατάρρευση όλης της Εθνικής οικονομίας» (Στάλιν, Η κολλεχτιβοποίηση του χωριού. Ζητήματα λενινισμού).

Η αξίωση των δεξιών να διατηρηθεί η ισορροπία των τομέων είναι στην ουσία αξίωση να διατηρηθούν στην εθνική οικονομία οι αναλογίες, που καθιερώθηκαν μέσα στον καπιταλισμό.

Πώς όμως μπορεί ν' ανοικοδομηθεί ο σοσιαλισμός χωρίς να τροποποιηθούν αυτές οι «αναλογίες»; Μια που οι αναλογίες αυτές εκφράζουν τη χαμηλή κατανάλωση των μαζών, έχουν καθοριστεί από τις ανάγκες του κεφαλαίου και όχι από τις ανάγκες της κοινωνίας. Είναι δυνατό ν’ ανοικοδομηθεί ο σοσιαλισμός χωρίς τη γρήγορη εκβιομηχάνιση, που είναι το μόνο μέσο για να κοινωνικοποιηθεί η μικρή αγροτική οικονομία; Δε μπορεί με κανένα τρόπο. Για τούτο η «θεωρία της ισορροπίας» και ο «νόμος της δαπάνης της εργασίας», δεν εκφράζουν τίποτα άλλο από τη συνθηκολόγηση μπροστά στις δυσκολίες της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, την αποχή απ' αυτή την ανοικοδόμηση, τη διαιώνιση της μικρής εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού, που αυτή εγκυμονεί. Η κρίση, η πλήρης καταστροφή της εθνικής οικονομίας θα επέρχονταν αναπόφευκτα αν διατηρούνταν η περίφημη «ισορροπία» των τομέων. Η γρήγορη εκβιομηχάνιση και η κολλεχτιβοποίηση της οικονομίας, που πραγματοποίησε το κόμμα και που οι δεξιοί τις θεωρούσαν σαν «παραβίαση της ισορροπίας», όχι μόνο δεν προκάλεσαν κρίση στη σοβιετική οικονομία, μα αντίθετα αποτέλεσαν τη βάση για τη γρήγορη ανάπτυξη της παραγωγής και της ευημερίας των μαζών, τον καιρό που στον καπιταλιστικό κόσμο με την «ισορροπία» του μαίνεται μια κρίση με ανήκουστη δύναμη.

«Αρκεί μονάχα ν' ανασύρουμε από το θησαυροφυλάκιο του μαρξισμού τη θεωρία της αναπαραγωγής και να την αντιπαραθέσουμε στη θεωρία της ισορροπίας των τομέων, για να μη μείνει ούτε ίχνος από την τελευταία αυτή θεωρία» (Στάλιν, στο ίδιο έργο).

 

 

1. Ελεύθερη ιπποδρομία. Αλληλοκυνηγητό (σημ. μετ.).

2. Η τωρινή οικονομική κρίση στις καπιταλιστικές χώρες και η τωρινή ύφεση παρουσιάζουν ορισμένες χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Κοίτ. Σχετικά το επόμενο κεφάλαιο.

 

Περισσότερα...

 

Θα διατυπώσουμε εξαρχής ορισμένες θέσεις για την πα­ρούσα κρίση.

Τα όσα έπονται δεν αποτελούν μόνο το «υλικό» όπου στηρίχτηκαν οι θέσεις αυτές, αλλά είναι και ερμηνευτικά και συμπληρωματικά τους. Τα είκοσι σημεία-θέσεις αποτελούν μια καταρχήν ιδέα που θα πρέπει να’ χει ο αναγνώστης διαβά­ζοντας τα όσα έπονται.

 

1. Η κάθε κρίση κρύβει μια δική της δυναμική. Βασικές της πλευρές, η κοινωνική κίνηση-συμπίεση, οι μέχρι χτες θεμελιωμένες αντιλήψεις ξανατίθενται για επανεξέταση, όξυνση του ανταγωνισμού κεφαλαίων, αλλά και νέες συμμαχίες, αγώνας μεταξύ αυτού που πεθαίνει κι αυτού που γεννιέται. Άρα στην κρίση «τα πάντα ρει»; Όχι βέβαια. Απ' το τι θα πεθαίνει (μέχρι που θα φτάσει το μαχαίρι), εξαρτάται και το τι θα γεννηθεί. Έτσι παρ' όλο που η κρίση εμφανί­ζεται σαν «φθάσιμο στα όρια» του παλιού τρόπου παραγω­γής, αυτή η δυναμική αποτελεί «διαπραγματεύσιμο ζήτημα» της πάλης των τάξεων.

Το κεφάλαιο παρά τους ανταγωνισμούς του, την προσπά­θεια του ενός τμήματος να πληρωθούν τα σπασμένα απ' το άλ­λο ή να πληρώσουν άλλοι, συμφωνεί στη διατήρηση του βασι­κότερου, της μισθωτής σχέσης. Σαν απαραίτητος όρος της τάξης πραγμάτων του. Διοχετεύει, με πολυποίκιλους μηχανι­σμούς, όλη την κοινωνική κίνηση μακριά απ' την αμφισβήτηση των ιστορικών ορίων του "παλιού τρόπου παραγωγής". Περιορίζει έτσι την εμβέλεια των αναδιαρθρώσεων και κινεί υπό την ηγεμονία του πανεθνικές, παγκόσμιες σταυροφορίες για την εμπέδωση εκείνων των αναδιαρθρώσεων σαν απαραίτη­του όρου "νέας ζωής" (διατήρησης της τάξης πραγμάτων του).

Έτσι η ίδια η κρίση γίνεται όπλο για την αποφυγή να στραφεί η κοινωνική κίνηση σε κανάλια τέτοια που να ευνοούν την ύπαρξη "πραγματικού κινήματος που να καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων''.

 

2. Η κίνηση που περιγράφτηκε, δημιουργεί συγκρούσεις. Οι αντιθέσεις δεν ξεπερνιούνται πάντα με τον "καλύτερο τρό­πο". Τίθενται, σ’ επανεξέταση, εκσυγχρονισμό και αλλαγή ακόμα και οι βασικότερες αντιλήψεις που παράχθηκαν και έθρεψαν την προηγούμενη φάση του καπιταλιστικού συστήματος. Οι παλιές ιδέες δεν χωρούν και δεν βοηθούν στην αναδιάρθρωση. Η κρίση αγκαλιάζει όλους τους τομείς της ζωής. Πολιτισμό, παιδεία, ηθική, ιδεολογία. Η επιχειρούμενη αναδιάρθρωση δεν χωράει στο προηγούμενο κυρίαρχο σύστημα αντιλήψεων περί κοινωνίας πρό­νοιας, στοιχειώδους εξασφάλισης. Τροφοδοτείται έτσι κι η ιδεολογική μεταβολή και επιστροφή στην "κοινωνία των πολι­τών" ή καλύτερα του καθενός μόνου πολίτη όπου ο διαρκής ανταγωνισμός των συμφερόντων οδηγεί ...στην κοινωνική συ­νοχή. Αυτή η πλευρά του νεοφιλελευθερισμού σε συνδυασμό με περισσότερη ή λιγότερη οικονομική ελευθερία, με περισσότερο ή λιγότερο κράτος, με περισσότερο ή λιγότερο κεϋνσιανισμό, είναι κοινή σε Δύση και Ανατολή.

 

3. Ρίζα της παρούσας κρίσης αποτελεί η παρατεταμένη οικονομική κάμψη που συντελέστηκε από τα τέλη της δεκαετί­ας του '60, αρχές της δεκαετίας του '70, με μικρή χρονική απόσταση από χώρα σε χώρα, για να γενικευτεί απ' το 1973 κι ύστερα. Πρόκειται για μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφα­λαίου. Το παραγμένο κεφάλαιο δεν βρίσκει ικανοποιητικούς όρους επένδυσης – επέκτασης - νέων κερδών, για να ξαναμπεί στα ρίσκα, και στέκεται κατ' αρχήν αχρησιμοποίητο. (Λέμε «κατ' αρχήν», γιατί αμέσως μετά διοχετεύει μέρος της παραγόμενης υπεραξίας σε ιδιαίτερες παρασιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες - ιδιαίτερα σε περίοδες κρίσης. Η συσσώρευση τέτοιων δραστηριοτήτων ανεβάζει, συνολικά το κόστος διαμε­σολάβησης στον τριτογενή τομέα).

Η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου απ' τη μια μεριά, γεννά συσσώρευση αναπασχόλητων εργαζόμενων στην άλλη. Εργαζόμε­νους από τους οποίους το κεφάλαιο δεν έχει λόγο να αγοράσει την εργατική τους δύναμη. Αποτέλεσμα, η πτώση της κατανάλωσης (και άρα όχι αιτία). Νέα κάμψη, αλυσιδωτά, της οικονομίας. Η οικονομική κρίση μαρτυρά την εξάντληση των ορίων του τρόπου παραγωγής και παράλληλα την ωρίμανση των όρων για μια άλλη οργάνωση της. Ωστόσο, η μη ανταπό­κριση του υποκείμενου αυτής της άλλης οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής, στις απαιτήσεις των υπερώριμων πια «αντικειμενικών συνθηκών» και η ανάγκη του κεφαλαίου για αναδιάρθρωση του συστήματος, «μεταβιβάζει» την κρίση σ' όλη την κοινωνία, και σαν κρίση ιδεολογική, ηθική, αξιών κλπ. Από την άποψη αυτή η κρίση δεν μπορεί ν' αντιμετωπίζεται σαν μόνο οικονομική ή κρίση ηθική ή πολιτισμού. Η γνώση της αλληλεξάρτησης αυτών των επιπέδων της κοινωνι­κής ζωής, με τις ιεραρχήσεις και τις προτεραιότητες τους( αλλά και τις διαμεσολαβήσεις, μπορεί να δώσει το μέτρο της έννοιας «Γενική κρίση του συστήματος κοινωνικών σχέσεων». Να προσεγγιστεί η πραγματικότητα, σ' αντιδιαστολή με την προνομιμοποίηση κάποιας απ' τις πλευρές της ή την ρουτινιάρικη εμμονή-καταστροφολογία περί "γενικής και ολόπλευρης κρίσης του κοινωνικού συστήματος" δίχως δυνατότητα βαθέματος στο περιεχόμενο.

 

4. Η παρούσα κρίση εμφανίζει κοινά, αλλά και διαφο­ρετικά χαραχτηριστικά απ' αυτά που γνώρισε ο καπιταλιστικός κόσμος στη μεγάλη κρίση του 1929-31. Η συμπίεση της παγκόσμιας αγοράς, η πτώση των επενδύσεων, η κάμψη της παραγωγής, τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας είναι ορισμένα από τα κοινά. Ενώ αντίθετα η διάρκεια της κρίσης, ορισμένες από τις ιδιαίτερες μορφές που πήρε πχ ενεργειακή - νομισματι­κή, ο στασιμοπληθωρισμός αποτελούν νέα χαρακτηριστικά κι οφείλονται στις τροποποιήσεις που συντελέστηκαν στον κόσμο στα χρόνια της αύξησης, σε Δύση κι Ανατολή.

 

5. Ένα από τα νέα χαρακτηριστικά τούτης της κρίσης είναι η εμπλοκή σ' αυτή και των Ανατολικών χωρών. Χωρών, μέρους του πλανήτη που βρέθηκαν στο παρελθόν να προσπαθούν βασικά έναν άλλο τρόπο παραγωγής. Τούτη η πραγματικότητα δίνει μ' όλη την κυριολεξία τον παγκόσμιο χαραχτήρα στην παρούσα κρίση.

 

6. Πιο συγκεκριμένα, η μεγάλη διάρκεια της κρίσης με συνεχείς υφέσεις-ανακάμψεις είναι απόρροια των τροποποιήσεων κύρια στο νομισματικό και πιστωτικό σύστημα. Καθώς κι από τη δύναμη συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου που αντανακλούν οι Πολυεθνικές εταιρίες (ΠΕΕ). Έτσι που ενώ αποφεύγεται ένα Μπουμ -μια γενικευμένη δηλαδή χρεοκοπία - απαξιοποίηση κεφαλαίου - (λόγος νέας αύξησης), δεν είναι μπορετή η ανάκαμψη, αλλά αντίθετα έχουμε μια διαρκή ύφεση που σέρνει ένα "πληθωριστικό" υπόλοιπο. Οδηγείται έτσι η παγκόσμια οικονομική τάξη στη Διεθνή χρέωση. Εσωτερική και εξωτερική. Όπου οι ονομαστι­κές πληθωριστικές αξίες, "τα χαρτιά", όλο και μεγαλώνουν την αναντιστοιχία τους προς την πραγματική οικονομία.

 

7. Η ουδετεροποίηση των προβλημάτων της ανάπτυξης είναι μια ακόμη πλευρά των αποτελεσμάτων της "αλληλεξάρ­τησης" των "συστημάτων". Η "αλληλεξάρτηση" παρόλο που παρουσιάζεται σαν ένα γεγονός -μια διαπίστωση που αφορά την τέτοια άνοδο των ανταλλαγών και τη συμπληρωματικότητα των οικονομιών- είναι το αποτέλεσμα της επικράτησης στις χώρες της Αν. Ευρώπης των θεωριών (κι ότι αυτό συνεπάγε­ται) του αναπτυξισμού, της θεωρίας των παραγωγικών δυνάμε­ων, της οικονομικής αποτελεσματικότητας, των μικτών επι­χειρήσεων, των κοινών επενδύσεων, της αλληλοδυείσδυσης κεφαλαίων κλπ.

 

8. Η "αλληλεξάρτηση" αυτή -συνώνυμη των τάσεων δι­εθνοποίησης του κεφαλαίου- δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τον Διεθνισμό και την Αλληλεγγύη των λαών του πλανήτη. Από πολλές πλευρές επισημαίνεται ότι η "αλληλεξάρτηση" αποτελεί ένα φαινόμενο, μια στιγμή της αντικειμενικής πορείας της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Υπό το καθεστώς της "αλληλεξάρτησης" δίνεται μια "αισιόδοξη" εικόνα για την αντιμετώπιση των διεθνών προβλημάτων που η κίνηση κεφάλαιο συσσωρεύει στον κόσμο της εργασίας σε μητροπόλεις και περιφέρειες. Ο "κόσμος βρίσκεται στην ίδια βάρκα", οι "κάτοικοι του πλανήτη γη" οφείλουν για το αμοιβαίο συμφέρον τους να λύσουν τα κοινά προβλήματα εκχωρώντας και αναγνωρίζοντας τα συμφέρο­ντα ο ένας του άλλου.

Ξεχνούν βέβαια όλοι αυτοί οι θεωρητικοί της "αλληλεξάρτησης" ότι υπάρχει μια ορισμένη και μάλιστα μεθοδευμένα συνειδητή πορεία προς αυτή την "αντικειμενική" στιγμή. Στο όνομα αυτής της αλληλεξάρτησης διοχετεύονται λιμνάζουσες αντιθέσεις σε περιοχές της γης "ισχυρά αλληλεξαρτημένες" με την μορφή τοπικών πολέμων. Στο όνομα αυτής της αλληλεξάρτησης, ανατολικοί και δυτικοί, και στο βαθμό που εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τους στηρίζουν όλες τις γνωστές θρησκευτικές, εθνικιστικές, ρατσιστικές διαμάχες.

 

9. Η αποσιώπηση από την Ευρωπαϊκή Αριστερά του παρασιτικού χαρακτήρα των οικονομικών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου, καλλιέργησε την εικόνα της διαρκούς αύξησης. Αύξηση δίχως όρια, καπιταλισμός δίχως αντιφάσεις. Η τέτοια εικόνα έχει τεθεί σε κρίση. Και μαζί της όσοι στήριξαν σ' αυτή την υπόθεση τις σχετικές θεωρητικές, πραχτικές πολιτικές τους επεξεργασίες. Έκθετος βρίσκεται και ο ευρωπαϊκός ρεφορμισμός, αλλά ακόμα κι η λεγόμενη Ριζοσπαστική σκέψη, όταν οι ιθύνοντες της ΕΟΚ ομολογούν: Καζίνο η παγκόσμια οικονομία...

Η αποσιώπηση απ' τους Σοβιετικούς αυτού του χαρακτήρα της ανάπτυξης έκρυβε ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες στο χώρο της Δ. Ευρώπης. Το πλήθος των, σε ξένο έδαφος, πολυεθνικών σοβιετικών εταιριών κινείται στον τραπεζικό ασφαλιστικό γενικά τομέα.

 

10. Η συσσώρευση των περιβαλλοντολογικών προβλημάτων που' ναι γνωστά σαν συνέπειες του βιομηχανικού πολιτισμού μαρτυρούν τα όρια μιας κοινωνικής οργάνωσης που το κίνητρο της είναι η οικονομική αποτελεσματικότητα αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις πάνω στην ίδια τη ζωή. Η βιωσιμότητα του Πλανήτη θα εξαρτηθεί από την επιβίωση αυτής της κοινωνικής οργάνωσης και των σχέσεων της.

 

11. Η κρίση εμφάνισε σ' όλο τους το μεγαλείο εκείνες τις αντιθέσεις (ανισόμετρη ανάπτυξη, πλούτος-φτώχεια) που στην περίοδο των "30 ένδοξων χρονών" ήταν συνδεδεμένες με τους "καταστροφολόγους". Δεν αποτελούν πλέον "μειο­νότητες" (απ' όπου κάποιοι παίρνουν επιχειρήματα) οι νεόφτωχοι της Γαλλίας, οι άστεγοι κι αποθαρημένοι των ΗΠΑ, οι αλκοολικοί και οι δυστυχισμένοι της ΕΣΣΔ. Αυτά στις αναπτυγμένες χώρες. Στις άλλες; Χθες το Μπαγκλαντές κι η Νιγηρία, σήμερα η Αιθιοπία. Αύριο; Κι όμως οι ιδεολο­γικές σταυροφορίες του κεφαλαίου δεν ασχολούνται με ζητή­ματα που δεν έχουν μέλλον… Φυγή προς τα εμπρός.

Αν η ''Χρέωση" αποτελεί οικονομικό αγκάθι -που δεν μπορούν τουλάχιστον σήμερα να εξασφαλίσουν ούτε τη συνέ­χεια του- η πείνα γίνεται πηγή έμπνευσης και προσφοράς φιλανθρωπίας, και φυσικά λόγος φοροαπαλλαγής.

 

12. Η σύγκλιση πολιτικών αναδιάρθρωσης-ανασυγκρότησης απ' όλες τις Περεστρόικες του πλανήτη είναι η μια πλευρά του νομίσματος που δεν αντανακλά παρά μονάχα τις δυνατότη­τες μιας νικηφόρας αντεπανάστασης πάνω σε μια επανάσταση που ακριβώς επειδή δεν έχει "ξεπεραστεί" αναγκάζει να χρησιμοποιούνται όλα τα εξωτερικά "επαναστατικά" τελε­τουργικά.

 

13. Η συντελούμενη αναδιάρθρωση στόχο έχει την επί­τευξη κερδών παραγωγικότητας από τη μείωση του "μεταβλη­τού κεφαλαίου", από τη μείωση της ζωντανής εργασίας. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν μια αποφασιστική για το κεφάλαιο μείωση της ζωντανής εργασίας σε πρωτοφανέρωτη κλίμακα, μειώνοντας ταυτόχρονα κι όλα τα εμπόδια που θέτει η ταξική πάλη στο προτσές παραγωγής. Η διαδικασία τούτη δεν είναι καινούργια. Είναι γνωστή από τις μεθόδους Ταίηλορ, Φορντ κι ακόμα πιο παλιά. Το καινούργιο είναι η κλίμακα, η τάξη, το μέγεθος απόρριψης ζωντανής εργασίας.

 

14. Διαφωνούμε πως αιτία της κρίσης ήταν η τεχνολογική καθυστέρηση, έτσι που να μπορεί να θεωρηθεί απάντηση στην κρίση το τεχνολογικό προχώρημα κι η εμπέδωση στην παραγωγή. Οι σύγχρονες τεχνολογίες (πληροφορική – ρομποτική - γραφειακή κλπ) δεν αποτελούν ένα "ουδέτερο" προϊόν που μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι ή αλλιώς. Θετικά ή αρνητικά. Παράγονται, αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται κάτω απ' την χρηματοδότηση, τους στόχους, και τις λεπτομε­ρείς προσδοκίες για τη συγκεκριμένη χρήση, εμπέδωση και κυριαρχία του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία.

 

15. Η εποχή των ανεξάρτητων, απομονωμένων ερευνητών που πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης, για την κατανόηση των νόμων της, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η φιλοσοφία της οικονομικής αποτελεσματικότητας = παραγωγή κέρδους, "ποτίζει" πλήρως κι όλους τους άλλους κοινωνικούς τομείς. Έτσι τι "αξία" έχει το τάδε ερευνητικό πρόγραμμα, αν δεν σχετίζεται μ' αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή; Και μάλιστα με όρους κέρδους. Τι "αξία έχει η Φυσική, η Χημεία, τα Μαθηματικά, αν δεν μπορούν να δώσουν τροφή στα ερευνητικά προγράμματα που θα τροφοδοτήσουν με την σειρά τους την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία.

Οι Θιασώτες της "ουδετερότητας" της επιστήμης και της τεχνικής δεν μπορούν να καταλάβουν τη διγλωσσία τους τουλάχιστον, όταν αποκαλύπτουν τις σχέσεις "αξίας", "ταλέντου" στο κινηματογράφο, τη ζωγραφική κλπ, με την εμπορική και οικονομική επιτυχία των έργων τους. Πόσο μάλλον όταν δηλώνουν για την επιστήμη και την τεχνική πως αποτελούν άμεσα παραγωγικές δυνάμεις. Η διγλωσσία τους βρίσκει τη συνέπεια της όταν θεωρείται το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων "ουδέτερο". Λες κι οι παραγωγικές σχέσεις αποτελούν εξωτερικό φλοιό, και δεν "ποτίζουν" τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις.

 

16. Η διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, επιχειρείται κύρια με την εμπέδωση των νέων τεχνολογιών. Έτσι η ανάγκη του αυτή πρέπει να αναδιαρθρώσει κι ολόκληρη την κοινωνία. Παιδεία, εργασιακές σχέσεις, κοινωνία. Έτσι η Επιστημονικοτεχνολογική επανάσταση (ΕΤΕ) γίνεται η άκρη του δόρατος της αναδιάρθρωσης, που θ' αποφασίσει για τον πλούτο ή τη φτώχεια μας για τις σχέσεις μας, για την κοινωνία στο σύνολο της. Η απαίτηση παραδοχής πχ της ανεργίας ή της υποαπασχόλησης θα πρέπει να γίνει στο όνο­μα της συνολικής ανάπτυξης που επαγγέλλονται οι υποστηρι­κτές της αναδιάρθρωσης. Παρόλο που δεν έχουν απαντήσει στοιχειωδώς πειστικά -ακόμα και με το αστικό σύστημα προ­βλέψεων και αξιολόγησης των μεγεθών που αποτελεί η σύγ­χρονη οικονομολογία, όπου μια απ τις συνιστάμενες αποτε­λεί ο χειρισμός της κοινωνικής δυναμικής- τι θα γίνουν οι καινούργιοι άνεργοι τα επόμενα χρόνια, σε ποιους μη χρεωμένους θα πουληθούν τα προϊόντα κλπ, συγκλί­νουν όλοι Δυτικοί και Ανατολικοί στην προώθηση της τεχνο­λογικής και οικονομικής αναδιάρθρωσης. Και ζητούν να αποδεχτούν, να παραλάβουν το "τραίνο" και οι υπόλοιποι. Ο τέτοιος τεχνολογικός βολονταρισμός δεν μπορεί να αντιμε­τωπιστεί στο έδαφος ούτε των συντεχνιών και προνομίων, ούτε με τις σημαίες "της ανάπτυξης των 30 ένδοξων χρό­νων". Χρειάζεται ένα κοινωνικό κίνημα που να βαθαίνει την κριτική του στην ζωή έτσι όπως διαμορφώνεται σήμερα. Ένα κίνημα που χρειάζεται την Γνώση, όχι σαν βιοπορισμό-καριέρα και πτυχίο, αλλά τη Γνώση σαν δύναμη κατανόησης αυτών που συντελούνται, σαν δύναμη ανατροπής. Γνώση σαν αναπόσπαστο ζήτημα της καθημερινής Πράξης.

 

17. Η εμπλοκή της διαδικασίας της κρίσης μετά το χρηματι­στηριακό κραχ αν και δεν δημιουργεί νέα δεδομένα, συνθετοποιεί τα αδιέξοδα. Επίσημα αποτελέσματα του τι ακριβώς κάηκε - καταστράφηκε δεν υπάρχουν …ακόμα. Ωστόσο: "…Σε όρους αγοραστικής δύναμης, αυτό σημαίνει πως εξατμίστηκαν 1.300 δις δολάρια, δηλαδή το ισοδύναμο των τριών τετάρ­των των παγκόσμιων εξαγωγών και το ένα όγδοο του παγκό­σμιου ακαθάριστου προϊόντος. (FRED F.CLAIRMONTE και JOHN H. CAVANGH, MONDE DIPLOMATIQUE, 1-1988).

Και στη σημείωση του ίδιου άρθρου: "Από το σύνολο αυτό, το μερίδιο της ζημιάς των αμερικανών είναι 1000 δις δολάρια (βλ. THΕ ΕCΟΝΟΜΙSΤ 31,10-1987). Σύμφωνα με εκτι­μήσεις μας το Ακαθάριστο Παγκόσμιο Προϊόν ανερχόταν το 1986 σε 11700 δις δολάρια (δίχως τις σοσιαλιστικές χώρες)".

Σήμερα αναζητείται "πολύ κράτος" και απ 'το νεοφιλε­λευθερισμό, για να τα βγάλει πέρα. Κινητοποιεί τις Ομο­σπονδιακές τράπεζες σε μια παρέμβαση αγοράς δολαρίου για να ανασχέσει την παραπέρα πτώση του. Αναζητεί συμφωνίες όχι πια μεταξύ όλων των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών, αλλά των τριών (ΗΠΑ – Ιαπωνία - Δ.Γερμανία). Οι προβλέψεις για 3% αύξηση, έγιναν για το 1987 2,75% και η πρόβλεψη του 4% για το '88, έγινε απ' τον ΟΟΣΑ πρόβλεψη για 2,25% το '88 και ακόμα πιο κάτω το '89 - μόλις 1,75%. Αν δεν υπάρξει κανένα απρόοπτο, και όλοι οι χειρισμοί είναι απόλυτα σωστοί σύμφωνα με την ορολογία των ιθυνόντων.

 

18. Η κρίση λοιπόν κάθε άλλο παρά πέρασε.

Βρίσκεται μπροστά μας, σέρνοντας κι όλες τις συνέπει­ες των πολιτικών αντιμετώπισης της.

«Είναι δυνατό να αναζωογονηθεί η οικονομία; Από πολύ καιρό η ΜΟΝDΕ DΙΡLΟΜΑΤΙQUE έχει δείξει το μάταιο των πολιτικών που επικυρώνουν τις αβάσταχτες ανισορροπίες Βορρά-Νότου στην ανώφελη αναζήτηση ισορροπίας μονάχα στο βιομηχανικό κόσμο. Στα 31 εκατ. ανέργων που έχουν καταγραφεί στις χώρες του ΟΟΣΑ προστίθενται άλλα 70 εκατ. χωρίς δουλειά σε άλλες περιοχές και κύρια αυτές οι δυο τεράστιες μάζες: 500 εκατ. άνθρωποι που στον Tρίτο κόσμο υποαπασχολούνται απαράδεχτα συν 881 εκατ. που ζουν κάτω από το επίπεδο συντήρησης.

Τέτοια αποτελέσματα δεν σημαίνουν μονάχα μια εξάρθρωση της μηχανής, που απλές διορθώσεις θα επέτρεπαν να ξαναπάρει μπρος. Μαρτυρούν μια ολοκληρωτική ακαταλληλότητα της μηχανής για τις ζωτικές ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο Francis Blanchard, γενικός διευθυντής του Διεθνούς Γραφείο Εργασίας (BIT) στη Γενεύη, αναφέροντας αυτούς τους αριθμούς έγραψε: “Για εκατομμύρια ανθρώπους η λέξη αναδιάρθρωση έγινε ευφημισμός που προσδιορίζει ανεργία, φτώχεια, υποσιτισμό και άλλα κοινωνικά κακά που προκαλεί. Η ακύρωση των κοινωνικών κερδών των τριών τελευταίων δεκαετιών, η εξάρθρωση της κοινωνικής προστασίας και η επάνοδος σε επίπεδα ανεργίας που δεν γνώρισε ο κόσμος εδώ και μισό αιώνα, όλα αυτά δύσκολα μπορούν να ονομαστούν πρόοδος…”»

Πρόκειται για ένα άρθρο του διευθυντή της ΜΟΝDΕ DΙΡLΟΜΑΤΙQUE Κλ. Ζυλιέν με τον χαρακτηριστικό τίτλο “η παθητικότητα των κυβερνήσεων μπροστά στην κρίση που έρχεται – όταν οι πρωταγωνιστές δεν ξέρουν πού βρίσκονται” (Γενάρης 1988).

Βέβαια όταν σήμερα αποκαλύπτονται όλα αυτά, ο λόγος είναι τουλάχιστον υποκριτικός. Γιατί η ανάπτυξη των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών δεν στηρίχτηκε στις ανισορροπίες αυτές; Και φυσικά με επακόλουθο οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι; Τι γνώρισε ο Τρίτος Κόσμος από τα …κοινωνικά κέρδη;

 

19. Η προώθηση της αναδιάρθρωσης ελάχιστα διατείνεται πως θα εξαλείψει αυτού του τύπου τις ανισορροπίες. Αντίθετα προχωρά τα πράγματα πολύ μακρύτερα. Ακόμα και μέσα στις αναπτυγμένες χώρες που γνώρισαν τα κοινωνικά κέρδη σήμερα τα επαναδιαπραγματεύεται. Συμπιέζει ακόμα και εκείνες τις γραφειοκρατίες, τα μεσοστρώματα, την εργατική αριστοκρατία, που στήριξαν τον Φορντισμό, τα χρόνια της μεταπολεμικής ανάπτυξης.

Η κοινωνική διάρθρωση οφείλει να ακολουθήσει την παραγωγική. Ο παραγωγικός γιγαντισμός με υψηλή απόδοση και οι υπεργολάβοι στενά δεμένοι με αυτόν, με πολύ κινητικότητα, υποαπασχόληση, βάση των αναγκών της επιχείρησης θα διαμορφώσουν την αντίστοιχη δυαδική κοινωνία του αύριο. Συμβάσεις που να επιδέχονται διαρκή κρίση από τη μεριά της εργοδοσίας και της τεχνοκρατικής ιεραρχίας. Συμπίεση στον ένα πόλο. Βασικό απωθητικό για τον έλεγχο του άλλου. Η τάση τούτη αποδεικνύεται στρατηγική. Ανεξάρτητα από το αν όλοι συμφωνούν σε αυτή ή την άλλη πλευρά της επιχειρούμενης αναδιάρθρωσης, συμφωνούν ωστόσο απόλυτα πως αυτού του τύπου η «μάχιμη», «ανταγωνιστική βάση εργασιακών συμβάσεων», δημιουργεί ευκολίες για το κεφάλαιο στις σημερινές και σε όποιες άλλες αναδιαρθρώσεις, ενώ παράλληλα αδυνατίζει την άμυνα στα κατακτημένα από τον κόσμο της εργασίας.

 

20. Η προσπάθεια της αναδιάρθρωσης, οικονομικής και κοινωνικής δεν γίνεται χωρίς συγκρούσεις. Έτσι μαζί με την κρίση των πολιτικών για την αντιμετώπισή της και την ίδια την παραπέρα εμπλοκή της κρίσης, γίνεται φανερό πως θα απαιτηθεί χρόνος. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου η όποια αναμονή του κόσμου της εργασίας γίνεται σύμμαχος στην εμπέδωση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Λύσεις ευκολίας δεν υπάρχουν για κανέναν. Πολύ περισσότερο για όσους “δεν βολεύονται” στο υπάρχον κοινωνικό στάτους. Θα απαιτηθούν… ιδρώτας και δάκρυα. Ωστόσο όλο το πρόβλημα της “εξόδου από την κρίση” δείχνει να βρίσκεται στο ερώτημα: Για ποιον ο ιδρώτας και για ποιον τα δάκρυα;

 

 

Περισσότερα...

28. Στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ζήσαµε αρκετούς σεισµούς και ανατροπές και µπήκαµε σε µια νέα φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο κόσµος έχει αλλάξει πολύ από τότε, οι κοινωνίες έχουν τροποποιηθεί, οι διεθνείς σχέσεις έχουν υποστεί πολλές αλλαγές, ο γεωπολιτικός χάρτης και τα σύνορα έχουν υποστεί πολλές και σηµαντικές τροποποιήσεις. Κυρίως, όµως, ζούµε µια φάση αντεπανάστασης.

Τα σηµαντικότερα στοιχεία που καθόρισαν αυτήν την πορεία ήταν:

1. Η υποχώρηση των επαναστατικών κινηµάτων σε ολόκληρο το κόσµο µετά το 1975 και η γενίκευση των διαλυτικών διαδικασιών που επέβαλε ο πολυπρόσωπος ρεβιζιονισµός.

2. Η εµφάνιση της βαθύτερης, πιο πολύπλευρης και µακρόχρονης κρίσης που έχει γνωρίσει ποτέ το καπιταλιστικό σύστηµα.

3. Η αναδιαρθρωτική κίνηση, που καθορίστηκε ακριβώς από την ανάγκη αντιµετώπισης της κρίσης του καπιταλιστικού συστήµατος.

Τα σηµαντικότερα αποτελέσµατα αυτής της πορείας ήταν:

1. Να ολοκληρωθεί και τυπικά η παλινόρθωση του καπιταλισµού σε µια σειρά χώρες, να διαλυθεί το σοβιετικό µπλοκ.

2. Να συντελεστούν πολλές ανακατατάξεις µέσα στο ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο, αφού η διπολική αντιµετώπιση (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ) έπαψε πλέον να παίζει το ρόλο που διαδραµάτιζε.

3. Το καπιταλιστικό σύστηµα όχι µόνο απέτυχε να βγει, αλλά βυθίζεται όλο και περισσότερο στο φαύλο κύκλο της κρίσης- αναδιάρθρωσης- κρίσης.

4. Προωθήθηκε σε µεγάλο βαθµό η διαδικασία κυριάρχησης του µονοπωλιακού καπιταλισµού, που πλέον, µετά την επούλωση του σχίσµατος που είχε υποστεί το 1917, περνά στη φάση του παγκοσµιοποιηµένου µονοπωλιακού καπιταλισµού.

5. Εµφανίστηκε η Νέα Τάξη Πραγµάτων, που αποτελεί το αναγκαίο εποικοδόµηµα του σφαιρικοποιηµένου και παγκοσµιοποιηµένου καπιταλισµού.

6. Όλες αυτές οι τροποποιήσεις και σεισµοί, δεν µπορούσαν να µην έχουν τον αντίκτυπό τους στο κοινωνικό επίπεδο, στις συνθήκες διαβίωσης των µαζών, στην παγκόσµια ταξική διαστρωµάτωση.

Το κύριο και βασικό είναι η εξάπλωση και η γιγάντωση της δυαδικής κοινωνίας κάθετα και οριζόντια σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Αυτή η φάση ανατροπών και αντεπανάστασης σίγουρα βάζει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα νέα καθήκοντα και στόχους για την πάλη της. Ετσι επιβεβαιώνεται ο Μάο όταν έλεγε ότι θα αντιµετωπίσουµε µεγάλους αγώνες που από πολλές απόψεις θα είναι διαφορετικοί από τους µεγάλους αγώνες των προηγούµενων περιόδων.

 

29. Στα χρόνια της ανολοκλήρωτης θύελλας, στις αρχές της δεκαετίας του .70, τότε που ο αµερικάνικος ιµπεριαλισµός δεχόταν µια σειρά κτυπήµατα ιδίως από τους λαούς της Ινδοκίνας, µε πρωτοπόρο τον ηρωικό λαό του Βιετνάµ, στην Ιταλία, µέσα στα εργοστάσια που βρίσκονταν σε αναβρασµό, κυκλοφορούσε ένα σύνθηµα: «Ο Ανιέλι έχει την Ινδοκίνα µέσα στο εργαστήριο» (Agnelli l’ Indocina ce l’ ha in officina). Η αντεπανάσταση επικράτησε και πανηγυρίζει για τον "µετακοµµουνιστικό κόσµο" γιατί ο Ανιέλι (δηλαδή η αστική τάξη) µπόρεσε να µεταφέρει το εργαστήριο στην Ινδοκίνα (δηλαδή σε µια σειρά από χώρες κυριολεκτικά η Fiat παράγει εξ ολοκλήρου πλέον αυτοκίνητά της σε ανατολικές χώρες).

Αυτή η αντιστροφή και παράφραση ενός συνθήµατος περιγράφει µια δραµατική πορεία, ένα µεγάλο και πραγµατικό σεισµό και µια ανατροπή που ζήσαµε τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Κανένας από όσους λένε πως θέλουν να αντιµετωπίσουν τη Νέα Τάξη Πραγµάτων, τον ολοκληρωτικό καπιταλισµό, το σφαιρικοποιηµένο µεταβιοµηχανικό καπιταλισµό κλπ κλπ δεν θα µπορέσει να κάνει ούτε ένα βήµα απλά περιγράφοντας ορισµένα από τα σηµάδια που φέρνει στην επιφάνεια ο παγκοσµιοποιηµένος καπιταλισµός, αν δεν µπορέσει, αν δεν πασχίσει να εξηγήσει πώς έγινε αυτή η αντιστροφή µέσα στα τριάντα τελευταία χρόνια.

 

- Η παρατεταµένη παγκόσµια κρίση

 

30. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, παρά και ενάντια σε όλες τις δοξασίες που έβλεπαν τον καπιταλισµό να έχει αποκτήσει αυτορυθµιστικές ικανότητες που γιατρεύουν και εξαφανίζουν τις αντιφάσεις που τον διαπερνούν, έκανε την εµφάνισή της η παγκόσµια οικονοµική κρίση του καπιταλιστικού συστήµατος.

Η οικονοµική κάµψη και το λαχάνιασµα των οικονοµιών, που παρουσιάστηκε από χώρα σε χώρα στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, γενικεύτηκε από το 1973 και ύστερα. Πήρε ανοιχτά τα χαρακτηριστικά µιας παγκόσµιας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Το παραγµένο κεφάλαιο δεν βρίσκει ικανοποιητικούς όρους επένδυσης, επέκτασης και νέων κερδών και στέκεται καταρχήν αχρησιµοποίητο, για να στραφεί µαζικά και ιλιγγιώδικα σε ιδιαίτερες, παρασιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Η "χρηµατιστηριοποίηση της οικονοµίας", που γνωρίζει µια αποθέωση στις µέρες µας, έχει τη ρίζα της σε αυτήν την εξέλιξη.

Η παρούσα κρίση παρουσιάζει οµοιότητες και διαφορές σε σχέση µε την κρίση του 1929-31.

Οι οµοιότητες: α) η έκρηξή της συντελείται ύστερα από µια παρατεταµένη περίοδο θετικής οικονοµικής συγκυρίας, β) η εµφάνιση φαινοµένων στασιµότητας, γ) η εκτεταµένη ανεργία και η πτώση της παραγωγής.

Οι διαφορές: δεν υπήρξε η γενική πτώση των τιµών, χαρακτηριστικό της περιόδου 1929-31. Εδώ η πτώση εµφανίστηκε, αντίθετα, µε µια πολύ σύνθετη διαδικασία: Υπερτίµηση τιµών στρατηγικής σηµασίας προϊόντων σε µια πρώτη φάση, και πτώση των τιµών σε µια δεύτερη φάση.

Οι σηµαντικότερες διαφορές µπορούν να επισηµανθούν: α) στο ρόλο που έπαιξαν και παίζουν οι διαρθρωτικές µεταβολές στη δοµή του συστήµατος, οι οποίες συντελέσθηκαν µετά την κρίση του 1929-31, και ειδικότερα στο ρόλο του πιστωτικού και νοµισµατικού συστήµατος και των κρατικών ή υπερεθνικών παρεµβάσεων, β) από το 1929 και ύστερα, όµως ,προχωρά µε γοργούς ρυθµούς η τυπική και πραγµατική υπαγωγή της επιστήµης στο κεφάλαιο γ) η εµπλοκή στην κρίση του ανατολικού κόσµου, πράγµα που δεν συνέβηκε στην κρίση του 1929-31 - τότε η ΕΣΣΔ, η µόνη σοσιαλιστική χώρα, κατάγραφε πρωτόγνωρους ρυθµούς αύξησης, την ίδια στιγµή που ο καπιταλιστικός κόσµος γνώριζε τη µεγαλύτερη ως τότε κρίση του.

Αν θέλουµε µπορούµε να υποσηµειώσουµε και άλλες, όχι δευτερεύουσες διαφορές: Η κρίση του 1929-31 ξέσπασε ύστερα από µια σύντοµη περίοδο αναζωογόνησης, που στάθηκε αποτέλεσµα της υποχώρησης των κυµάτων της επανάστασης, η οποία σάρωσε στην περίοδο 1917-23 την Ευρώπη και τον τοτινό αποικιακό κόσµο. Όµως ήδη είχε συντελεστεί η διάσπαση της παγκόσµιας αγοράς του καπιταλισµού. Η τωρινή κρίση, αντίθετα, ξέσπασε όταν καταλάγιασαν βασικά οι µεγάλες επαναστατικές θύελλες που σάρωσαν και τις ανεπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες και την "περιφέρεια".

Ακόµα, ενώ σε αυτό το πεδίο η στρατηγική και η ταχτική του κοµµουνιστικού κινήµατος στη διάρκεια του ‘30 ήταν επιθετική, στην παρούσα κρίση ο ρόλος των λεγόµενων κοµµουνιστών και εργατικών εκφραστών ήταν η συνδιαχείριση, οι εποικοδοµητικές προτάσεις, έστω οι "αµυντικές", δηλαδή οι εκ των προτέρων καταδικασµένες και υπονοµευµένες µάχες για την "τιµή των όπλων".

 

31. Το αστικό ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο, µε όλους τους περί την οικονοµία παρατρεχάµενούς του, για πολλά χρόνια δεν έβλεπε καθόλου κρίση, παρά µόνο κάποιες υφέσεις πρόσκαιρες. Άλλοι, πιο ριζοσπάστες, πιανόµενοι από τη µεγάλη διάρκεια της κρίσης έφταναν στο συµπέρασµα ότι πρέπει να αµφισβητήσουµε την ίδια την έννοια της κρίσης. Η έννοια της παρατεταµένης κρίσης δεν µπορούσε να αναγνωριστεί. Ετσι γίνονταν κουβέντα για µια αδιάκοπη εναλλαγή ύφεσης και ανάκαµψης ή επισηµαίνονταν, έτσι, κάπως ξεκάρφωτα, ορισµένα "επεισόδια", όπως τα πετρελαϊκά σοκ του 1973 και του 1979 ή το χρηµατιστηριακό κραχ του 1987.

Όµως δεν θέλουν και δεν µπορούν να δουν µια πραγµατικότητα: Μετά τη γενική κρίση του 1929, το 1936-37 ξέσπασε κρίση υπερπαραγωγής, παρ. όλα τα ισχυρά αντίδοτα που είχαν αρχίσει να εµφανίζονται ("νιου ντιλ" στις ΗΠΑ, Χίτλερ-Σαχτ στη Γερµανία, "συντεχνιακό κράτος" στην Ιταλία, κεϋνσιανισµός στην Αγγλία). Η κρίση αυτή διοχετεύτηκε στο Β’ παγκόσµιο πόλεµο. Μετά το Β’ παγκόσµιο πόλεµο, οι κρίσεις που βαφτίζονται "υφέσεις" επιταχύνονται: 1947-48, 1953-54, 1957-59. Αυτές οι "υφέσεις" αυτές αγκαλιάζουν στην περίοδο αυτή ξεχωριστές χώρες. Γι’ αυτό, όταν η οικονοµία µιας χώρας έµπαινε σε υφεσιακή φάση, οι άλλες βρίσκονταν σε φάση επέκτασης, και εποµένως µπορούσαν να έχουν αντικυκλική λειτουργία.

Μετά το 1973 οι κύκλοι ενοποιήθηκαν, και γι. αυτό η κρίση ξεχωριστών χωρών γίνεται, άµεσα ή περίπου, κρίση όλων των χωρών. Η συγκέντρωση κεφαλαίων αυξάνεται µε επιταχυνόµενο τρόπο, πέφτει αδιάκοπα το ποσοστό κέρδους, η παραγωγική βάση περιορίζεται, η ανεργία αυξάνεται. Οι στιγµές της ανάκαµψης γίνονται αναπόφευκτα όλο και συντοµότερες και πιο επιφανειακές, ενώ, αντίθετα, οι φάσεις της ύφεσης όλο και πιο σοβαρά µπάζουν σε µια πορεία µόνιµης παρατεταµένης κρίσης.

Τη γενικευµένη απόλυτη πτώση της παραγωγής του 1973-74 την ακολούθησε µια πορεία από ανακάµψεις και υφέσεις (κυµατοειδής πυρετός), µε τάση την όλο και πιο αποφασιστική ύφεση και την όλο και πιο διστακτική ανάκαµψη, µε µέσα ποσοστά ανάπτυξης µικρότερα ή πολύ µικρότερα (έως και µηδενικά) από το µισό των αντίστοιχων µέσων ποσοστών ανάπτυξης της περιόδου των λεγόµενων "30 ένδοξων χρόνων" (1945-75). Το λάδωµα της µηχανής από τότε στηρίζεται κύρια στην "αναζήτηση ευκαιριών" µέσα από την πρωτοφανή συµπίεση και απόρριψη της εργατικής δύναµης και µέσα από τη διεθνοποιηµένη παρέµβαση των πολυεθνικών πολυκλαδικών µονοπωλίων και των νοµισµατικών-πιστωτικών µηχανισµών.

 

32. Όµως έχουµε πολλά σηµάδια, γεγονότα, επεισόδια, τριγµούς, σπασµούς που δίνουν όλη την έµφαση του παροξυσµού ή των παροξυσµών µέσα στην παρατεταµένη διεθνή κρίση. Το 1971 καταργήθηκε η µετατρεψιµότητα του δολαρίου σε χρυσό. Το 1973 έχουµε το πρώτο πετρελαϊκό σοκ, που θα χρησιµοποιηθεί µε δύο τρόπους: πρώτο για να συγκαλυφτεί η κρίση του συστήµατος, και δεύτερο σαν πρόσχηµα για να περάσουν οι πολιτικές λιτότητας ("περιορισµού της φερέγγυας ζήτησης"). Το 1979 έχουµε το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ και τη γενίκευση της πολιτικής λιτότητας µε την εµφάνιση του νεοφιλελευθερισµού. Το 1982 εκδηλώνεται η κρίση της χρέωσης, όταν πολλές χώρες δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις του χρέους τους. Το 1987 έρχεται η Μαύρη Παρασκευή, το κραχ της Γουόλ Στριτ, να ταράξει την ευδαιµονία που είχε κυριαρχήσει. Από τότε τα σηµάδια και επεισόδια όλο και πληθαίνουν. Το 1992 το καµάρι της ρύθµισης, το Ευρωπαϊκό Νοµισµατικό Σύστηµα, γνωρίζει ισχυρούς τριγµούς, που θα επαναληφθούν το 1994. Το Δεκέµβρη 1994-Γενάρη 1995 το Μεξικό θα γνωρίσει µια µεγάλη χρεοκοπία, που θα ταράξει τις οικονοµίες πολλών χωρών. Το καλοκαίρι του 1997 το άλλο καµάρι, οι "τίγρεις" της Νοτιοανατολικής Ασίας, θα γνωρίσουν µια σειρά από καταρρεύσεις. Και το φθινόπωρο του 1997 θα έρθει το κραχ του Χονγκ Κονγκ, που µόλις είχε ενσωµατωθεί στην Κίνα, για να σπείρει τον πανικό σε όλα τα χρηµατιστήρια και να χρειαστεί να κάνουν καθησυχαστικές παρεµβάσεις οι Κλίντον και Κολ. Ετσι διαψεύστηκαν (για άλλη µια φορά) τα όσα ανάγγελναν οι "επιστήµονες" του Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου, ότι τάχα έρχεται αύξηση της τάξης του 4,8% και ότι ανοίγεται µια καταπληκτική περίοδος ανάκαµψης.

Πιστοποιήθηκε µέσα σε όλα αυτά τα χρόνια πως οι διεθνείς νοµισµατικές συµφωνίες και οι διεθνείς οργανισµοί που συνδέονται µε αυτές, ενώ λειτουργούν σαν λαδωτήρια της οικονοµίας ενεργώντας σαν αντίρροπες δυνάµεις σε µια κατάρρευση, µεταβιβάζουν ταυτόχρονα µε µεγαλύτερη ταχύτητα τις αντιθέσεις σε ολόκληρη την καπιταλιστική αλυσίδα, τις παγκοσµιοποιούν. Ετσι οι κρίσεις γίνονται όλο και πιο παγκόσµιες και µεταφέρονται στο εσωτερικό των ίδιων των µηχανισµών. Αυτός είναι ο λόγος που ολόκληρο το νοµισµατικοπιστωτικό σύστηµα συγκλονίζεται από διαρκείς αναστατώσεις, που άλλοτε έχουν τη µορφή της συναλλαγµατικής αστάθειας, άλλοτε του πολέµου των επιτοκίων κλπ.

 

- Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση

 

33. Μέσα στο περιβάλλον της παρατεταµένης κρίσης γεννήθηκε και δυνάµωσε µια αναδιαρθρωτική κίνηση, δηλαδή η απάντηση της αστικής τάξης στην κρίση. Πάνω στο έδαφος της αναδιάρθρωσης πραγµατοποιήθηκαν όλες οι σηµαντικές µεταβολές, και στη δοµή του κεφάλαιου και στην κοινωνική και ταξική διαστρωµάτωση στις µητροπόλεις, στην ύπαιθρο και την περιφέρεια του κόσµου αλλά και εµφανίστηκαν όλες οι τροποποιήσεις της οικονοµικής και πολιτικής δύναµης ανάµεσα σε βασικά κέντρα-κρίκους του διεθνούς συστήµατος.

Η απάντηση των δυνάµεων του κεφάλαιου δεν µπορούσε να είναι µια συνηθισµένη επανάληψη όλων των µέχρι τη στιγµή εκείνη χρησιµοποιηµένων τρόπων και γιατρικών. Ο λόγος είναι απλός: ενώ από το 1929-31 χρησιµοποίησε και εντατικοποίησε τη χρησιµοποίηση νέων "εργαλείων" ρύθµισης, όχι µόνο δεν µπόρεσε να αποτρέψει µια γενική κρίση, αλλά το µέγεθος, το βάθος και η ένταση της τελευταίας, που εµφανίστηκε συνεπής στο ιστορικό της ραντεβού, πιστοποιούσε το εξής: το καπιταλιστικό σύστηµα, για να διαιωνίσει την ύπαρξή του, έπρεπε να καταφύγει σε µια πρωτοφανέρωτης κλίµακας "απάντηση" στην υπερωρίµανση των υλικών όρων για το πέρασµα σε ένα ανώτερο κοινωνικό σύστηµα οργάνωσης.

Η πρωτοφανέρωτης κλίµακας απάντηση του κεφαλαίου ήταν η αναδιάρθρωση που κάτω από την αιγίδα του προωθήθηκε και προωθείται σε όλα τα µήκη και πλάτη της γης.

Γιατί «οι παραγωγικές δυνάµεις της εργασίας που το κεφάλαιο επιτάχυνε την πρόοδό τους µε το µαστίγιο, στη φρενίτιδά του για πλουτισµό χωρίς όρια και µέσα στους όρους που µονάχα το κεφάλαιο µπορούσε να πραγµατοποιήσει, αναπτύχθηκαν στο σηµείο που η κατοχή και η διατήρηση του γενικού πλούτου απαιτεί: 1ο λιγότερες εργάσιµες ώρες για ολόκληρη την κοινωνία, και 2ο η εργαζόµενη ανθρωπότητα να εγκαθιδρύσει ένα επιστηµονικό προτσές της ακατάπαυστα αυξανόµενης αναπαραγωγής, σε µια όλο και µεγαλύτερη αφθονία».

Γιατί έχουµε φτάσει στην περίοδο που «ο πραγµατικός πλούτος αναπτύσσεται τώρα χάρη στην τεράστια δυσαναλογία ανάµεσα στο χρησιµοποιούµενο χρόνο εργασίας και στο προϊόν του, και επίσης από την ποιοτική δυσαναλογία ανάµεσα στην εργασία που ανάχθηκε σε απλή αφαίρεση και στη δύναµη του προτσές παραγωγής που αυτή επιτηρεί».

Γιατί έχουµε φτάσει στο σηµείο που «η εργασία δεν παρουσιάζεται και τόσο σαν ένα συστατικό µέρος του προτσές παραγωγής. Ο άνθρωπος συµπεριφέρεται µάλλον σαν ένας επιτηρητής και ένας ρυθµιστής απέναντι στο προτσές παραγωγής».

Γιατί τάση του κεφάλαιου είναι «να δηµιουργεί όσο το δυνατό περισσότερη εργασία, µειώνοντας ταυτόχρονα την αναγκαία εργασία σ’ ένα µίνιµουµ. Το κεφάλαιο πασχίζει εποµένως να αυξάνει τον εργατικό πληθυσµό και να καθιστά ένα µέρος του υπεράριθµο και άχρηστο, µέχρι εκείνο που µπορεί το κεφάλαιο να χρησιµοποιεί».

Γιατί οξύνεται σε αφάνταστο βαθµό η αντίθεση που δηµιουργείται από το γεγονός ότι «στον ίδιο βαθµό που ο χρόνος εργασίας γίνεται από το κεφάλαιο το µοναδικό καθοριστικό στοιχείο, η άµεση εργασία και η ποσότητά της παύουν να είναι καθοριστικό στοιχείο στην παραγωγή και εποµένως στη δηµιουργία αξιών χρήσης».

Γιατί έχουµε µπει για τα καλά στην εποχή που «η κλοπή του χρόνου εργασίας του άλλου, που πάνω σε αυτήν στηρίζεται ο σηµερινός πλούτος, φαίνεται σαν µια άθλια βάση σε σχέση µε τη νέα βάση που δηµιουργήθηκε και αναπτύχθηκε από τη µεγάλη βιοµηχανία».

Γιατί µπορούµε πλέον να µπούµε σε µια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, όπου «όταν η εργασία, στην άµεση µορφή της, παύει να είναι η κύρια πηγή πλούτου, τότε ο χρόνος εργασίας παύει και πρέπει να πάψει να είναι το µέτρο του, και εποµένως η ανταλλαχτική αξία πρέπει να πάψει να είναι το µέτρο της αξίας χρήσης. Η υπερεργασία των µεγάλων µαζών έπαψε να είναι ο όρος ανάπτυξης του γενικού πλούτου, όπως η µη εργασία µερικών έπαψε να είναι ο όρος ανάπτυξης των γενικών δυνάµεων του ανθρώπινου µυαλού».

Γιατί «από το γεγονός αυτό, καταρρέει η παραγωγή που στηρίζεται στην ανταλλαχτική αξία, και το άµεσο προτσές παραγωγής βρίσκει τον εαυτό του απογυµνωµένο από τη µικροπρεπή, µίζερη και ανταγωνιστική µορφή. Πρόκειται τότε για την ελεύθερη ανάπτυξη των ατοµικοτήτων. Δεν µπαίνει πια ζήτηµα για τη µείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας σε ένα µίνιµουµ για να δηµιουργηθεί υπεραξία, αλλά µείωση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας σε ένα µίνιµουµ».

Γιατί όλα όσα προαναφέραµε γράφτηκαν πριν 150 χρόνια περίπου στα Grundrisse του Καρλ Μαρξ και θεµελίωσαν τη θέση και την άποψη της επικαιρότητας του κοµµουνισµού.

Ο ίδιος όµως, όταν έγραφε αυτές τις θέσεις, παρατηρούσε ακόµα πως: «Μέσα στην αστική κοινωνία που στηρίζεται στην ανταλλαχτική αξία αναπτύσσονται σχέσεις διανοµής και παραγωγής που αποτελούν άλλες τόσες εκρηκτικές ύλες έτοιµες να εκραγούν. Υπάρχουν αναρίθµητες αντιθετικές µορφές της κοινωνικής ενότητας, που ο ανταγωνιστικός τους χαρακτήρας δεν µπορεί να εξαλειφθεί µε ειρηνικούς µετασχηµατισµούς. Από την άλλη πλευρά, όλες µας οι απόπειρες να τις ανατινάξουµε θα ήταν καθαρός δονκιχωτισµός, αν δεν βρίσκαµε µέσα στα σπλάχνα της κοινωνίας, τέτοιας όπως είναι, τους υλικούς όρους παραγωγής και τις σχέσεις διανοµής της αταξικής κοινωνίας».

Η αναδιαρθρωτική λοιπόν κίνηση έπρεπε να προσπαθήσει να ακυρώσει και να συντρίψει όλες αυτές τις τάσεις και δυνατότητες - αλλά στην ουσία αναπαρήγαγε όλες τις εκρηκτικές ύλες και αντιθέσεις σε πολύ µεγαλύτερες διαστάσεις. Υπονοµεύει η ίδια τη βάση της σε πολύ µεγαλύτερη κλίµακα από αυτήν που υποτίθεται πως θέλησε να περισώσει µε την εφαρµογή της.

 

34. Η αναδιάρθρωση εποµένως έρχεται να αντιµετωπίσει όχι µια οποιαδήποτε κρίση, αλλά τη γενικευµένη κρίση που φέρνει στην επιφάνεια, µε τη µεγαλύτερη σφοδρότητα σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισµού, την τεράστια σύγκρουση που υπάρχει ανάµεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατοµικό χαρακτήρα ιδιοποίησης του παραγόµενου πλούτου.

Όµως αυτή η αντιµετώπιση δεν γίνεται σε ένα παρθένο περιβάλλον. Είναι υποχρεωµένη να αποτολµήσει τη συντριβή του ανταγωνισµού που έκφραζε, εκφράζει και µπορεί εν δυνάµει να εκφράσει, σε µια πολύ πιο διευρυµένη και βαθιά βάση, το κίνηµα του προλεταριάτου. Άρα η αναδιάρθρωση δεν αφορά µονάχα µια διαδικασία που αγκαλιάζει τον τοµέα της παραγωγής για να αντισταθµίσει τις τάσεις της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά τείνει και αγκαλιάζει όλες τις κοινωνικές πλευρές ύπαρξης της ανθρωπότητας. Είναι βαθύτατα πολιτική και ταξική.

Αποσκοπεί στη διάλυση, µε όλα τα µέσα, του ανταγωνιστικού πόλου. Είναι η υλικότητα αλλά και το άυλο της αντεπανάστασης.

 

 

Περισσότερα...

Βύρων Λάμπρου

Γιώργος Τσίπρας

 

Εδώ και τρεις δεκαετίες, το καπιταλιστικό σύστημα διανύει την πιο παρατεταμένη, βαθιά και αδιέξοδη κρίση του. Η κρίση αυτή και η προσπάθεια ξεπεράσματός της μέσα από μια παγκόσμιας κλίμακας αναδιάρθρωση, είναι το κεντρικό γεγονός, που γύρω του περιστρέφονταν και τροφοδοτήθηκαν όλες οι "θαυμαστές" περιπλοκές και "εκπλήξεις" που μας επιφύλαξε το τελευταίο τέταρτο του αιώνα μας...

 

"Αν πέσει το ποσοστό κέρδους, τότε απ' τη μια μεριά, το κεφάλαιο εντείνει τις δυνάμεις του για να μπορέσει ο ξεχωριστός καπιταλιστής, χρησιμοποιώντας καλύτερες μεθόδους κλπ, να συμπιέσει την ατομική αξία της μονάδας του εμπορεύματός του κάτω από τη μέση κοινωνική αξία του και να βγάλει έτσι, με δοσμένη την αγοραία τιμή, ένα έκτακτο κέρδος. Απ' την άλλη μεριά, αναπτύσσεται η κερδοσκοπία και η γενική έννοια της κερδοσκοπίας από τις μανιώδεις προσπάθειες με νέες μέθοδες παραγωγής, με νέες επενδύσεις κεφαλαίου, με νέες τυχοδιωχτικές περιπέτειες να εξασφαλίσουν κάποιο έκτακτο κέρδος, που να είναι ανεξάρτητο από το γενικό μέσο όρο και που να υψώνεται πάνω από αυτόν".

(Το Κεφάλαιο, τ. 3ος).

"Η καταστροφή του κεφαλαίου που προκαλείται από τις κρίσεις σημαίνει υποτίμηση μαζών αξίας, η οποία τις εμποδίζει να ανανεώσουν πάλι αργότερα στην ίδια κλίμακα το προτσές αναπαραγωγής τους σαν κεφάλαιο. Πρόκειται για καταστροφική πτώση των τιμών των εμπορευμάτων. Εκείνα που καταστρέφονται έτσι δεν είναι αξίες χρήσης. Αυτό που χάνει ο ένας το κερδίζει ο άλλος.

...Μεγάλο μέρος του ονομαστικού κεφαλαίου της κοινωνίας, δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας του υπάρχοντος κεφαλαίου, έχει εκμηδενιστεί για πάντα, παρ' όλον ότι αυτή ακριβώς η εκμηδένιση, επειδή δεν αφορά την αξία χρήσης, μπορεί να προωθήσει πολύ τη νέα αναπαραγωγή. Είναι ταυτόχρονα μια περίοδος, στην οποία οι καπιταλιστές του χρήματος πλουτίζουν σε βάρος των βιομηχάνων".

(Το Κεφάλαιο, τ. 4ος).

 

Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία άφησε πίσω της οριστικά την παρατεταμένη περίοδο της όποιας μεταπολεμικής ανάπτυξης, όχι προχθές, όχι πέρυσι με την ασιατική κρίση, ούτε το '87 με το κραχ της Γουόλ Στρητ, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του '70. Ήταν από τότε που μπήκε σε μια παρατεταμένη κρίση υπερπαραγωγής. Αυτή η αλήθεια προκύπτει σχεδόν αβίαστα από μια απλή παράθεση βασικών οικονομικών μεγεθών πριν και μετά το '73. Οι απολογητές του καπιταλισμού απωθούν συστηματικά αυτή την αλήθεια, αυτή την πραγματικότητα εννοιών, στα 25 πλέον χρόνια της κρίσης. Κυρίως, προσπάθησαν να υπερβούν αυτή την πραγματικότητα στην πράξη, με μια παγκόσμιας κλίμακας αναδιάρθρωση που επέφερε πρωτόγνωρες σε μέγεθος και βάθος αναστατώσεις, αντάξιες της πιο παρατεταμένης, βαθιάς και αδιέξοδης κρίσης που γνώρισε ποτέ ο καπιταλισμός. Η κρίση αυτή ήταν το κεντρικό γεγονός, που γύρω του περιστρεφόταν και τροφοδοτήθηκαν όλες οι "θαυμαστές" περιπλοκές και "εκπλήξεις" που μας επιφύλαξε το τελευταίο τέταρτο του αιώνα μας...

 

Δεν ήταν μονάχα τα φερέφωνα της αστικής τάξης που αρνούνταν να δουν την κρίση. Την κρίση αρνήθηκαν να δουν και πλήθος κριτικοί του καπιταλισμού. Ο Λένιν αποκηρύσσεται εδώ και δεκαετίες, ανοιχτά ή σιωπηρά, για τη θέση του "ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός που πεθαίνει". Κι αν η "κρίση του συστήματος" (που "ολοένα βαθαίνει" και δώστου "βαθαίνει" κοκ) κακόπαθε σαν έννοια και γινόταν από ορισμένους ανούσια καραμέλα, αυτό δεν αποτελεί άλλοθι της εθελοντικής στραβομάρας άλλων να διαπιστώσουν το ίδιο το γεγονός της κρίσης. Και το χειρότερο; Είδαν "θετικά" πολλές πλευρές της αναδιάρθρωσης, που φόρτωνε και φορτώνει την κρίση στις πλάτες των λαών. Ορισμένοι ήταν μέχρι πρόσφατα με το στόμα ανοιχτό μπροστά στο σφρίγος του καπιταλισμού, τη δυνατότητα αυτορρύθμισης και άλλα... Τώρα όλοι μαζί στέκουν έκθαμβοι μπροστά στο χειρότερο επεισόδιο αυτής της 25ετούς κρίσης. Κάποιοι μπορεί κιόλας να πουν "τα λέγαμε εμείς"... Αλλά το "κάλλιο αργά παρά ποτέ" θα 'χε εδώ τη θέση του μονάχα στο βαθμό που, έστω και τώρα, αναγνωριζόταν, όχι το πασιφανές γεγονός της κρίσης, αλλά της κεντρικότητάς της ως τροφοδότη της 25ετούς πορείας αναδιαρθρώσεων, καταρρεύσεων και της επιβολής της βίας Νέας Τάξης Πραγμάτων. Όμως αυτό θα σήμαινε το ξανακοίταγμα πολλών πραγμάτων μέσα από άλλο πρίσμα, και μια "παρελθοντολογία" δυσάρεστη σε πολλούς...

 

Ο "καπιταλισμός που πεθαίνει"

Παρατεταμένη κρίση σημαίνει πως όλα αυτά τα χρόνια οι λεγόμενες περίοδες ανάπτυξης και οι υφέσεις δεν ήταν παρά αναιμικές ανακάμψεις και υφεσιακά επεισόδια μέσα στο γενικό περιβάλλον της κρίσης. Ή αλλιώς, ο κυματοειδής πυρετός της οικονομίας-κόσμος. Από την άποψη της διάρκειας πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο στην ιστορία του καπιταλισμού. Όμως το παρατεταμένο της σύγχρονης κρίσης δεν δηλώνει μόνο τη διάρκειά της.

 

Εκατό ακριβώς χρόνια πριν το ξέσπασμά της, το 1873, ήταν η απαρχή της λεγόμενης Μεγάλης Ύφεσης, που βάστηξε περίπου ως τα μέσα της τελευταίας δεκαετίας (λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση του 1900-1903). Στην πραγματικότητα ήταν μια περίοδος σχετικά συχνών οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής που έπλητταν εναλλάξ τους ανεπτυγμένους τότε καπιταλισμούς. Εκδηλώνονταν σε συγκεκριμένους κλάδους και χώρες και η απαξίωση-καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και εμπορευμάτων έδινε το εναρκτήριο λάκτισμα ενός νέου κύκλου συσσώρευσης. Το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό (συγκεντροποίηση, εξαγωγή κεφαλαίου) έδινε τότε μια διέξοδο και "προοπτική". Η σημείωση κάποιου βαρόνου δυο χρόνια μετά το 1873 πως "ποτέ δεν παρατηρήθηκε κρίση τόσο μεγάλης διάρκειας", δείχνει το βάθος του προβλήματος τότε σε σχέση με σήμερα. Η σύγχρονη κρίση, αφού εξαντλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό όλες οι διέξοδοι, πορεύεται με μια παράλληλη απαξίωση-καταστροφή διαρκείας, χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική. Από δω και το παρατεταμένο.

 

Ήδη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η ιστορία των κρίσεων —ιστορία του καπιταλισμού— περνά σε άλλη φάση. Ουσιαστικά, στο μεσοπόλεμο δεν είχαμε κάποια περίοδο σχετικά μακρόχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την έννοια που προϋπήρξε του Α' ή θα υπάρξει μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά τη γενναία καταστροφή που προκάλεσε ο Μεγάλος Πόλεμος και τις "μοντέρνες" παραγωγικές μεθόδους (στρατιωτικοποίηση της εργασίας, Ταίηλορ) που εισήγαγε, η κρίση του 1921 παραμονεύει τον καπιταλισμό που δεν είχε καλά-καλά συνέλθει από τις επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Ο χαρακτηρισμός της επόμενης περιόδου από την III Διεθνή ως περιόδου "σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού" συνδύαζε την υποχώρηση-ανασύνταξη του επαναστατικού κινήματος και μια σχετική οικονομική ανάκαμψη ορισμένων, όχι όλων, των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Όχι μόνο η Μεγάλη Κρίση του '29 επιβεβαίωσε το προσωρινό της "σταθεροποίησης", αλλά η νέα ανάκαμψη που ακολούθησε εξαντλήθηκε πολύ σύντομα ('37-'38) και το πρόβλημα ήταν τόσο βαθύ που θα αναζητηθεί "διέξοδος" στην στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι "επαναστάσεις" του ταιηλορισμού (σημαία του Νιου Ντηλ στις ΗΠΑ όσο και του ναζιφασισμού), των "δανείων" σχεδιοποίησης απ' τον αντίπαλο και των νέου τύπου "διεθνοποιήσεων" (Ιαπωνία στην ανατολική Ασία, Γερμανία στη μεσευρώπη) δεν στάθηκαν ικανές να λύσουν το πρόβλημα. Τηρουμένων των αναλογιών, είχαμε λοιπόν την πρώτη έκδοση μιας παρατεταμένης κρίσης που οδήγησε και στην πρωτότυπη Νέα Τάξη.

 

Αλλά συστατικό στοιχείο της "γενικής κρίσης του καπιταλισμού" —άποψη της III Διεθνούς— ήταν τότε το ρήγμα που άνοιξε ο Οχτώβρης του ’17. Ρήγμα που διευρύνθηκε πολλαπλάσια μεταπολεμικά και γέννησε

«...δύο παράλληλες παγκόσμιες αγορές αντιμέτωπες η μία με την άλλη.

...Σαν βασικότερο οικονομικό αποτέλεσμα του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου και των συνεπειών του πάνω στην οικονομία πρέπει να θεωρήσουμε την κατάρρευση της ενιαίας καθολικής παγκόσμιας αγοράς.

...Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι εξακολουθεί ακόμα να ισχύει η γνωστή θέση του Στάλιν για τη σχετική σταθεροποίηση των αγορών στην περίοδο της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, που είχε διατυπωθεί πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο;

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει, ότι εξακολουθεί ακόμα να ισχύει η γνωστή θέση του Λένιν, που τη διατύπωσε την άνοιξη του 1916, για το ότι παρά την αποσύνθεση του καπιταλισμού, στο σύνολο του ο καπιταλισμός αναπτύσσεται πολύ γρηγορότερα από πριν;

Νομίζω πως δεν μπορεί πια να υποστηρίξει κανείς τις θέσεις αυτές».

(Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ).

 

Η άρση της διάσπασης της παγκόσμιας αγοράς, το σε στάδια γεφύρωμα του ρήγματος από τα μέσα της δεκαετίας του '50 με την αποσταλινοποίηση κι αργότερα την απομαοποίηση, "διέψευσε" τους "καταστροφολόγους" και πρόσφερε μεταπολεμικά στον καπιταλισμό μια ανάσα ασύγκριτα μεγαλύτερη από την τελική κατάρρευση της ανατολικής Ευρώπης πριν λίγα χρόνια. Κι όμως "παράδοξα", ο καπιταλισμός, που έκλεισε την πληγή του και παγκοσμιοποιήθηκε μετά από μια περίοδο διάσπασης του συστήματος, βυθίζεται στη χειρότερη κρίση, "τη μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση των τελευταίων 50 ετών" όπως δήλωσε ο Κλίντον, και οι Νιου Γιορκ Τάιμς παρατηρούσαν πρόσφατα ότι "η παράλυση της μεταπολεμικής Ρωσίας θα μπορούσε να αποδειχθεί για τον καπιταλισμό πολύ μεγαλύτερη απειλή από το Στάλιν". Και βέβαια το πρόβλημα δεν ξεκινάει από την παράλυση της Ρωσίας. Κυρίως, αποδείχνεται ότι το πρόβλημα δεν βρισκόταν απλά στα μυαλά των "καταστροφολόγων", και συνεχίζει να υπάρχει εντεινόμενο την ίδια στιγμή που μοιάζουν να εξαντλούνται τα "παρθένα εδάφη" παραπέρα επέκτασης του κεφαλαίου, δηλαδή παραπέρα απομύζησης και πραγμάτωσης υπεραξίας οριζόντια (διεθνώς) και κάθετα.

 

Χάρη στην ενσωμάτωση του ανατολικού κόσμου στην παγκόσμια αγορά και την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος, ο καπιταλισμός απέκτησε ανέλπιστα βαθμούς ελευθερίας που δεν διέθετε στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Το νέο βάθεμα και επέκταση της διεθνοποίησης (νεοαποικισμός, χρεομηχανή κλπ) στα "30 ένδοξα χρόνια", η "επιστημοτεχνική επανάσταση" ενάντια στην εργαζόμενη κοινωνία και πολλά άλλα, αποτελούν ήδη "κεκτημένα", σ' ανατολή και δύση, όταν φουλάρουν οι μηχανές της αναδιάρθρωσης στη δεκαετία του '80 για να αντιμετωπιστεί η κρίση. Ενδεικτικά, το ποσοστό των εξαγωγών ως προς το παγκόσμιο ΑΕΠ επανήλθε στα προ-οχτωβριανά επίπεδα μόλις το 1970, και από τότε αυξήθηκε από το 12% στο 17%. Ιδιαίτερα μετά το πέρασμα στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, η αναδιάρθρωση προχώρησε πολύ βαθύτερα στην εξασφάλιση για το πολυεθνικό κεφάλαιο νέων πηγών κέρδους και την ένταση αυτών που ήδη υπήρχαν, σε μια εναγώνια αναζήτηση εξόδου απ’ την κρίση.

Μάταια, μας διαβεβαιώνει για μια ακόμη φορά το τελευταίο επεισόδιο.

 

Ο Μαρξ, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, εξετάζοντας τα αδιέξοδα-όρια του καπιταλισμού, γράφει ότι:

«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα (υπογρ. δική μας), που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια. ...Τα όρια μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι' αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μέθοδες παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του...

...Δεν παράγονται, ανάλογα με τον πληθυσμό πάρα πολλά μέσα συντήρησης. Αντίθετα. Παράγονται πολύ λίγα, τόσα που δεν φθάνουν για να μπορεί να ζει η μάζα του πληθυσμού όπως πρέπει και ανθρώπινα.

Δεν παράγονται πάρα πολλά μέσα παραγωγής, τόσα όσα χρειάζονται για να απασχολείται το ικανό για εργασία μέρος του πληθυσμού.

...Περιοδικά, όμως, παράγονται πάρα πολλά μέσα εργασίας και μέσα συντήρησης, τόσα που δεν μπορούν να τα βάλουν να λειτουργήσουν σαν μέσα εκμετάλλευσης των εργατών με ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους.

...Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών».

 

Οι διαφορές, βέβαια, ανάμεσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό στο τέλος του αιώνα μας και στους καπιταλισμούς του 19ου αιώνα είναι τεράστιες. Οι διαφορές έγκεινται στα νέα ποιοτικά γνωρίσματα που σηματοδοτεί το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό και η ανάπτυξη των γνωρισμάτων αυτών μέχρι τις μέρες μας, κι αφού έχει μεσολαβήσει η "παρένθεση" της ανατροπής. Η κύρια διαφορά είναι πως αντικείμενο των μέσων έγιναν, δίπλα στην εργατική τάξη των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, οι λαοί ολόκληρων χωρών, των εξαρτημένων και μισοαποικιακών χωρών. Η κύρια διαφορά είναι η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η σε πρωτόγνωρη κλίμακα διεθνοποίηση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση της λεγόμενης οικονομίας-κόσμος, δηλαδή της "οικονομίας" που κυριαρχείται από μερικές εκατοντάδες πολυκλαδικά-πολυεθνικά μονοπώλια (πολυεθνικές) και κυριαρχεί στην υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία, είναι το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα σε μια χούφτα ιμπεριαλιστικές χώρες.

 

Ωστόσο το όριο του κεφαλαίου δεν έπαψε να αποτελεί εσωτερικό όριο του ίδιου του καπιταλισμού μετά το πέρασμα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, δεν έπαψε να αποτελεί όριο ούτε στις μέρες μας, μέρες της πιο μεγάλης ελευθερίας για το κεφάλαιο μετά το ‘17. Τα μέσα, στα οποία αναφέρεται ο Μαρξ, πλήθυναν αφάνταστα ως τις μέρες μας, περιπλοκοποιήθηκαν, απόκτησαν τεράστια μεγέθη. Κι όμως, δεν έπαψαν να του "αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια", όσο κοινός παρονομαστής των μέσων ήταν και παραμένει αντικειμενικά η απαίτηση της ιδιοποίησης όλο και μεγαλύτερης μάζας υπεραξίας. Αυτή η ίδια απαίτηση αντιφάσκει την "επόμενη στιγμή" με την παραπέρα απόσπαση και πραγμάτωση (με την πώληση εμπορευμάτων) υπεραξίας και προκαλεί ή διαιωνίζει την κρίση υπερπαραγωγής. Η συσσώρευση της νεκρής εργασίας σε βάρος της ζωντανής εργασίας μέσα στην —διεθνοποιημένη πια— παραγωγική διαδικασία δεν έπαψε να αποτελεί σύμφυτη επιδίωξη και συνάμα την πηγή πονοκεφάλων της καπιταλιστικής παραγωγής. Τα εσωτερικά όρια του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δεν διαφέρουν επί της ουσίας από τα εσωτερικά όρια των καπιταλισμών του 19ου αιώνα. Οι περιοδικές κρίσεις των δεύτερων αποτελούν μικρογραφίες —ποσοτικά, ποιοτικά και χρονικά— της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

 

Η παγκοσμιοποίηση

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ένα πολύ μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας εργατικής τάξης βρίσκεται πρακτικά έξω από την αγορά εμπορευμάτων της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής, δεν λειτουργεί δηλαδή τόσο σαν αγοραστική δύναμη, παρά μόνο ή κυρίως σαν αξιοπαραγωγός δύναμη, και μάλιστα κατά ένα μέρος με εργάσιμη ημέρα 10, 12 ή και 16 ωρών. [Εδώ έχουμε βέβαια μια ομοιότητα και επαναφορά στα στάνταρς του 19ου αιώνα παρά μια διαφορά]. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης στις "αναπτυσσόμενες" χώρες, αλλά κι ένα μικρότερο στις ίδιες τις μητροπόλεις, βρίσκεται έξω από κάθε λογαριασμό "φερέγγυας ζήτησης". Αυτή η πραγματικότητα, αφού δεν υπήρχε ή υπήρχε σε μικρότερο βαθμό παλιότερα, δημιούργησε ένα νέο δεδομένο για την οικονομία-κόσμος. Γιατί, με την υπερεκμετάλλευση αυτού του τμήματος της παγκόσμιας εργατικής τάξης αναδύθηκε μια νέα πηγή υπεραξίας (και μεταφοράς της κυρίως προς το κέντρο της οικονομίας-κόσμος) που σε μεγάλο βαθμό δεν υπήρχε πριν ούτε σαν τέτοια ούτε σαν αγοραστική δύναμη, και ταυτόχρονα τονώθηκε μέσω της πτώσης των τιμών και της αύξησης εισοδήματος η συνολική αγοραστική δύναμη όλων των άλλων (χωρίς αυτό να σημαίνει και τόνωση της αγοραστικής δύναμης του καθένα χωριστά) που συμμετέχουν στην αγορά εμπορευμάτων. [Για παράδειγμα, "ένα ζευγάρι αθλητικών παπουτσιών ΝΙΚΕ, που έχει κατασκευαστεί στην Ινδονησία και πωλείται στις ΗΠΑ αντί 80 δολαρίων, έχει αγοραστεί" από την εταιρία έναντι 20 δολαρίων από τον ντόπιο κατασκευαστή και έχει μεταπωληθεί στον αμερικανό καταστηματάρχη έναντι 40 δολαρίων. Το κόστος παραγωγής κάθε ζευγαριού παπουτσιών του είδους αυτού ανέρχεται σε μόλις 3 δολάρια ΗΠΑ, χάρη στα χαμηλά ημερομίσθια της Ινδονησίας" (Χέραλντ Τριμπιούν, Καθημερινή 27-10-96)]. Στην πράξη αυτό έγινε με την εξαγωγικά προσανατολισμένη "ανάπτυξη" μιας σειράς χωρών, σε μερικές από τις οποίες βασίστηκε σε μια νέα πρωταρχική συσσώρευση-αγροτική έξοδος-εξαθλίωση μεγάλης κλίμακας, με τη ραγδαία απαξίωση της εργατικής δύναμης στις πρώην ανατολικές χώρες και την υπαγωγή τους στην οικονομία-κόσμος, με την ανατίναξη ολόκληρων οικονομιών και περιοχών και τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα που αυτή γέννησε, και τέλος με τη δυαδικοποίηση σε άλλες πιο ανεπτυγμένες χώρες της δύσης που οδήγησε στην εξαθλίωση τμημάτων της εργατικής τάξης και την προλεταριοποίηση μικρομεσαίων στρωμάτων [στην περίπτωση των χωρών αυτών η απώλεια της πρώην αγοραστικής δύναμης αυτών που πλήγηκαν αντενεργεί με τα οφέλη της δυαδικοποίησης από την άποψη της παγκόσμιας κρίσης].

 

Η αξιοποίηση αυτού του παρθένου —για τον παγκόσμιο καπιταλισμό— εδάφους ήταν κομμάτι της γενικότερης μεταφοράς εκείνων των βιομηχανικών τμημάτων της παραγωγής που στηρίζονται στην ένταση εργασίας προς τις χώρες με φτηνή εργατική δύναμη. Συνολικά, διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται μια πλανητική πυραμίδα, με ροή υπεραξίας από τη βάση (καύσιμη ύλη) προς την κορυφή, που το μέγεθος και τα ποσοστά της είναι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία.

 

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η υπερχρέωση και οι διαστάσεις που αυτή πήρε, αποτέλεσε επίσης ένα νέο δεδομένο, αυτό της "χρεομηχανής", αφού αναδύθηκε έτσι ένας νέος μηχανισμός ιδιοποίησης υπεραξίας και γενικά πόρων από την οικονομία-κόσμος. Ακόμη πιο γενικά, το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα και η γιγάντωση της φανταστικής οικονομίας απέναντι στην πραγματική, επιτρέπει στο πολυεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο —σε βαθμό και κλίμακα ασύγκριτα μεγαλύτερους σε σχέση με το τραπεζικό κεφάλαιο του 19ου αιώνα — την ιδιοποίηση τεράστιων μαζών αξίας σε πλανητική κλίμακα καθώς και το ταχύτατο "μάζεμα χαρτιών" (συγκεντροποίηση) σε συνθήκες απαξίωσης, απαξίωσης που έχει επιπλέον τη δυνατότητα αυτό το ίδιο να προκαλεί ή να πληροφορείται έγκαιρα.

 

Απ' την άλλη μεριά, το παραφούσκωμα αυτής της φανταστικής οικονομίας σε αναντιστοιχία με την πραγματική, επιτρέπει τη συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης που κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε ήδη οδηγήσει σε επεισόδιο υπερπαραγωγής. Αν και μεσοπρόθεσμα το μόνο που επιτυγχάνεται έτσι είναι ένα ακόμη πιο παταγώδες επεισόδιο, η λειτουργία αυτή του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος σκόπιμα ξεχνιέται όταν καταγγέλλεται ως υπεύθυνο πχ για την πρόσφατη κρίση στις χώρες της ΝΑ Ασίας, αφού, χωρίς τον "κερδοσκοπικό πυρετό" που προηγήθηκε (όπως προηγείται άλλωστε σε κάθε επεισόδιο ήδη από τους καπιταλισμούς του 19ου αιώνα), η υπερπαραγωγή-απαξίωση στην περιοχή αυτή θα είχε εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα, όπως εκτιμούν ορισμένοι από τους ίδιους τους αστούς αναλυτές. Ό,τι έγινε στη δεκαετία του '80 στην Ιαπωνία παρατείνοντας το "θαύμα" πριν απ' τη βαθιά ύφεση, επαναλήφθηκε με χειρότερους όρους στην Α. Ασία. Το ίδιο το ΔΝΤ εκτιμά σε 2.5% τον ελάχιστο ρυθμό παγκόσμιας ανάπτυξης για να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση του παγκόσμιου ιδιωτικού και δημόσιου χρέους. Αυτό δεν δείχνει μόνο την έκθεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο τζόγο, αλλά κι αντίστροφα την αδυναμία της σύγχρονης πραγματικής παραγωγής να λειτουργήσει χωρίς αυτόν. "Η οικονομία καζίνο δεν είναι μια εκτροπή, ένα ξένο σώμα σε ένα σύστημα αλλά αποτελεί τον όρο για τη διαιώνιση του" (Κρίση της οικονομίας-κόσμος, Ί992, εκδοτική ομάδα Α/συνεχεια). Η ανάκαμψη των τελευταίων ετών βασίστηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη χρέωση, τον τζόγο και τον παρασιτισμό, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Α. Ασία.

 

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, το άνοιγμα των συνόρων και η φιλελευθεροποίηση-απορρύθμιση των αγορών για τις εξαρτημένες και μισοαποικιακές χώρες συνδυάστηκε με την ένταση του προστατευτισμού της οικονομίας-κόσμος απέναντι τους παρά τα όσα διατυμπανίζονται για το αντίθετο. Οι περιφερειακές ολοκληρώσεις (ΕΕ, ΝΑΦΤΑ, ΑΠΕΚ κλπ) αποτέλεσαν ιδιαίτερες επιδιώξεις των τριών κέντρων της οικονομίας-κόσμος μέσα στο γενικό πλαίσιο του δίπολου προστατευτισμός για μας - απορρύθμιση για τους άλλους. Ανάμεσα στο 1970 και το 1997, οι χώρες που κατάργησαν τον έλεγχο συναλλάγματος για εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν από 35 σε 137. Αυτή η "απορρύθμιση του άλλου" (κατά το "επιστημονική οργάνωση της εργασίας του άλλου") συνοδεύτηκε — και η ίδια ενίσχυσε τη δύναμη επιβολής τους— από τα περίφημα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής των εξαρτημένων οικονομιών, με τη βοήθεια των πολυεθνικών οργανισμών οικονομικού ελέγχου που διαθέτει η οικονομία-κόσμος (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΠΕ, κλπ) και των μηχανισμών περιφερειακών ολοκληρώσεων. Αυτά, ανάμεσα σ' άλλα, αύξησαν ραγδαία το ζωτικό χώρο της οικονομίας-κόσμος για τα προϊόντα της, έβγαλαν ανέλπιστα γρήγορα απ' τη μέση ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, και πολλαπλασίασαν σε λίγες δεκαετίες τον παγκόσμιο ή περιφερειακό μονοπωλιακό έλεγχο παραγωγής και εμπορίας ολόκληρων κλάδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή της υποσαχάριας Αφρικής, η διαρθρωτική προσαρμογή σήμανε την πλέρια αποσάθρωση ό,τι χτίστηκε στις δεκαετίες '60-'70, ώστε σήμερα να είναι εξασφαλισμένη η φτηνή (και στρατηγική απέναντι σε τρίτους) πρόσβαση σε πρώτες ύλες, το αντίτιμο των οποίων επιστρέφει μέσω χρεομηχανής στο "κέντρο" —η περιοχή αυτή δεν υπολογιζόταν έτσι κι αλλιώς για τη συμβολή της ως αγοραστική δύναμη.

Τέλος, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η απαξίωση-καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να μην φέρνει τη "λύση" στο πρόβλημα της κρίσης όπως το 19ο αιώνα, έγινε όμως ένα ισχυρό διαρκές μέσο ανακούφισης της οικονομίας-κόσμος σε κρίση, επέκτασης των αγορών για τις πολυεθνικές και επιτάχυνσης των διαδικασιών συγκεντροποίησης.

 

Από το '73 και δώθε, τα αλλεπάλληλα επεισόδια της παρατεταμένης κρίσης ωθούσαν κάθε φορά στο βάθεμα και την επέκταση όλων των παραπάνω, ενώ δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι και το τωρινό επεισόδιο θα σπρώξει σε μια νέα εφόρμηση, όπως σαφώς το δείχνουν και οι ιαχές από επίσημα χείλη για την ελλιπή φιλελευθεροποίηση των αγορών ως αιτία του νέου επεισοδίου(!).

 

Η Α. Ασία

Οι χώρες της Ανατολικής Ασίας είναι κοινό τέκνο, απ' τη μια, της αντεπανάστασης και του αντικομουνισμού κατά τα "30 ένδοξα χρόνια", κι απ' την άλλη, των πολιτικών αντιμετώπισης της σύγχρονης κρίσης, δηλαδή της αναδιάρθρωσης μέσα στην περίοδο της κρίσης. Πρόκειται για οικονομίες-εκτρώματα, οικονομίες-εξαρτήματα του "κέντρου" —αν και οι περιπτώσεις διαφέρουν— που πρόσφατα πλήρωσαν ακριβώς την ιδιότητα τους αυτή.

 

Οι πρώην 4 "δράκοι της ανατολής" ή "νέες βιομηχανικές χώρες" βιομηχανοποιήθηκαν σαν επιλογή του ίδιου του δυτικού ιμπεριαλισμού. Τέτοια είναι κυρίως η περίπτωση της Ταϊβάν και της Ν. Κορέας. Η δεύτερη, μόνο, δέχτηκε οικονομική βοήθεια ανάμεσα στα 1945 και 1978 ίση περίπου μ' αυτήν που δέχτηκε ολόκληρη η αφρικανική ήπειρος το ίδιο διάστημα, χώρια την ογκώδη στρατιωτική βοήθεια, και τα στραβά μάτια που έκαναν ένα παλιότερο διάστημα οι ΗΠΑ απέναντι στον ισχυρότατο προστατευτισμό των οικονομιών τους, σε πλήρη αναντιστοιχία με τις πιέσεις του αμερικανοκίνητου ΔΝΤ και λοιπών προς όλες σχεδόν τις άλλες χώρες για άνοιγμα των συνόρων. Οι βιομηχανίες τους απογειώθηκαν σε μια πρώτη δόση από τις επιλεκτικές παραγγελίες των ΗΠΑ για τον πόλεμο του Βιετνάμ (όπως παλιότερα και η Ιαπωνία από τον πόλεμο στην Κορέα), και σε μια δεύτερη δόση, όταν ξεσπά πλέον η σύγχρονη κρίση —και συγχρόνως ανεβαίνει το γιεν— από την αναζήτηση φτηνών εργατικών χεριών στην περιοχή και τις μεγάλες άμεσες επενδύσεις από την Ιαπωνία. [Εννοείται ότι συστατικός όρος του "θαύματος" ήταν τα ωράρια α λα 19ος αιώνας και η ανυπαρξία συνδικαλιστικών ελευθεριών, πχ ο στρατιωτικός νόμος του Τσανγκ Και Σεκ στην Ταϊβάν άρθηκε μόλις το 1987].

 

Είναι η περίοδος που βαθαίνει αποφασιστικά η εξάρτηση των χωρών όλης της περιοχής από τον γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό σε αναζήτηση νέου ζωτικού χώρου, που σύντομα θα εκτοπίσει τις ΗΠΑ από την πρωτιά σε άμεσες επενδύσεις και εξαγωγές στις περισσότερες χώρες της περιοχής. Εξάρτηση σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, τεχνολογία, εξαγωγές, δάνεια και εμπορικά δίκτυα (πχ 70% των ταϊβανέζικων εξαγωγών περνούσαν μέσα από γιαπωνέζικες εμπορικές επιχειρήσεις, 59% των τεχνολογικών πατέντων της Ν. Κορέας ήταν γιαπωνέζικες κλπ). Στο χορό θα μπουν σταδιακά και οι πιο καθυστερημένες χώρες, αλλά πιο αργοπορημένα και σε χειρότερη μοίρα κι αφού έπρεπε πρώτα να τσακιστεί το επαναστατικό τους κίνημα —Νέα Τάξη Σουχάρτο στην Ινδονησία το '65, πραξικόπημα Μάρκος στις Φιλιππίνες το 72 και σε συνέχεια μέχρι τον "ολοκλη­ρωτικό πόλεμο χαμηλής έντασης" από την Ακίνο το '90-'93 υπό την καθοδήγηση Χόλμπρουκ, συντριβή του ταϊλανδέζικου αντάρτικου στα μέσα του '70 κλπ. Από το '79 και αποφασιστικά από το '89 θα προστεθεί και η Κίνα (σήμερα το 30% της "ανάπτυξης της" τροφοδοτείται από τις εξαγωγές).

 

Η Ιαπωνία, βρίσκοντας έδαφος μετακύλισης της κρίσης, θα λαχανιάσει λιγότερο από τις ΗΠΑ-Ευρώπη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας μας, συνεχίζοντας το θαύμα" της, ενώ οι χώρες της ΝΑ Ασίας θα μπουν μαζί με τους "δράκους" σε τροχιά "ξέφρενης ανάπτυξης", όπως λέγεται. "Ανάπτυξης" που, εκτός από βαθιά αντιλαϊκή και εξαρτημένη από τις ιμπεριαλιστικές οικονομίες, κυρίως τη γιαπωνέζικη, ήταν πέρα για πέρα στρεβλή και εξαρτημένη απόλυτα από τη δυνατότητα των εξωτερικών αγορών να απορροφούν τις εξαγωγές τους με τους ρυθμούς της δεκαετίας του 70. Ο μονοδιάστατος εξαγωγικός προσανατολισμός των οικονομιών τους, ιδιαίτερα των νεότερων υποψήφιων "δράκων", δεν έχει να κάνει στην περίπτωση τους με κάποια απλή στρέβλωση αφού ουσιαστικά χτίστηκαν εξολοκλήρου για να παράγουν φτηνά προς εξαγωγή. Με εξαίρεση μια λιγότερο ή περισσότερο υποτυπώδικη μεσαία τάξη, η εσωτερική "αγορά" (δεν μιλάμε για λαϊκές ανάγκες...) ελάχιστη σχέση είχε με τη δυναμική των οικονομιών τους. Πρόκειται έτσι για οικονομίες-εκτρώματα του ιμπεριαλισμού που οποιαδήποτε σύγκριση ακόμη και με το "πρότυπο", με την "εξαγωγική" αλλά και με τεράστια εσωτερική αγορά Ιαπωνία, είναι ατυχής.

 

Στη δεκαετία του '80 τα πρώην αναχώματα του "κομμουνιστικού κινδύνου" παύουν σταδιακά να είναι τέτοια, και έρχεται η ώρα να δεχτούν μια γερή δόση μετακύλισης της κρίσης. Η τελευταία πλήττει βαθύτερα εκείνη την περίοδο τις Η ΠΑ (κυρίως) και την Ιαπωνία (ιδιαίτερα από το '91 και σε συνέχεια), που απ' τη μια υψώνουν προστατευτικά τείχη στις δικές τους αγορές κι απ' την άλλη απαιτούν το άνοιγμα των αγορών των χωρών της περιοχής για τα δικά τους προϊόντα και επενδύσεις πλήττοντας τόσο τη βιομηχανία όσο και τη γεωργία τους. Έτσι πχ, το '87-'88 οι εξαγωγές της Ταϊβάν προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν μόνο 1% ενώ οι εισαγωγές της απ' αυτές 75%. Όσες χώρες αποπειράθηκαν να συνδυάσουν ανεξάρτητη τεχνογνωσία με τη διεύρυνση της εσωτερικής τους αγοράς θα "συνετιστούν" γρήγορα, και η "λύση" θα αναζητηθεί σε ακόμη φθηνότερο εργατικό δυναμικό και πιο "ήσυχο" —σε Ν. Κορέα κι αλλού φουντώνουν εργατικοί αγώνες επισημαίνοντας το τέλος του "θαύματος". Είναι η περίοδος που ξεπετάγεται μια δεύτερη γενιά "δράκων", οι "τίγρεις" (Μαλαισία, Ταϊλάνδη, Ινδονησία, Φιλιππίνες κλπ) με ακόμη πιο εκτρωματικούς όρους "εξαγωγικής ανάπτυξης", και επιμηκύνοντας την πυραμίδα ροής υπεραξίας προς το "κέντρο". [Πχ, οι εξαγωγές αποτελούσαν το 79% της παραγωγής στην Μαλαισία και το 29% στην Ταϊλάνδη πριν την κατάρρευση του μπαχτ το '97, ενώ η αύξηση κατά 25% του όγκου εξαγωγών της τελευταίας το πρώτο εξάμηνο του '98 της απέφερε λιγότερα από πέρυσι (!) εξαιτίας της υποτίμησης αλλά κυρίως του ασυμπίεστου και μη υποτιμημένου κόστους των ενσωματωμένων στα προϊόντα συστατικών εισαγωγής — από την Ιαπωνία κυρίως. Στη Ν. Κορέα η αξία των ενσωματωμένων στο προϊόν συστατικών εισαγωγής προς την προστιθέμενη αξία ήταν 0,36 το 1970 και 0,44 το 1985, ενώ εκτιμάται πολύ παραπάνω σήμερα. Στο σύνολο των αναπτυσσόμενων χωρών, ο λόγος των εξαγωγικών τους τιμών στη μεταποίηση προς τις εξαγωγικές τιμές μηχανολογικού εξοπλισμού, μεταφορών και υπηρεσιών των ανεπτυγμένων χωρών έπεσε ανάμεσα στο 1970 και το 1991 κατά 34%].

 

Η ανάπτυξη επενδύσεων στις χώρες με ακόμη φτηνότερο εργατικό δυναμικό συνδυάστηκε με τη μαζική μετανάστευση δεκάδων εκατομμυρίων αυτού του εργατικού δυναμικού προς χώρες της περιοχής με μεγαλύτερη εκβιομηχάνιση, χώρια την εσωτερική αγροτική έξοδο (εκατό χιλιάδες κάθε μέρα μόνο στην Κίνα). Οι χώρες υποδοχής επιθυμούν τη φτηνή εργασία ενώ οι χώρες αποστολής ακολουθούν το "υπόδειγμα" των Φιλιππίνων που καλύπτουν το 20% του ισοζυγίου πληρωμών με μεταναστευτικά εμβάσματα. Ορισμένες, όπως η Ταϊλάνδη, συνδυάζουν την εισαγωγή (του 1,5 εκατομμυρίου από Καμπότζη, Βιρμανία, Λάος, Σρι Λάνκα και νότια Κίνα) με την εξαγωγή (του 0,5 απ' τα 2 πλέον εκατομμύρια άνεργων ταϊλανδών σε Ταϊβάν, Μπρουνέι, Σιγκαπούρη, Χονγκ Κονγκ, Ιαπωνία και Μέση Ανατολή).

 

Οι "τρελές" νομαδικές χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις που απογειώθηκαν από τις αρχές του '90 στη νοτιοανατολική Ασία και καταγγέλλονται τώρα σαν αιτία της πρόσφατης κατάρρευσης μαζί με το νεποτισμό ή την έλλειψη αρκετής φιλελευθεροποίησης κατά ΔΝΤ, πού άλλου μπορούσαν να τοποθετηθούν και ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα για την περιοχή χωρίς αυτό το τζογάρισμα; Δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόβλημα; Ο τεράστιος ιδιωτικός δανεισμός των τσαεμπόλ στη Ν. Κορέα (απ' ορισμένους εκτιμιέται σήμερα στο διπλάσιο του ΑΕΠ — της 12ης οικονομίας στον κόσμο) απ' τις αρχές της δεκαετίας, με προοπτική να μην οδηγηθούν στη χρεοκοπία μόνο αν συνεχίζονταν οι υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της περιοχής (!), επιλέχτηκε από κεκτημένη ταχύτητα; Ή το νοτιοκορεάτικο μοντέλο λαχάνιαζε —τη στιγμή του ρεκόρ ανάπτυξης 12%— ήδη απ' τα τέλη του '80 και ήταν μια αναγκαία φυγή προς τα μπρος; Η υποτίμηση των νομισμάτων της περιοχής που έφερε την αλυσιδωτή αντίδραση οφείλεται στην κερδοσκοπία και λαθεμένους νομισματικούς χειρισμούς σύνδεσης με το δολάριο; Ή προηγείται σαν πραγματικό γεγονός απ' τη μια το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα με την Ιαπωνία που ξεφορτώνει πάνω τους τη δική της κρίση κι απ' την άλλη η ολοένα και πιο αισθητή αδυναμία να διατηρηθούν οι εξαγωγικοί ρυθμοί, κοινώς υπερπαραγωγή;

 

Ότι οι "κερδοσκόποι" έφαγαν καλά μέχρι να ξεσπάσει η κρίση, είναι γνωστό. Και δεν είναι άλλοι απ' τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα γνωστών -πολυεθνικών μεγαθηρίων (από τα 50 τρισ. δολάρια που είναι η παγκόσμια αγορά των "παραγώγων" τα 28 είναι επίσημα τραπεζικές συμμετοχές) ή ακόμη και κεντρικές τράπεζες (περίπτωση Ιταλίας). Δεν είναι μόνο ο χρηματιστηριακός τζόγος. Οι τοπικές τράπεζες δάνειζαν δανειζόμενες με τεράστιες διαφορές επιτοκίων από δυτικές τράπεζες. Πριν την κατάρρευση, τα κέρδη επί της αρχικής επένδυσης ανέρχονταν ετήσια στο 25%. Ανεξάρτητα απ' τις σημερινές επισφάλειες, ξανακερδίσουν οι ίδιοι με το "μάζεμα χαρτιών" απ' τις πτωχεύσεις, τις καταρρεύσεις τιμών και τις εμπράγματες εγγυήσεις που ζητάει πλέον η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ για νέα δάνεια. Και βέβαια τα επιτόκια τώρα είναι αυξημένα σαν τιμωρία για τις απώλειες στο τελευταίο "ποντάρισμα".

 

Ωστόσο το πρόβλημα έχει τη ρίζα του όχι στην κερδοσκοπία αλλά στο εντελώς ανισόρροπο πλέγμα σχέσεων που οικοδομήθηκε στην περιοχή, ανάμεσα στην Ιαπωνία που διοχετεύει στην υπόλοιπη ανατολική Ασία το 45% των εξαγωγών της αλλά απορροφά μόνο το 15% των εξαγωγών τους, και τις δανείζει για να τροφοδοτούν την εξαγωγικά προσανατολισμένη ανάπτυξη τους από την οποία εξαρτώνται οι δικές της εξαγωγές της σ' αυτές, τις χώρες αυτές που εί­ναι πλέρια εξαρτημένες από τις αγορές, το δανεισμό και την τεχνολογία άλλων αλλά και τις λεπτές ισορροπίες στις μεταξύ τους και με την Ιαπωνία σχέσεις. Η διαρκής ύφεση της τελευταίας απ' το 1991, η ανάδυση της Κίνας ως ακόμη φτηνότερου ανταγωνιστή που επιπλέον απορρόφησε ένα μεγάλο μέρος των άμεσων ξένων επενδύσεων (από το 20% που πήγαιναν στην Ασία το '91 στο 67% το '94)/ και τέλος η προηγούμενη άνοδος του δολαρίου έναντι του γιεν δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο παραπέρα ασταθούς ισορροπίας. Η καταστροφική θετική ανάδραση με την οποία λειτούργησε το όλο "σύστημα" είναι αποκαλυπτική: η κρίση στη νοτιοανατολική Ασία επεκτάθηκε γρήγορα σε Ν. Κορέα και Ιαπωνία απ' όπου ξεκίνησε μετακυλιόμενη, ο αναγκαίος δανεισμός θα είναι τώρα πιο ακριβός αλλά και πιο αναγκαίος, οι εξαγωγικές τιμές πέφτουν, πράγμα που θα αναγκάσει σε ακόμη μεγαλύτερη εξαγωγική ένταση, πτώση των τιμών και μέγεθος πιθανής υπερπαραγωγής κοκ, και στο βαθμό που η Κίνα δεν έχει ακολουθήσει ακόμη το γαϊτανάκι των υποτιμήσεων, χώρια την αλύσωση της κρίσης προς στον υπόλοιπο κόσμο, είναι νωρίς να πει κανείς αν τα χειρότερα για την περιοχή έχουν περάσει.

 

Προς το παρόν μένουν πίσω οι ανθρώπινες και βιομηχανικές χωματερές των χιλιάδων επιχειρήσεων που έκλεισαν και των νέων δεκάδων εκατομμυρίων άνεργων, η υπερχρέωση μιας σειράς χωρών μέσα σε λίγους μήνες, οι ξέφρενοι ρυθμοί υπανάπτυξης πλέον, η διεθνής κοινότητα των ληστών που με περισσό θράσος γυρεύει ακόμη πιο αυστηρά μέτρα και απαιτεί να τοποθετούν άμεσα δικοί της σύμβουλοι στις κυβερνήσεις, το καταστραμμένο περιβάλλον, τα εκατομμύ­ρια στοιβαγμένων στις παραγκουπόλεις και τα εκατομμύρια των μεταναστών που θα απελαθούν μέχρι να τους ξαναχρειαστούν. Το διπλό σύστημα διεθνοποίηση των κερδών/εθνικοποίηση των ζημιών και ιδιωτικοποίηση των κερδών/κοινωνικοποίηση των ζημιών λειτούργησε για μια άλλη φορά άψογα...

Ενδεικτικά, το ιδιωτικό χρέος της Ινδονησίας τετραπλασιάστηκε μέσα σε λίγους μήνες και στη Ν. Κορέα δεκαπλασιάστηκε. Για τα νέα δάνεια που πήραν, η Ινδονησία υποχρεώθηκε να τοποθετήσει ως επιτηρητή του υπουργού οικονομικών και του διοικητή της κεντρικής τράπεζας το Νο 1 ενός κύκλου αμερικανοσπουδαγμένων οικονομολόγων, γνωστού ως "μαφία του Μπέρκλεϋ", και ως κυβερνητικό σύμβουλο έναν πρώην διοικητή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, ενώ η Ν.Κορέα υποχρεώθηκε να προσλάβει τη Σάλομον Μπράδερς και την Γκόλντμαν Σακς, που είχε πρόεδρο το σημερινό υπουργό οικονομικών των ΗΠΑ Ρούμπιν, ως διαπραγματευτές με τους ξένους επενδυτές. Έως 32% των τραπεζικών υπαλλήλων στη Ν. Κορέα αναμένεται να χάσει μέσα στο '98 τη δουλειά του, και περισσότερα από 3 εκατομμύρια συνολικά θα προστεθούν στους άνεργους, φτάνοντας σύμφωνα με κάποιους στο 15%, ενώ στο 40% ινδονήσιων άνεργων και υποαπασχολούμενων πριν την κρίση υπολογίζεται τώρα να προστεθεί ένα 17%.

 

Η "αλληλεξάρτηση"

Γιατί να επεκταθεί η κρίση και στον υπόλοιπο πλανήτη αν υπήρχε ίχνος υγείας στη σημερινή παγκόσμια οικονομία; Το να απαντηθεί ότι ζούμε σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο δεν λέει τίποτα, αν δεν προσδιοριστεί τι είδους αλληλεξάρτηση είναι αυτή και πώς ακριβώς λειτούργησε στην προκειμένη περίπτωση.

 

Η κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας έχει βέβαια κάποια σχέση με την πτώση της τιμής του πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών, κι αυτή με τη σειρά της έχει κάποια σχέση με την κρίση στην Ασία που προκάλεσε πτώση της πραγματικής παραγωγής σε μια περιοχή που καταναλώνει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Τα πράγματα λειτουργούν μάλιστα πιο "απλά", τώρα που αποκαταστάθηκε πλήρως η "αλήθεια των τιμών". Οι τιμές πέφτουν και μόνο που εκτιμιέται ότι πρόκειται να υπάρξει περιορισμένη ζήτηση. Πχ ο χρυσός έπεσε παρά τις διαβεβαιώσεις της ρωσικής κεντρικής τράπεζας ότι δεν θα πουλήσει χρυσό, γιατί η Αυστραλία έσπευσε να πουλήσει πριν πέσει η τιμή κλπ.

Το πετρέλαιο είχε θεωρηθεί απ' τους απολογητές του καπιταλισμού η αιτία που είχε προκαλέσει τα πρώτα δύο μεγάλα υφεσιακά επεισόδια της σύγχρονης κρίσης το '74-'75 και το '79-'82, γνωστά και ως "πετρελαϊκά σοκ". Τα επόμενα επεισόδια βέβαια, με αποκορύφωμα το τωρινό, δείχνουν ότι αλλού ήταν και τότε το πρόβλημα, ωστόσο η τιμή των πρώτων υλών δεν μπορούσε παρά να παίζει καθοριστικό ρόλο έτσι κι αλλιώς σε μια στρατηγική εξόδου απ' την κρίση, που σε κάθε περίπτωση απαιτεί συμπίεση των κοστών. Αυτό το οποίο παραβλέπεται πολύ εύκολα στην παρούσα φάση είναι ότι η μείωση της τιμής του πετρελαίου όπως και άλλων πρώτων υλών δεν ξεκίνησε από την κρίση στην ΝΑ Ασία αλλά πολύ πριν και σχετίζεται με τα μέτρα που πάρθηκαν από την οικονομία-κόσμος, και ειδικά τις ΗΠΑ, για να μην ξαναεπιτραπεί στον ΟΠΕΚ να καθορίζει αυτός τις τιμές του πετρελαίου αλλά και να καθηλωθούν οι οικονομίες τους. Ο σημερινός αντιπληθωρισμός στο πετρέλαιο έχει τις ρίζες του στην απορρύθμιση στη διεθνή αγορά του που οι βάσεις της μπήκαν στη δεκαετία του '80 αδιαφορώντας κι εδώ για τις συνέπειες.

 

Η ίδια η ατιμωτική πορεία της Ρωσίας από δεύτερη τη τάξει υπερδύναμη στα σημερινά της χάλια (έφτασε να εισάγει το 70% των βασικών καταναλωτικών της αγαθών) ήταν μια επιλογή των δυτικών που κατά ένα μέρος οφείλεται στην επιδίωξη τους να έχουν απέναντι" τους μια χώρα κατά βάση εξαγωγέα πρώτων υλών και εξαρτημένη από την εξαγωγή τους. Η επιλογή —από τους δυτικούς και αποδοχή από τους ντόπιους κομπραδόρους— της θεραπείας-σοκ για μια οικονομία που είχε τη δυνατότητα να παράγει σχεδόν τα πάντα, κι ακόμα είχε την προοπτική, θεωρητικά, να αποτελέσει μια αγορά πολλαπλάσια απορροφητική απ' τη σημερινή, δεν αποδείχνει παρά το προχωρημένο σάπισμα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

 

Η πιο γενναία στην ιστορία της σύγχρονης κρίσης καταστροφή-απαξίωση παραγωγικών δυνάμεων ήταν ακριβώς αυτή της Ρωσίας. Το ΑΕΠ της θα μειωθεί και φέτος 5-6%, ενώ συγκριτικά με τη "σοβιετική" περίοδο βρίσκεται στο 50%. Τέτοια μείωση ΑΕΠ σε σχετικά ειρηνική περίοδο είναι πρωτοφανής, συγκρινόμενη ακόμη και με την κρίση του '29-'32. Επιπλέον, ακόμη και τώρα, η μισή περίπου ρώσικη βιομηχανία θεωρείται ότι λειτουργεί με όρους που σε συνθήκες "ανόθευτης" ελεύθερης αγοράς θα είχε κλείσει, προκαλώντας την απώλεια 40 εκατομμυρίων περίπου θέσεων εργασίας, κατεύθυνση προς την οποία πιέζουν ΔΝΤ και δυτικοί για να ξανανοίξουν οι κρουνοί της χρεομηχανής. Η πτώση της τιμής των πρώτων υλών ήταν η χαριστική βολή σε μια παραπαίουσα οικονομία που αύξησε την παραγωγή και εξαγωγή τους με αποτέλεσμα να πέσει κι άλλο η τιμή τους κοκ. Η κατάρρευση ξεκίνησε από την αδυναμία άμεσης εξυπηρέτησης του εξωτερικού της χρέους που από 2 δισ. δολάρια το 1980 έχει φτάσει μέσα σε λίγα χρόνια το "λατινοαμερικάνικο" 43% (153 δισ. δολάρια) ενός ολοένα συρρικνούμενου ΑΕΠ.

 

Από οικονομική άποψη, η ενσωμάτωση της πρώην ανατολικής Ευρώπης, με τους όρους που έγινε, ήταν μια ανάσα που, αν και κατώτερη των προσδοκιών, συνέβαλε στις συνθήκες του '89-'92 στην πρόσφατη αναιμική ανάκαμψη που γέννησε την απογειωμένη ευφορία για παρατεταμένη παγκόσμια ανάπτυξη, σταθερό ρυθμό άνω του 4% κλπ, που τώρα αναθεωρούνται άρδην. Η "συμβολή" της, αν συγκρίνουμε τα σημερινά μεγέθη της ρωσικής οικονομίας (1% του παγκόσμιου εμπορίου, μόνο 350 δισ. δολάρια το ΑΕΠ της) με την περίπτωση πχ της Α. Ασίας, έγκειται περισσότερο στη μαζική απαξίωση του παραγωγικού της δυναμικού και την εξουδετέρωση του μεριδίου που κατείχε στην παγκόσμια αγορά, ιδιαίτερα στο χώρο των οπλικών συστημάτων. Κι όμως πολύ γρήγορα τα οφέλη αυτά για την οικονομία-κόσμος αποδείχτηκαν πολύ λίγα για να λύσουν το πρόβλημα.

 

Τέλος, η περίπτωση, απ' την άλλη μεριά, της Λ. Αμερικής δεν ξεφεύγει από το γενικό μοτίβο που είναι κοινό σε Α. Ασία και Ρωσία, δηλαδή αυτό της εξάντλησης των όρων κερδοφορίας και μετακύλισης της κρίσης στους άλλους. Διαφέρει στη μορφή αλλά όχι στην ουσία των σχέσεων που της επιβλήθηκαν από την οικονομία-κόσμος. Με το εξωτερικό χρέος να αποτελεί το 300% των εξαγωγών που αυξάνονται με ρυθμούς ολοένα μικρότερους από την αύξηση των εισαγωγών (το εμπορικό της έλλειμμα εκτινάχτηκε πέρσι, μόνο, από τα 32 στα 56 δισ. δολάρια!) αφού προηγήθηκε κι εδώ μια γερή αποβιομηχάνιση-καταστροφή (αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης στη δεκαετία του '80), και με το δανεισμό συνεπώς να αποτελεί τον αυξανόμενα αναγκαίο όρο μη κατάρρευσης του όλου πάρε-δώσε με το "κέντρο", η Λ. Αμερική χτυπήθηκε διπλά από την κρίση σε Α. Ασία και Ρωσία. Από την πτώση των τιμών των πρώτων υλών (η Βενεζουέλα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας) και από την αναχώρηση κεφαλαίων και την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού λόγω της πιστωτικής κρίσης. Σε 15% υπολογίζεται για φέτος η μείωση του ΑΕΠ της Βραζιλίας (το 43% του λατινοαμερικάνικου ΑΕΠ), που μέσα σε ένα μήνα έχασε —δηλαδή "επέστρεψε"— περισσότερα κεφάλαια (25 δισ. δολάρια) απ' όσα "κέρδισε" απ' τη μεγαλύτερη επιχείρηση ιδιωτικοποίησης στην ιστορία της Λ. Αμερικής, πουλώντας κύρια σε ξένους επενδυτές. Και ο επανεκλεγείς Καρντόζο υπόσχεται τώρα βαθύτερη λιτότητα.

 

Η σε δεύτερη φάση μεταφορά ή επιδείνωση της κρίσης στα τρία κέντρα, από τα "κακά χρέη", τη μείωση των εξαγωγών και το χρηματιστηριακό κραχ, ολοκληρώνει μια πρώτη αλυσίδα. Πρώτη, γιατί έπονται εξελίξεις πριν απ' όλα στον οικονομικό πόλεμο ανάμεσα στα τρία κέντρα που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν σήμερα. Προς το παρόν, ο μεγαλύτερος οφειλέτης του κόσμου (5 τρισ. δολάρια το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ χώρια το ιδιωτικό, όταν όλος μαζί ο τρίτος κόσμος χρωστά 2,17 τρισ.) αισθάνεται ακόμη ισχυρός απέναντι στους πιστωτές του, Ευρώπη και κύρια Ιαπωνία, με την πρώτη να επιδιώκει μια δυναμική εμφάνιση του ευρώ και τη δεύτερη να κρατά στα χέρια της την "πυρηνική βόμβα" των αμερικάνικων χρεών, αλλά έχοντας τεράστια προβλήματα να επιλύσει πρώτα.

 

Συνεπώς, η αλληλεξάρτηση των οικονομιών ή παγκοσμιοποίηση έτσι γενικά, αδυνατεί να περιγράψει το ουσιώδες που βρίσκεται πίσω από την αλυσιδωτή αντίδραση που απειλεί σήμερα το ίδιο το "κέντρο", την οικονομία-κόσμος.

 

Το πρόβλημα

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το ποσοστό κέρδους των "7" στη μεταποίηση βρίσκεται κατά 40% χαμηλότερα απ' ότι στα "30 ένδοξα χρόνια", κι ενώ είχε ήδη σημαντικά μειωθεί στο μπουμ ακριβώς πριν το ξέσπασμα της σύγχρονης κρίσης στις αρχές του '70 σε σχέση με την αμέσως μετά την καταστροφή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο (από 16,2% το '48-'50 σε 10.5% το '73 στις μη χρηματιστηριακές εταιρίες των ΗΠΑ, από 16.5% το '50-'54 σε 9.7% το '70 στη βιομηχανία και το εμπόριο στη Μ. Βρετανία κλπ). Η "υπερβάλλουσα" παραγωγική δυναμικότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ κατά το προηγούμενο παγκόσμιο υφεσιακό επεισόδιο του '89-'92 που ήταν λιγότερο βαθύ απ' το σημερινό, υπολογιζόταν κοντά στο 20% της πραγματικής παραγωγής. Σήμερα, το μέγεθος αυτό υπολογίζεται σε 100% για την Κίνα και σε 50% για τη Ν. Κορέα, για να μη μιλήσουμε για την ανατολική Ευρώπη (τα νούμερα αυτά βέβαια δεν προσφέρονται για σύγκριση αφού πάντα οι από κάτω φορτώνονται την υπερπαραγωγή).

 

Η πυραμιδοειδής μορφή της παγκόσμιας οικονομίας με τους πανίσχυρους μηχανισμούς απομύζησης προς το κέντρο/μετακύλισης προς τα κάτω και τις ισχυρές εσωτερικές αγορές-φρούρια που διαθέτουν ή οικοδομούν τα τρία κέντρα (μονάχα στο 10% του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο ανέρχονται οι εξαγωγές των ΗΠΑ) δεν απέτρεψε προς το παρόν τη βαθιά υποχώρηση του ενός κέντρου (σε 2,9% προβλέπεται για φέτος η μείωση του γιαπωνέζικου ΑΕΠ) και το σοβαρό τσουρούφλισμα των άλλων δύο. Εν μέσω αδυσώπητου οικονομικού πολέμου αναμεταξύ τους, μοναδικό τους ενδιαφέρον ήταν να σταματήσουν την επέκταση των καταρρεύσεων ακριβώς έξω από τη δική τους πόρτα την ίδια στιγμή που παρακολουθούσαν "ψύχραιμοι" την κατάρρευση των άλλων. Έτσι πχ με παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ διατέθηκαν από ιδιωτικές τράπεζες 3,75 δισ. δολάρια στο κερδοσκοπικό LTCM (που δανειζόταν από καθωσπρέπει τράπεζες για να τζογάρει στις "αναδυόμενες") αφού υπολογίστηκε σε περίπου 1 τρισ, δολάρια η πιθανή αλυσίδα επισφαλειών σε περίπτωση κατάρρευσης του, ενώ τα τρία κέντρα τσακώνονται για το ποια περιοχή από τις Α. Ασία, Ρωσία και Λ, Αμερική θα χρηματοδοτηθεί και πόσο, ώστε να ανακουφιστεί το αντίστοιχο κέντρο βασικός τους πιστωτής ή εξαγωγέας.

 

Τα μέσα που μεταχειρίστηκε η οικονομία-κόσμος για να ξεπεράσει τα εσωτερικά της όρια, με το να μετακυλίσει όπως μετακυλύει εδώ και δεκαετίες την κρίση της προς τα κάτω, απομυζώντας διπλά από την όλο και συμπιεζόμενη ζωντανή εργασία και το τζογάρισμα σαν αναγκαίο πια λάδωμα της μηχανής, διαμορφώνουν ένα αδιέξοδο και ιδιαίτερα εύθραυστο σύστημα, που της αντιτάσσει εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια. Το μέλλον προβλέπεται ακόμη χειρότερο αφού δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για τους ιθύνοντες από την ένταση στην ίδια κατεύθυνση. Τα διάφορα μπουμ, ακριβώς πριν τις διαδοχικές καταρρεύσεις σε Α. Ασία, Ρωσία, Λ. Αμερική και χρηματιστήρια, με πλέον "παράλογο" την ξέφρενη άνοδο στα χρηματιστήρια και ομόλογα Ευρώπης και ΗΠΑ όλο το πρώτο εξάμηνο του '98, σαν αποτέλεσμα της μεταφοράς κεφαλαίων από τις "αναδυόμενες" σε ασφαλέστερα λιμάνια, δηλαδή μεσούσης της κρίσης στην Α. Ασία, δείχνει τον όλο και βαθύτερο παραλογισμό του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

 

Το τελευταίο επεισόδιο της κρίσης έχει ακουμπήσει σε μεγάλο βαθμό την πραγματική παραγωγή (μια σειρά πολυεθνικές ανακοινώνουν ήδη περικοπή της παραγωγής, μείωση κερδών, απολύσεις, οι "προβλέψεις" για το παγκόσμιο ΑΕΠ προσγειώθηκαν από 4+% κοντά στο 1% και η παραγωγή στις "τίγρεις" προβλέπεται να μειωθεί κοντά 12%). Χωρίς να έχουμε ακόμα εικόνα της όλης έκτασης, ανέδειξε μεγέθη πολλαπλάσια απ' αυτά των προηγούμενων επεισοδίων — πχ τα 4,3 τρισ. δολάρια που έγιναν καπνός μέσα σε λίγους μήνες σε σύγκριση με τα 500 δισ. δολάρια το '87 — και κυρίως χαρακτηριστικά που ακυρώνουν "καθησυχαστικές" διαφορές με την κρίση του '29, με σημαντικότερο το φαινόμενο του αντιπληθωρισμού, που δεν περιορίζεται μονάχα στις πρώτες ύλες.

 

Στα "30 ένδοξα χρόνια" ο ρεβιζιονισμός και η αυξητική πορεία του καπιταλισμού του επέτρεψαν να αντιμετωπίσει τις ανολοκλήρωτες θύελλες. Η υποχώρηση των τελευταίων του επέτρεψε να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση "επιθετικά". Το σημερινό, χωρίς προηγούμενο βάθεμα της κρίσης συνδυάζεται με την επανεμφάνιση όλο και σημαντικότερων λαϊκών αγώνων σ' όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Έχουμε μπει έτσι κι αλλιώς σε μια νέα περίοδο εδώ και χρόνια.

 

Νοέμβριος 1998

 

Περισσότερα...

Η παγκόσμια οικονομική κρίση

Με θύμα τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του πλανήτη

Στο άρθρο "προς ένα νέο '29-'31", του προη­γούμενου τεύχους της Αριστεράς! αναφερθή­καμε διεξοδικά στα χαρακτηριστικά του νέου επεισοδίου της παγκόσμιας χρηματιστηριακής κρίσης, που βρίσκεται σε εξέλιξη για πάνω α­πό 3 μήνες.

Στο διάστημα του μήνα που πέρασε είχαμε κο­ρυφώσεις της χρηματιστηριακής κρίσης με θε­αματικές βουτιές των χρηματιστηρίων της Ν. Υόρκης και των μεγάλων ευρωπαϊκών πρω­τευουσών.

Δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια (υπολογίζε­ται ότι ξεπέρασαν 3 φορές το ΑΕΠ της Γερμα­νίας) χάθηκαν σε λίγες μέρες.

Οι μεγαλύτερες αμερικάνικες τράπεζες ανα­κοίνωσαν συμπίεση κερδών ακόμα και παρου­σίαση ζημιών, εντείνοντας έτσι τις πτωτικές τάσεις των χρηματιστηρίων. Εκτιμάται πως το τρίτο τρίμηνο του χρόνου τα έσοδα του αμερι­κάνικου τραπεζικού κλάδου θα μειωθούν κατά 45%. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στην Ευρώπη. Οι μεγάλες βουτιές των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, με πρωταγωνίστρια τη Φρανκφούρ­τη που επί μέρες μετρούσε απώλειες πάνω α­πό 3%, συνδυάστηκε με συναλλαγματικές α­ναταραχές (πτώση αγγλικής στερλίνας, ιταλι­κής λίρας, ελβετικού φράγκου και γαλλικού φράνκου) αλλά και μεγάλες ζημιές των ευρω­παϊκών τραπεζικών κολοσσών. Η Ελβετική UBS έχασε σε μια μέρα περισσότερο από 60% της χρηματιστηριακής της αξίας, η συρρίκνω­ση των κερδών της Credit Suisse άγγιξε το 64%, η ING προχώρησε σε μαζικές απολύσεις προσωπικού, ενώ η Deutche Bank επισπεύδει τη συγχώνευσή της με αμερικάνικη τράπεζα για να περιορίσει τις ζημιές της από τις επενδύσεις που είχε πραγματοποιήσει στη Ρωσία.

Ανίσχυρα μέτρα αποκατάστασης της ισορροπίας.

Τα ρίγη που προκάλεσαν τα φαινόμενα γενίκευσης της κρίσης και εμπλοκής στη δίνη της των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών οδήγησαν το διοικητή της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ Άλαν Γκρίνσπαν σε δύο σημαντικά βήματα:

Καταρχήν προσέτρεξε στη διάσωση ενός μεγάλου κερδοσκοπικού αμοιβαίου κεφαλαίου, του LCTM που πραγματοποιούσε ζημίες 4 δισ. δολαρίων εξαιτίας του γκρεμί­σματος των αναδυόμενων αγορών. Μέσα σε μια νύχτα κατάφερε να αποσπάσει την ομό­φωνη γνώμη από 15 από τις μεγαλύτερες τρά­πεζες των ΗΠΑ και Ευρώπης και ενέκρινε τη χορήγηση δανείου ύψους 3,75 δισ. δολαρίων, φοβούμενοι ότι η κατάρρευση του θα συμπα­ρασύρει την ισοτιμία του αμερικανικού νομί­σματος και θα προκαλέσει κλυδωνισμό ολό­κληρου του αμερικανικού τραπεζικού συστή­ματος. Η ενέργεια αυτή που καταστρατηγεί παράφορα τους κανόνες της "ελεύθερης αγο­ράς", χειροκροτήθηκε θερμά από τους διε­θνείς χρηματιστηριακούς κύκλους, γιατί έδινε μια βαθιά ανάσα στην κατρακύλα της χρηματι­στηριακής οικονομίας.

Στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων υποση­μειώνονταν ότι η ενέργεια αυτή έδινε ανάσα ζωής στο αμοιβαίο κεφάλαιο για διάστημα έξι μηνών. Αναμένεται νέα φρίκη και πιθανόν νέοι θεαματικοί χειρισμοί του γκουρού της οικονομίας Άλαν Γκρίνσπαν.

Η δεύτερη κίνηση του αμερικάνου κεντρικού τραπεζίτη ήταν η μείωση κατά το 1/4 της μονάδας δύο βασικών επιτοκίων των αμερικανι­κών τραπεζών.

Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στο να κάνει λιγότε­ρο ελκυστικές τις τοποθετήσεις κεφαλαίων στις αμερικανικές τράπεζες και να οδηγήσει εκ νέου κεφάλαια στα χρηματιστήρια, όπου α­ναμένεται να πραγματοποιηθούν μεγαλύτερα κέρδη.

Η "αιφνιδιαστική" αυτή κίνηση του Α. Γκρίνσπαν υποδηλώνει τη διάθεση των αμερικανών να πάρουν "πάνω" τους τις τύχες της παγκό­σμιας οικονομίας. Παράλληλα, δίνει το μήνυ­μα στις τράπεζες των άλλων ισχυρών οικονο­μιών να ακολουθήσουν το παράδειγμα του. Όμως, όλα δείχνουν ότι δεν υπάρχει το "κα­τάλληλο κλίμα" επαφής ανάμεσα στους κε­ντρικούς τραπεζίτες των μεγάλων χωρών. Η Αμερική με επιτόκιο που έτρεχαν μέχρι πρό­σφατα με ρυθμό λίγο μεγαλύτερο του 5%, ό­πως φαίνεται, έχει τη δυνατότητα να τα πε­ριορίσει λίγο ακόμα.

Στην Ιαπωνία όμως, αντίστοιχες "αιφνιδιαστι­κές" κινήσεις στο πρόσφατο παρελθόν έχουν οδηγήσει τα επιτόκια των τραπεζών στο 0,25%, το χαμηλότερο επιτόκιο στην ιστορία της, γεγονός που καθιστά αδύνατη κάθε άλλη μείωση τους.

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στην Ευρώπη. Τα γερμανικά επιτόκια τρέχουν με ρυθμό 3% καθιστώντας προβληματική μια ακόμα μείωση τους. Το χαρτί αυτό ο διοικητής της Bundesbank Χανς Τιτμάγερ, όσο και ο ομόλο­γος και υποχείριό του, της νεοσύστατης Ευρω­παϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βιμ Ντίζενμπεργκ, το κρατούν για πιο δύσκολες ώρες. Προς το παρόν δηλώνουν ότι δεν πρέπει να αναμένεται μια μείωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων μέσα στο 1998, ενώ για κάτι τέτοιο θα αποφασίσουν τελικά οι αγορές.

Εκείνο που είναι βέβαιο, παρά τα λογιστικά παιχνίδια των ιθυνόντων της διεθνούς οικονο­μίας, είναι ότι η χρηματιστηριακή κρίση παίρ­νει σταδιακά διαστάσεις μιας παγκόσμιας οι­κονομικής ύφεσης που επιτείνει την ήδη αυξη­μένη ανισορροπία της παγκοσμιοποιημένης οι­κονομίας.

Η κυριαρχία του χρηματιστηριακού τζόγου

Η τάση αυτή φαίνεται αναπόφευκτη καθώς τροφοδοτείται από τη συντριπτική κυριαρχία της οικονομίας των χαρτιών, των χρηματιστη­ριακών προϊόντων, πάνω στην πραγματική οι­κονομία.

Να σημειωθεί ότι τη στιγμή που η ημερήσια παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών για τις α­νάγκες των ανθρώπων ολόκληρου του πλανή­τη δεν ξεπερνά τα 20 δισ. δολάρια, ο ημερή­σιος τζίρος των χρηματιστηριακών που αλλά­ζουν σε ολόκληρο τον κόσμο ξεπερνά το 1 τρις δολάρια.

Αυτή η συνύπαρξη στον υπέρτατο βαθμό πα­ραγωγικών και παρασιτικών καταστάσεων στην οικονομική ζωή του σύγχρονου κόσμου και η κυριαρχία των δεύτερων πάνω στις πρώ­τες είναι που προσδίδουν στο σύστημα χαρα­κτηριστικά μιας εντεινόμενης ανισορροπίας με έντονα τα σημάδια μιας επερχόμενης κατάρ­ρευσης.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι το άμε­σο αποτέλεσμα, η άμεση συνέπεια της πρόσφατης χρηματιστηριακής θύελλας, θα είναι η μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 1 ποσο­στιαία μονάδα.

Όλοι αποδέχονται εδώ και αρκετό καιρό ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα σημειώσει πτώση κατά 2 μονάδες το 1998 και η μείωση του θα συνεχι­στεί τουλάχιστον και το 1999. Από την τάση αυτή δεν μπορούν να ξεφύγουν ούτε οι ισχυ­ρότερες οικονομίες του κόσμου όπως φαίνε­ται στον πίνακα

 

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Ετήσια μεταβολή ΑΕΠ%

1997

1998

1999

2000

Παγκοσμίως

4,0

2,0

1,7

2,8

Βόρεια Αμερική

3,8

3,4

1,6

2,6

Λατινική Αμερική

5,2

2,9

0,0

2,9

ΕΕ-15 χώρες

2,7

2,8

2,6

2,8

ΕΕ-11 χώρες

2,6

2,8

3,0

2,9

Αναδυόμενη Ευρώπη

3,4

1,1

-1,2

0,9

Ασία-Άπω Ανατολή

5,0

0,3

1,9

3,3

Ασία εκτός Ιαπωνίας

7,0

0,6

2,9

4,3

Ασία εκτός Ιαπωνίας & Κίνας

4,7

-7,6

-3,7

-0,3

Αφρική

1,7

0,5

0,7

2,4

"Ασιατικές τίγρεις"1

3,9

-11,8

-4,9

-2,4

1. Πρόκειται για τις χώρες Ταϊλάνδη, Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Ινδονησία και Φιλιππίνες. Πηγή: HSBC Economics & Investment Strategy, Global Economics

  Οι εκτιμήσεις αυτές, πρέπει να σημειώσουμε είναι τελείως ανυπόληπτες. Οι προβλέψεις των "σοφών αναλυτών" έχουν για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα να επαληθευθούν. Συνήθως, η πραγματικότητα τροποποιεί τις προβλέψεις πολύ πιο κάτω απ' εκείνες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Ο "κυματοειδής πυρετός" ή η "οικονομία ελενίτ" η συνεχής δηλαδή, από το 1974 και μετά πορεία υφέσεων και ανακάμψεων της παγκόσμιας οικονομίας με βασικό χαρακτηριστικό τις όλο και πιο ισχυρές υφέσεις και αντίστοιχα τις όλο και πιο αναιμικές ανακάμψεις, αποτε­λεί για τον παγκόσμιο καπιταλισμό μια "αισιόδοξη" εξέλιξη.

 

Και αποτελεί πράγματι "αισιόδοξη" εκτίμηση μια τέτοια πορεία καθώς κι όλο και πιο συχνή εμφάνιση σοβαρών επεισοδίων στην παρατε­ταμένη κρίση του καπιταλισμού εγκυμονεί κιν­δύνους μιας ολοκληρωτικής και γενικευμένης κατάρρευσης.

Η "αισιοδοξία" βέβαια αυτή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού στηρίζεται στην προϋ­πόθεση ότι η ανεργία θα αγκαλιάσει 1 δισεκα­τομμύριο άτομα, το 20% του παγκόσμιου πλη­θυσμού, ενώ το 80% των ανθρώπων θα ζει κά­τω οπό το ελάχιστα ανεκτό όριο της απόλυ­της φτώχειας.

 

Άκαρπη η σύνοδος του ΔΝΤ

«Ακόμα δεν γνωρίζουμε γιατί η κρίση εξαπλώνεται», δήλωσε ο Ινδός Υπουργός Οικονομικών, μετά από τις πέντε μέρες των έντονων διεργασιών και συζητήσεων, που κράτησε η φετινή ετήσια σύνοδος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η δήλωση του Ινδού υπουργού αντιστοιχεί πλήρως στα αποτελέσματα των συζητήσεων του ΔΝΤ και των εκπροσώπων της ομάδας των 7 πλουσιότερων χωρών του κόσμου, που έληξαν χωρίς να παρθεί καμιά σοβαρή απόφαση για παρέμβαση ή κοινή στάση των ισχυρών κρατών στη διεθνή οικονομική αναταραχή.

Η μόνη απόφαση είναι η με όρους ενίσχυση του ΔΝΤ με 18 δισ δολάρια για το χειρισμό της κρίσης, ποσό όμως που θεωρείται ανεπαρκέστατο, καθώς μόνο η δανειοδότηση της Βραζι­λίας, για να καταφέρει να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, ξεπερνά τα 30 δισ δολάρια.

Εκείνο που κυριαρχεί σης ομιλίες των ιθυνόντων της παγκόσμιας οικονομικής σκηνής είναι οι φόβοι για τη συσσώρευση των όρων μιας κοινωνικής έκρηξης, όχι μόνο στις περιφέρειες του κόσμου, αλλά και στην καρδιά των ιμπεριαλιστικών χωρών.

«Μάθαμε» υπογραμμίζει ο κ. Γούλφενσον, πρόεδρος της παγκόσμιας Τράπεζας, στην ομιλία του στη σύνοδο του ΔΝΤ, «ότι όταν ζητάμε από τις κυβερνήσεις να λάβουν επώδυνα μέτρα για να επαναφέρουν τις οικονομίες τους, δημιουργούμε τεράστια ένταση. Γιατί είναι οι άν­θρωποι και όχι οι κυβερνήσεις που υφίστανται τις συνέπειες. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε τώρα να έχουμε διαδικασίες όπου τα μαθηματικά μοντέλα να μην κυριαρχούν πάνω στην ανθρωπότητα, όπου η ανάγκη για δραστικές αλλαγές να ισορροπεί με την προστασία των φτωχών. Μόνο τότε θα φθάσουμε σε λύσεις που θα έχουν διάρκεια. Γιατί χωρίς διάρκεια, η επίτευξη ενός διεθνούς οικονομικού οικοδομήματος θα είναι ένας πύργος χτισμένος στην άμμο».

Στο ίδιο κλίμα φάνηκε και η ομιλία του προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον. Σημειώνοντας ότι «σήμερα ο κόσμος αντιμετωπίζει ίσως την πιο σοβαρή κρίση του δεύτερου μισού του αιώνα» επισήμανε την ανάγκη πρόσδεσης της οικονομίας με το άτομο, της έμφασης στο ανθρωπι­νό της πρόσωπο.

Τι σημαίνουν αυτές οι δηλώσεις; Αναμένεται και ποια στροφή στη διεθνή οικονομική πολιτι­κή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων; Καμιά απολύτως.

Η ενδυνάμωση των φωνών μιας αντινεοφιλελεύθερης στροφής, στην οποία πρωτοστατεί ε­δώ και καιρό η γαλλική εφημερίδα Μοντ Ντιπλοματίκ και άλλες ευρωπαϊκές εφημερίδες, δεν εκφράζουν, δεν προοιωνίζουν μια αλλαγή στη διεθνώς αποδεκτή νεοφιλελεύθερη συ­νταγή. Την ίδια στιγμή που δυναμώνουν οι φωνές για την αδυναμία του σημερινού μοντέ­λου να χειριστεί τις κρίσεις, την ίδια στιγμή η γενίκευση των κρισιακών φαινομένων ενισχύ­ει τις σημερινές επιλογές.

«Το ΔΝΤ» σημειώνει σε άρθρο της η International Herald Tribune (21/9/98) «κοιτάζει ποιο μέ­ρος του εξωτερικού χρέους μιας χώρας είναι ληξιπρόθεσμο τις επόμενες βδομάδες και πα­ρέχει ρευστό για να το καλύψει».

Αν αφεθεί κάποια χώρα στην κατάρρευση, στην αδυναμία εκπλήρωσης των «χρεών της» θα συμπαρασύρει στη δίνη τράπεζες και οικονομίες σε πλανητική κλίμακα.

Τα χρήματα όμως αυτά, που κατευθύνονται για τη στήριξη μιας κλυδωνιζόμενης οικονο­μίας, καταλήγουν στις τσέπες των χρηματοοικονομικών φορέων που τζογάρουν στα χρέη των κρατών, ή μέσω μιας επιτήδειας κερδοσκοπίας {βλέπε τα περίφημα μακράς διαρκείας αμοιβαία κεφάλαια, που κατέρρευσαν στην πρόσφατη κρίση) ή κάτω από ένα πραγματικό πανικό.

Αν λοιπόν δεν έχουν ωριμάσει οι όροι για μια "αλλαγή στην ίδια κατεύθυνση" του παγκό­σμιου χρηματιστηριακού παιχνιδιού έχουν υπερωριμάσει οι όροι για το χειρισμό της λαϊκής αγανάκτησης, που δυναμώνει από το βάρος της ανεργίας και των μακρόχρονων παγκό­σμιων προγραμμάτων λιτότητας.

Εκεί στοχεύουν οι "πύρινοι" λόγοι του κ Γούλφενσον, του κ Κλίντον και όσων άλλων ακο­λουθήσουν.

Δείτε εδώ άλλα κείμενα

Περισσότερα...

Η παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής υπενθυμίζει την παρουσία της

Προς ένα νέο '29-'31;

«Έτσι το καθένα από τα στοιχεία που εναντιώνονται στην επανάληψη παλιών κρίσεων περικλείνει μέσα του το σπέρμα μιας πολύ πιο τεράστιας μελλοντικής κρίσης»
Φ. Ενγκελ

Οι σοβαρότεροι από τους μελετητές των οικονομικών εξελίξεων και των κοινωνικών τους επιπτώσεων κρού­ουν τον κώδωνα του κινδύνου φο­βούμενοι πως είναι πιθανό να βρε­θούμε σε συνθήκες μιας κατάρρευ­σης τέτοιας που να θυμίζει έντονα την κρίση του '29-'31. Μιλώντας για τα όσα συμβαίνουν στις μέρες μας επιβεβαιώνουν ότι μοιάζουν περισ­σότερο με εικόνες της κρίσης στα '29-'31, παρά με όσα έζησε ο καπι­ταλιστικός κόσμος μετά το κραχ του '87.

Αυτές οι επισημάνσεις έχουν τη ση­μασία τους, αλλά υπολείπονται πο­λύ από το να φωτίζουν τη σύγχρονη παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής που μαστίζει τον καπιταλιστικό κό­σμο μέσα στις συνθήκες της "παγκο­σμιοποίησης".

Ξεχνάνε, ή θέλουν να απομακρύ­νουν από τη σκέψη τους, ορισμένα σημαντικά δεδομένα που προκύ­πτουν από τη μελέτη της ιστορίας των κρίσεων του καπιταλιστικού συ­στήματος. Δεν μιλάμε φυσικά για το φυσιολογικό στραβισμό πολλών α­στών, πολιτικών, επιστημόνων κλπ (με πολλά κιλά βραβείων και δημοσι­εύσεων) που εξάγγειλαν το τέλος των κρίσεων, που εκθειάζουν τις μα­γικές ιδιότητες του καπιταλισμού να απορροφά όλες τις κρισιακές κατα­στάσεις. Δεν μιλάμε ούτε για εκεί­νους που ερμηνεύουν τις εκδηλώ­σεις της κρίσης σαν εισαγώμενες α­πό το "διπλανό" από τον "γείτονα" ή σαν αποτέλεσμα της δράσης του υ­πόκοσμου... Οι περισσότεροι από τους σοβαρούς μελετητές ξεχνάνε δύο πράγματα: 1. Πως από τις αρχές της δεκαετίας του 70 έχουμε εισέλ­θει σε παρατεταμένη παγκόσμια οι­κονομική κρίση {κι αυτό αποτελεί έ­να καινούργιο δεδομένο στην ιστο­ρία των κρίσεων) 2. Οι μηχανισμοί που επιστρατεύτηκαν όλα αυτά τα χρόνια, εμείς θα λέγαμε και όλη η αναδιάρθρωση οδηγούν σε μια νέα κατάσταση βύθισης του καπιταλισμού στη μεγαλύτερη δομική κρίση όλης της ιστορίας, με μπλεγμένα σε αυτήν όχι μόνο μερικά κέντρα του κόσμου, αλλά ολόκληρο τον πλανή­τη, σε όλες τις άκρες του.

Δεν είμαστε σε ένα 1929-31, Βρι­σκόμαστε ήδη σε κάτι πολύ πιο με­γάλο, πιο βαθύ και αυτά που μέλλο­νται να έρθουν θα είναι πρωτόγνω­ρα τόσο όσο αφορά τις διαστάσεις και τις κλίμακες όσο και για τις συ­νέπειες που θα φέρουν. Αν δεν γινόμαστε κατανοητοί, μπο­ρούμε να φέρουμε ένα "μικρό" πα­ράδειγμα της σύγχρονης ιστορίας: η κρίση που ξεκίνησε στα 1973 τροφο­δότησε τέτοιες διαδικασίες, έφερε τέτοιες αναστατώσεις, δρομολόγη­σε τέτοιες πολιτικές αλλαγές που ο­δήγησαν σε μια πρώτη μεγάλη «απο­τίμηση» που ήταν η κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, η ανάδυ­ση της Γερμανίας σε έναν πρωταγω­νιστικό ρόλο, η σχετική υποχώρηση των ΗΠΑ σε οικονομικό επίπεδο, η έντονη αλληλεξάρτηση όλων των οικονομικών κέντρων, η δυαδική κοι­νωνία σε πλανητική σφαίρα, η πα­γκοσμιοποίηση , το «άϋλο» κλπ. θα πει κανείς, έχει τόση σημασία η συζήτηση για το παρατεταμένο χα­ρακτήρα της κρίσης (αφού αυτή η έννοια γεννά μια σειρά από "λογι­κές" απορίες}; Δεν μπορούμε να συ­ζητήσουμε πάνω στην αναμφισβήτη­τη ύπαρξη της κρίσης ή των κρισιακών φαινομένων; Ιστορία θα κάνου­με τώρα;

Απαντάμε απλά πως η κατάκτηση στέρεων εννοιολογικών εργαλείων για την κατανόηση της πραγματικό­τητας είναι απαραίτητη, όπως επί­σης αυτή η κατάκτηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς την στοιχειώδη έστω μελέτη της ιστορικής πραγματικής κίνησης των διάφορων κοινωνικών φαινομένων, τη σύγκριση τους με προηγούμενες εκδηλώσεις τους κοκ. Έτσι κατακτείται η ικανότητα εντοπισμού και εκτίμησης των νέων στοιχείων γιατί ποτέ δεν έχουμε α­πλή επανάληψη. Φυσικά αυτά δεν μπορούν να γίνουν στα πλαίσια ενός τέτοιου άρθρου. Όμως αυτή η ανά­γκη δεν είναι κακό να επαναλαμβά­νεται και στα πλαίσια τέτοιων σημειωμάτων, όταν κατακλυζόμαστε από κάθε λογής συγχύσεις ειδικά στα οικονομικά θέματα.

Ορισμένες επισημάνσεις για τα τελευταία επεισόδια της παρατεταμένης κρίσης

1. Εκεί που μόλις ένα χρόνο πριν, στην διάσκεψη του ΔΝΤ, εξαγγέλλονταν ρυθμοί ανάπτυξης του παγκό­σμιου ΑΕΠ κατά 4.2% για το 1998, τώρα οι αριθμοί διορθώνονται. Οι μεν εγκέφαλοι του ΔΝΤ μιλάνε για 2% ενώ οι σοβαρότεροι αναλυτές μιλούνε για υποχώρηση κατά 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ εξ' αιτίας των συνεπειών της κρίσης στη Ν. Ασία, στην Ρωσία και στην Ιαπωνία. Όμως όλοι αναγκάζονται να μιλούν για την είσοδο σε μια περίοδο ύφε­σης που θα πλήξει όλα τα αναπτυγ­μένα κέντρα του καπιταλισμού. Άρα έχουμε μια πρώτη πανηγυρική διά­ψευση ότι η παγκόσμια οικονομία έ­χει εισέλθει σε μια φάση ανάκαμψης και αύξησης. Παραμένουμε πάντα στο έδαφος της παρατεταμένης πα­γκόσμιας οικονομικής κρίσης. Επα­ληθεύονται όσα γράφαμε στις θέ­σεις για την 1η συνδιάσκεψη: «Οι στιγμές της ανάκαμψης γίνονται αναπόφευκτα όλο και συντομότερες και πιο επιφανειακές, ενώ, αντίθετα, οι φάσεις της ύφεσης όλο και πιο σοβαρά μπάζουν σε μια πορεία μόνι­μης παρατεταμένης κρίσης. Τη γενικευμένη απόλυτη πτώση της παραγωγής του 1973-74 την ακο­λούθησε μια πορεία από ανακάμψεις και υφέσεις (κυματοειδής πυρετός), με τάση την όλο και πιο αποφασιστι­κή ύφεση και την όλο και πιο διστα­κτική ανάκαμψη, με μέσα ποσοστά ανάπτυξης μικρότερα ή πολύ μικρό­τερα (έως και μηδενικά) από το μισό των αντίστοιχων μέσων ποσοστών ανάπτυξης της περιόδου των λεγό­μενων "30 ένδοξων χρόνων" (1945-75). Το λάδωμα της μηχανής από τότε στηρίζεται κύρια στην «αναζήτηση ευκαιριών» μέσα από την πρω­τοφανή συμπίεση και απόρριψη της εργατικής δύναμης και μέσα από τη διεθνοποιημένη παρέμβαση των πο­λυεθνικών πολυκλαδικών μονοπω­λίων και των νομισματικών-πιστωτικών μηχανισμών»

2. Υπάρχει μια ιδιότυπη περικύκλωση της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης από την, σε κατάρρευση περιφέρεια. Αναλογιστείτε: Ν.Ασία, η περιοχή που σημαδεύονταν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, η Ρωσία και οι χώρες που ήταν συνδε­δεμένες με αυτήν, σχεδόν ολόκλη­ρη η Λατινική Αμερική βρίσκονται λίγο πριν από τη κατάρρευση. Η Αφρική μάλλον δεν πολύ υπολογίζεται αφού η βύθιση της την έχει ο­δηγήσει σε όλο και μικρότερο οικο­νομικό ρόλο στη παγκόσμια οικονο­μία εκτός από δύο τρία κέντρα της. Τι μένει; Μένει η Αυστραλία, ο Κα­ναδάς, οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Κίνα και φυσικά η Ευρώπη.

Προς το παρόν έχουμε όχι μόνο ύ­φεση στις περιοχές που αναφέραμε αλλά και στοιχεία κατάρρευσης της οικονομίας τους. Η διάκριση ανάμε­σα σε αυτούς τους δύο όρους σύμ­φωνα με αστούς συνίσταται στο ε­ξής: Οικονομίες σε ύφεση ή κρίση, είναι οι οικονομίες που μπορεί να γί­νει πάνω κάτω μια πρόβλεψη για κά­ποια ανάκαμψη τους μέσα σε ένα λογικό χρονικό διάστημα, ο οικονο­μικός κύκλος έχει μεν διαταραχθεί αλλά όχι ανεπανόρθωτα. Στη περί­πτωση της κατάρρευσης μιας οικο­νομίας δεν μπορεί να γίνει κανένας υπολογισμός και η ζημιά είναι δύ­σκολο να ξεπεραστεί μέσα από τις συνηθισμένες κινήσεις. Το 1995 για να μην καταρρεύσει το Μεξικό το ΔΝΤ προχώρησε στη μεγαλύτερη μέχρι τότε "επιχείρηση διάσωσης" (έχει φτάσει να είναι πλέον ένας οι­κονομικός όρος) διαθέτοντας 42 δισ. $. Πρόσφατα για να σωθεί η Ν. Κορέα αποφασίστηκε μια αντίστοιχη επιχείρηση ύψους 57 δισ $ (νέο ρε­κόρ "βοήθειας"). Το φαινόμενο των καταρρεύσεων των οικονομιών εξα­πλώνεται επικίνδυνα. Μετά τις τίγρεις της Ν. Ασίας, το χτεσινό καμάρι του παγκόσμιου κα­πιταλισμού, προστέθηκε η μετακομμουνιστική Ρωσία και ο ιός εξαπλώ­νεται επικίνδυνα. Οι επόμενοι σταθμοί μάλλον θα βρίσκονται στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ, την Λατινική Αμερική.

Όμως η εικόνα είναι απατηλή: δεν είναι μια «περιφέρεια» στην οποία ανθούν η κερδοσκοπία, η διαφθορά, η μαφία, οι άστοχες πολιτικές κινήσεις που είναι υπεύθυνες για την «απειλή ύφεσης» στα μητροπολιτικά κέντρα, αλλά ακριβώς η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού και οι πολιτικές διαχείρισής της που οδήγησε σε μια διπλή κίνηση: το χρηματιστι­κό κεφάλαιο για πολλούς λόγους τοποθετήθηκε όπου υπήρχαν γρήγο­ρες και εύκολες αποδόσεις δίνοντας ζωή στα φαινόμενα της "παγκοσμιο­ποίησης", των αναδυόμενων χρημα­τιστηριακών αγορών κλπ, στη συνέ­χεια, όταν όπως ήταν φυσικό έφτα­σε αυτή η διαδικασία σε ένα οριακό σημείο (που όλοι ήξεραν ότι κάποια στιγμή θα φτάσει), συντελέστηκε το απότομο τράβηγμα όλων των κεφα­λαίων από τους ναούς της σύγχρο­νης απομύζησης, τις κεφαλαιαγορές και χρηματιστήρια, οπότε μια σειρά από χώρες και περιοχές βυθίζονται στη πιο μεγάλη δυστυχία και στις καταρρεύσεις. Συνεπώς δεν είναι η περιφέρεια υπεύθυνη για την ύφεση έστω της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά οι αντιφάσεις της χρηματιστηριοποίησης της οικονομίας, που οι βασικοί της μοχλοί είναι πάντα το­ποθετημένοι στο έδαφος των βασι­κών ιμπεριαλιστικών κέντρων. Η δια­φθορά, η μαφία, η ληστεία και ο κομπραδορισμός είναι σι συνέπειες αυτών των μηχανισμών και όχι η αι­τία των δεινών που πλήττουν την παγκόσμια οικονομία. Η εικόνα της περικύκλωσης του κέ­ντρου από την περιφέρεια είναι απα­τηλή και για έναν ακόμα λόγο: Τη στιγμή αυτή κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την εμπλοκή της Ιαπωνίας στην κρίση, άρα να και ένα μεγάλο κέντρο του διεθνούς καπιταλισμού, όπως και η κατάρρευση της οικονο­μίας της Ρωσίας δεν μπορεί να αντι­μετωπίζεται όπως η κατάρρευση μιας χώρας όπως η Ταϊλάνδη. Μην ξεχνάμε ότι η Ρωσία πριν δύο δεκα­ετίες ήταν η ΕΣΣΔ και ένα από τα βασικά κέντρα του κόσμου με έναν σοβαρό παραγωγικό μηχανισμό.

3. Είναι μια κρίση υπερπαραγωγής. Υπερπαραγωγή σημαίνει πως παράγονται προϊόντα που δεν μπορούν να διατεθούν, να πωληθούν.

Η πί­στη, όσο κι αν διευρυνθεί, δεν φτά­νει για να καλύψει αυτήν την "ατέ­λεια" που συνοδεύει τον καπιταλι­σμό. Ας δούμε λίγο αυτό το σημείο. Για παράδειγμα η περιοχή της Ν. Ασίας ήταν ένα από τα επίκεντρα της πιο έντονης άνθησης των οικο­νομικών δεικτών. Εκεί παράγονταν εμπορεύματα κυρίως για εξαγωγή και η πολιτική αυτή ήταν ένας από τους όρους που έθετε το ΔΝΤ προ­κειμένου να συνεχίσει η κάνουλα της δανειοδότησης να ρέει προς τις περιοχές αυτές. Οι δείκτες ευημε­ρούσαν αλλά και το χρέος όλο και μεγάλωνε... Η παγκοσμιοποίηση δεν έβαλε καθόλου τέλος στις οικονο­μίες της χρέωσης. Οδήγησε σε έναν γιγαντισμό της χρέωσης αλλά και σε μια πλήρη αδυναμία πολλών χω­ρών να ανταποκριθούν στις απαιτή­σεις του δανεισμού. {Η Ρωσία πρό­σφατα δεν ήταν σε θέση να συγκε­ντρώσει 1 δισ. $ για να πληρώσει μια δόση του εξωτερικού της χρέ­ους...)

Η οικονομία της Μαλαισίας κατά 79% ήταν προσανατολισμένη στις ε­ξαγωγές, της Ταυλάνδης κατά 29%, της Ν. Κορέας κατά 27%. Μεγάλο μέρος του εξαγωγικού εμπορίου γί­νονταν μέσα στην ίδια την περιοχή της Ν. Ασίας. Την ίδια στιγμή η πε­ριοχή αυτή απορροφούσε το 41% των ιαπωνικών εξαγωγών. Τώρα οι χώρες αυτές όπως και οι άλλες της περιοχής θα καταγράψουν πτώση του ΑΕΠ από 6-8% έως 15-20%. Με δεδομένη λοιπόν την συρρίκωνση της παραγωγής και τη πτώση της α­γοραστικής δύναμης στην περιοχή πολλά προϊόντα θα μείνουν απούλη­τα. Στην περιοχή αυτή εξάλλου κα­τευθύνεται μεγάλο μέρος και των α­μερικάνικων εξαγωγών.

Αλλά η υπερπαραγωγή δεν αφορά μόνο αυτή την περιοχή. Από το 1996 έχει σημειωθεί μια μεγάλη πτώση τιμών πρώτων υλών σε όλο τον κόσμο.

Προϊόντα όπως πετρέ­λαιο, χαλκός, χρυσός, ασήμι, πλατί­να, παλλάδιο, αλλά και καλαμπόκι, σογιέλαιο, κλπ είδαν τις τιμές τους να πέφτουν σε μεγάλο ποσοστό. Το γεγονός αυτό (που συνδέεται άμεσα με το φαινόμενο της υπερπαραγω­γής) έπληξε μια σειρά από χώρες που συνδέονται και στηρίζονται στις εξαγωγές αυτών των προϊόντων. Αυστραλία, Νορβηγία, Καναδάς, Χι­λή, Νιγηρία, Βενεζουέλα κλπ πλήτ­τονται άμεσα.

Ο φαύλος κύκλος γενικεύεται από την περιστολή της ζήτησης, που πραχτικά προωθούν όλες οι πολιτι­κές λιτότητας που επιβάλλονται από όλες τις κυβερνήσεις του κόσμου νια να αντιμετωπίσουν την κρίση. Το αποτέλεσμα είναι η γενίκευση της υπερπαραγωγής.

Η πτώση των τιμών των πρώτων υ­λών μπορεί να κάνει ανταγωνιστικότερα τα βιομηχανικά προϊόντα, αφού φτηναίνει η παραγωγή τους, αλλά δεν λύνεται το πρόβλημα της πραγ­ματοποίησης του εμπορεύματος (της πώλησης).

Όταν ο μίστερ FED, ο Άλαν Γκρίνσπαν (διοικητής της κεντρικής Τρά­πεζας των ΗΠΑ) δηλώνει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να παραμείνουν μια ό­αση - νησίδα σε έναν κόσμο που α­ντιμετωπίζει τόσα προβλήματα, έ­χει υπόψη του και αυτό το πρόβλη­μα.

Η κρίση υπερπαραγωγής βρίσκεται στη καρδιά μιας σειράς φαινομένων, που σήμερα συγκλονίζουν το καπι­ταλιστικό κόσμο. Στη βάση της γεν­νήθηκε η υπερσυσσώρευση κεφαλαί­ων, που προσανατολίστηκαν κύρια προς παρασιτικές κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Η αναστάτωση ό­λων των χρηματιστηρίων έχει να κά­νει ακριβώς με την αναγκαία (και βί­αιη) αναπροσαρμογή της οικονομίας των χαρτιών με τον κόσμο της πραγματικής οικονομίας.

4. Και η ιμπεριαλιστική μητρόπολη; Ο μίστερ FED γνωρίζει ότι η ύφεση εί­ναι προ των πυλών για τις ΗΠΑ. Δεν έ­χει την παραμικρή αμφιβολία για αυτό. Ανησυχεί για την ένταση των κρισιακών φαινομένων στην Λ. Αμερική, που είναι ένας ζωτικός χώρος για τον αμε­ρικάνικο ιμπεριαλισμό. Η κρίση σε όλες τις λατινοαμερικάνικες χώρες, θα επη­ρεάσει την δυνατότητα απορρόφησης των αμερικάνικων εισαγωγών στην πε­ριοχή, πέρα από τον αντίκτυπο που θα έχει ένα τέτοιο γεγονός στη καρδιά του αμερικάνικου θηρίου, στη Γουόλ Στρητ. Την ίδια στιγμή ανησυχεί για το ποια θα είναι η πορεία της κρίσης στην Ιαπωνία.

Ήδη στο άλλο καμάρι του καπιταλι­σμού, την χώρα του ανατέλλοντος Ηλί­ου, θα έχουμε μια πτώση της τάξεως του 3% του ΑΕΠ, το τραπεζικό σύστη­μα αντιμετωπίζει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της ιστορίας του με δεκά­δες χρεοκοπίες. Ο μεγαλύτερος δανει­στής του κόσμου, η χώρα που κατα­γράφει και φέτος πλεόνασμα στο ε­μπορικό της ισοζύγιο, νοσεί βαθύτατα. Τι θα γίνει αν χρειαστεί να τραβήξει τις τοποθετήσεις της από τις ΗΠΑ, αφού είναι γνωστό ότι είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής αμερικάνικων τίτλων, ότι αυτή έτσι χρηματοδοτεί το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ. (Οι τελευταίες είναι η μεγαλύτερη οφειλέτρια χώρα με 5.8 τρις $).

Η Ευρώπη και ειδικά η Γερμανία ένιω­σαν τα κύματα της κατάρρευσης του ρουβλιού στη Ρωσία και όντας ιδιαίτε­ρα εκτεθειμένες προς ανατολάς, αρχί­ζουν να ανησυχούν σοβαρά για την πο­ρεία της ΟΝΕ και την τύχη του ευρώ.

Παρόλο που οι ΗΠΑ και η Γερμανία ω­φελήθηκαν από την εισροή κεφαλαίων που τραβήχτηκαν από τις αναδυόμενες αγορές, αυτό το θετικό γεγονός δεν μπόρεσε να λειτουργήσει αντισταθμιστικά και στα χρηματιστήρια της Νέας Υόρκης και της Φραγκφούρτης οι κραδασμοί δεν ήταν καθόλου μικροί. Το γεγονός αυτό δείχνει την κλίμακα και την ένταση της διεθνούς κρίσης.

Τις μέρες αυτές παρακολουθούμε μια περίεργη διελκυνστίδα ανάμεσα στα τρία κέντρα (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) γύρω από τις νομισματικές ισοτιμίες και ιδι­αίτερα τα επιτόκια. Πολλά από τα προ­βλήματα της κατοχύρωσης και εξα­σφάλισης αγορών, αλλά και δημιουρ­γίας προβλημάτων στους ανταγωνι­στές - αντίπαλους - συμμάχους, αποτε­λεί σαφώς το επίπεδο των ισοτιμιών α­νάμεσα στα τρία νομίσματα.

Οι φιλολογίες για μια συντονισμένη παρέμβαση των βασικών κέντρων ώστε να αντιμετωπιστεί η παγκόσμια κρίση περί γελιούνται από την πρακτική, τις συνεννοήσεις, τους ανταγωνισμούς, τον κυνισμό και την αναβλητικότητα των βασικών συντελεστών της παγκό­σμιας οικονομίας. Οσοι ονειρεύονται μια γρήγορη επιστροφή σε κάτι που να θυμίζει ολίγο κευνσιανισμό θα περιμέ­νουν πολύ ακόμα. Ο χορός των επιτο­κίων αφορά και αντικατοπτρίζει έναν οικονομικό πόλεμο ανάμεσα στα βασι­κά κέντρα και αυτό θα συνεχιστεί έως ότου άλλοι παράγοντες και όχι η συ­νεννόηση, οδηγήσουν σε ένα πάλι λι­γότερο ή περισσότερο αποκρυστάλλω-μα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στα βασικά κέντρα. Αυτή η κούρσα δεν καταλαβαίνει τίποτα από την δυστυχία των μαζών. Σε συνθήκες παρατεταμέ­νης παγκόσμιας κρίσης προϋποθέτει και πολλαπλασιάζει αυτήν τη δυστυχία σε βαθμό πρωτόγνωρο στην ανθρώπι­νη ιστορία.

5. Αν οι αναδυόμενες αγορές πήραν την κατιούσα, αν η ύφεση αγκαλιάζει όλο τον κόσμο σχεδόν, τι μένει έξω α­πό την δίνη της; Μα φυσικά η Κίνα θα απαντήσουν ορισμένοι. Φτάνει μια χώ­ρα να αλλάξει τα δεδομένα μιας πα­γκόσμιας οικονομίας σε κρίση; Η βασι­κή ελπίδα των κυρίαρχων τάξεων της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης δεν είναι η Κίνα. Βασική προσπάθεια είναι να μετακυλιστεί η κρίση όσο το δυνατό μακρύτερα από την γειτονιά του καθένα, να μετα­τεθούν όσο είναι δυνατό στο χρόνο σημάδια κατάρρευσης, να μην καταρ­ρεύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, να συγκρατηθεί η κατάσταση.

Αλλά και στην Κίνα τα πράγματα δεν προχωρούν όπως λένε οι κινέζοι με­ταλλαγμένοι "κομμουνιστές" και οι διεθνείς παρτενέρ τους. Το Χονγκ Κονγκ που ενσωματώθηκε στη Κίνα έ­νοιωσε κι αυτό τα έντονα τραντάγματα της χρηματιστηριακής κρίσης, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης προσαρμόζονται και χαμηλώνουν κι αυτοί κατά 2-3 εκατοστιαίες μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι η κρίση ακούμπησε και αυτή την περιοχή. Ο φόβος για μια ενδεχόμενη υ­ποτίμηση του κινεζικού νομίσματος εί­ναι υπαρκτός και οι διαβεβαιώσεις κυ­ρίως προς τους αμερικανούς, ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί δεν μπορούν να καθησυχάσουν κανένα. Αλλά πάλι δεν φαίνονται οι αναλυτές να διδάσκονται από την ιστορία: Νομίζουν, αλήθεια, ό­τι ο διεθνής ιμπεριαλισμός θα κοιτάζει έκθαμβος την ανάδυση μιας τεράστιας υπερδύναμης στην Ασία και θα χειρο­κροτεί για τα επιτεύγματα της, χωρίς να ανησυχεί για μια τέτοια προοπτική; Δεν θα θελήσει να μανιπουλάρει την α­νάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα αυτή με τρόπο που η "κατάρρευση" (του σοσιαλιστικού περιτυλίγματος) και εκεί να έχει συνέπειες σαν αυτές που είχε σε ολόκληρο τον ανατολικό συνα­σπισμό;

Γελιέται όποιος νομίζει ότι ο ι­μπεριαλισμός δεν θα αναμιχθεί και σε αυτήν την περιπέτεια. Το άλλο πρό­σφατο μάθημα της ιστορίας, λέει, πως η από κοινού και σχεδιασμένη "κατάρ­ρευση" του ανατολικού κόσμου, δεν έ­δωσε την ανάσα που περίμενε ο διεθνής καπιταλισμός. Η ενσωμάτωση και αυτής της περιοχής στο δυτικό καταναλωτικό πρότυπο κάπου "σκάλωσε" παρά τα τεράστια κέρδη από την τερά­στια απαξιοποίηση κοινωνικού πλούτου που έγινε σε συνθήκες επαναποικιοποίησης της περιοχής αυτής. Είναι α­πατηλή η εικόνα πως πλούτισαν από αυτή την κατάρρευση μόνο οι τοπι­κές μαφίες. Στην ουσία οι πολυεθνικές είναι που πήραν την μερίδα του λέο­ντος. Παρόλα αυτά δεν επιτεύχθηκε έ­ξοδος από την κρίση με το κλείσιμο του ρήγματος που είχε δημιουργηθεί στην παγκόσμια αγορά με την απόσχι­ση της ΕΣΣΔ το 1917 από αυτήν. Αν ο ανατολικός συνασπισμός δεν έδωσε την ανάσα που περίμενε ο καπιταλιστι­κός κόσμος και δεν αποτέλεσε το μο­χλό για την έξοδο από την κρίση, πόσο μάλλον να τα αποτελέσει αυτά η Κί­να...

6. Η παγκόσμια παρατεταμένη κρίση παρακολουθεί να εμπλέκονται σε αυ­τήν και όλοι οι μηχανισμοί, που σε μια παλιότερη εποχή έθρεψε για να μπορέ­σει να αποφύγει και απομακρύνει όσο ήταν δυνατό την κρίση. Ολος ο κόσμος της χρηματιστικής οικονομίας, της πί­στωσης, των νομισματικών παρεμβάσε­ων κλπ έχει μετατραπεί σε έναν μεγά­λο αγωγό διοχέτευσης και διάχυσης της κρίσης σε όλα τα σημεία του πλα­νήτη ενώ υπερδιογκώθηκε για να απο­φύγει τις συνέπειες των κρίσεων του τύπου 29-31.

Αυτή η φυγή του καπιταλισμού σε συν­θήκες κρίσης προς την οικονομία των χαρτιών απαίτησε να θυσιαστούν όλα τα εργαλεία παρέμβασης των οικονομι­κών οντοτήτων, να πέσουν κάτω όλοι οι φραγμοί στη κίνηση των κεφαλαίων, να προωθηθεί η περίφημη απορρύθμιση σε όλες τις οικονομικές διαδικασίες. Για να γίνει πραγματικότητα αυτό έ­πρεπε η απομύζηση υπεραξίας σε πλα­νητική κλίμακα να τροφοδοτήσει, μέσω των προγραμμάτων λιτότητας, τις δια­δικασίες αναδιάρθρωσης. Χωρίς τις προόδους στους τομείς της πληροφορικής και της μικροηλεκτρονικής δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η φυ­γή. Όμως οι νόμοι του καπιταλισμού εί­ναι αδυσώπητοι: ακόμα και αυτοί οι το­μείς νοιώθουν τα σημάδια της κρίσης με έντονο τρόπο.

7. Οι ταγοί του παγκοσμιοποιημένου χωριού θέλουν να παρουσιάσουν όλη αυτή την αναταραχή σαν το αναγκαίο τίμημα, που πρέπει όλοι να πληρώσου­με για εισέλθουμε στην "οικονομία της τρίτης χιλιετίας". Την ίδια στιγμή η πο­λιτική του αστικού κόσμου δοκιμάζεται κι αυτή από μια έντονη κρίση. Οι περι­πέτειες του "πλανητάρχη", η προώθηση της επιχειρηματικής πολιτικής, η διά­δοση των φονταμενταλισμών, η συγκυβέρνηση πολιτικής και υπόκοσμου στις περισσότερες χώρες, είναι ορισμένα μονάχα από τα συμπτώματα αυτής της βαθιάς κρίσης. Το τρίπτυχο αγορά, ε­λευθερία, κοινοβουλευτισμός που γνώ­ρισε μεγάλες μέρες γύρω στο 89-91 μπάζει από παντού και δεν είναι εύκο­λο να αναδιοργανωθεί η συναίνεση, τα κοινωνικά συμβόλαια αλλά και να λει­τουργήσουν αποτελεσματικά οι μηχα­νισμοί ηγεμονίας της αστικής τάξης. Παρόλη τη δύναμη των ΜΜΕ που κυ­ριαρχούν όμως σε μια μικρή αναλογικά περιοχή του πλανήτη, αυτές οι διαδικα­σίες δεν μπορούν να λησμονούνται.

8. Στη χώρα μας πολλά γράφτηκαν για αυτές τις εξελίξεις χωρίς να φωτίζουν την ουσία των ζητημάτων. Ξεχωρίζου­με από όσα διαβάσαμε το άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη στην Αυγή 6/9/98 με τίτλο «Ζούμε ήδη μια κρίση ανατρε­πτική». Τρεις είναι οι βασικές διαπι­στώσεις του ΓΔ: «1. Η έκταση και η διαπλοκή των εστιών της κρίσης την καθιστούν μια κρίση της παγκόσμιας α­νάπτυξης, και όχι μόνο κάποιων επιμέ­ρους περιοχών... 2. Ο δεύτερος παρά­γοντας που κάνει ακόμα πιο θολό το τοπίο είναι η διαφαινόμενη, ήδη, διαπλοκή της οικονομικής κρίσης αλλού με ανοικτές πολιτικές κρίσεις, αλλού με εξασθένηση των πολιτικών θεσμών και αλλού με πολιτικές αβεβαιότητες... 3. Ο τρίτος, αλλά πιο ουσιαστικός πα­ράγοντας, έχει να κάνει με την ίδια την ουσία της κρίσης.

Είναι γεγονός πως ο καπιταλισμός και σε άλλες κρίσεις βρήκε διέξοδο. Δεν πρέπει να αποσπούμε τη μνήμη μας α­πό το πως τις βρήκε. Όλες οι μεγάλες κρίσεις ξεπεράστηκαν με απαξίωση και καταστροφή μέρους του συσσωρευμέ­νου κεφαλαίου».

Ο αισιόδοξος τίτλος του ΓΔ μάλλον σχετίζεται με το ότι εκτιμά θετική την αναζωογόνηση της συζήτησης αν και αποσπασματική ακόμα σχετικά με τη "λογική ενός διεθνοποιημένου κεϋνσιανισμού".

Ο ΓΔ καταλήγει στο εξής συμπέρασμα:«Το βέβαιο είναι ότι η παρούσα κρίση αναδεικνύει την ανάγκη για μια νέα ατζέντα διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, τόσο σε εθνικό ό­σο και σε διεθνές επίπεδο, αλλαγών ι­κανών να μεταβάλουν τη δομή του πα­γκόσμιου οικονομικού συστήματος, να άρουν τις παγκόσμιες ανισότητες και να προωθούν την παγκόσμια ανάπτυ­ξη».

Τι προσγείωση και αυτή στο πεδίο του ρεαλισμού... "Διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ικανών να μεταβά­λουν τη δομή του παγκόσμιου συστή­ματος..."

Η απαξίωση και καταστροφή μέρους του κεφαλαίου, ιστορικά προωθήθηκε μέσα από πολέμους. Αυτή είναι μια κλασική διέξοδος του καπιταλισμού. Και αν δεν κάνουμε λάθος ο πόλεμος δηλώνει ολοένα και πιο έντονα την πα­ρουσία του σε μια σειρά γωνιές του κό­σμου και είναι σε μεγάλο βαθμό και αυ­τός διεθνοποιημένος... Κυρίως όμως δεν πρέπει να αποσπάμε τη μνήμη μας από το ότι πάντα οι επα­ναστάσεις ήταν οι ατμομηχανές της ι­στορίας!

 

Δηλώσεις με κάποια σημασία

Τζωρτζ Σόρος:

«Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο έχει χαρίσει σε πολλές χώρες του κόσμου μια αξιοσημείω­τη ευημερία, φαίνεται πως αρχίζει να διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη... Η οικονομία των ΗΠΑ απολάμβανε ό,τι καλύτερο από κάθε γωνιά του πλανήτη, με φτηνές εισαγωγές, που συγκρατούσαν υπό έλεγχο τον πληθω­ρισμό και εκτόξευαν σε ύψη-ρεκόρ την κεφαλαιαγορά. Ωστόσο, έφτασε η στιγμή που η εξάντληση της περιφέ­ρειας δεν είναι προς όφελος του κέντρου. Κι αυτό συμ­βαίνει σύμφωνα με εμένα, για τρεις λόγους: Πρώτον, η ρώσικη κρίση έφερε στο προσκήνιο συγκεκριμένες α­δυναμίες του διεθνούς τραπεζικού συστήματος τις ο­ποίες έως τώρα αγνοούσαμε... Δεύτερον οι πιέσεις στην περιφέρεια έγιναν τόσο έντονες ώστε μεμονωμέ­νες χώρες άρχισαν να αποστασιοποιούνται οικειοθε­λώς από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα... Ο τρί­τος βασικός παράγοντας που απεργάζεται την αποσάθρωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού ιστού είναι η έκδηλη αδυναμία των διεθνών χρηματιστηριακών αρ­χών να τον περιφρουρήσουν»

Wall Street Journal, Σεπτέμβρης '98

Οχι, ο κ. Σόρος δεν ανήκει στις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, ούτε στη συντακτική επιτροπή της Μοντ Ντιπλοματίκ. Είναι πρόεδρος του Soros Fund Management, ενός μεγάλου χρηματι­στικού ομίλου, που μεγάλωσε ακριβώς μέσα από όλες τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και της διάλυσης. Απλά τώρα θέ­λει κάποιο φρένο στις διαδικασίες αυτές γιατί απλούστατα η δί­νη μπορεί να τον συμπαρασύρει και αυτόν...

Άλαν Γκρίνσπαν:

«Ενώ οι ενέργειες μας πρέπει να εστιάζονται στην α­μερικάνικη οικονομία, κάτι τέτοιο γίνεται αδύνατο χω­ρίς αναφορά σε ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε οικονομία μπορεί να λει­τουργήσει με τα σύνορα της κλειστά στις ξένες επεν­δύσεις. Όμως μια τέτοια οικονομία είναι βέβαιο ότι θα προσφέρει χαμηλό βιοτικό επίπεδο και αργούς ρυθ­μούς ανάπτυξης»

Όπα! Τι ήταν αυτό που ξέφυγε από τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ; Τόσο καιρό μας βομβαρδίζουν με τους μο­νόδρομους και με το ότι είναι αδύνατο να σταθεί μια οικονομία με κλειστά τα σύνορα της στις διεθνείς επενδύσεις. Ο μίστερ FED εδώ λέει το αντίθετο. Βέβαια δεν είναι πως δεν καταλάβα­με. Αυτά τα λέει αναφερόμενος στην οικονομία των ΗΠΑ. Ξέ­ρετε, λέει, τι θα γίνουμε αν αποτραβηχτούν τα ξένα κεφάλαια που χρηματοδοτούν το χρέος μας; Θα συνεχίσουμε να υπάρ­χουμε αλλά θα υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να αδιαφορούμε για όσα συμβαίνουν στον υπόλοιπο κόσμο...

Όμως ο μίστερ FED ξέχασε τι έγιναν όλες οι άλλες χώρες που κάποτε είχαν κλειστά τα σύνορα τους και μετά τα άνοιξαν στο "θριαμβευτή" καπιταλισμό. Το λέει πιο πάνω ο Σόρος...

Μισέλ Καμντεσί

«Η χρηματοοικονομική κρίση πλήττει ορισμένες περιο­χές του πλανήτη, όμως ταυτόχρονα υπάρχει μια πολύ ισχυρή και ομόφωνη υποστήριξη των βασικών αρχών του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός δεν περνά κρίση. Είμαι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό. Γι' αυτό μου προκα­λεί εντύπωση το γεγονός πως υπάρχουν ακόμη χώρες που αντιδρούν και κλείνουν τις αγορές τους στο ξένο κεφάλαιο»

Τάδε έφη ο γενικός διευθυντής, παρακαλώ, του ΔΝΤ. Όχι όποι­ος κι όποιος. Πάει σίγουρα για νόμπελ οικονομίας με τόσο εμ­βριθείς αναλύσεις και σιγουριές. Αλλά πέρα από την πλάκα, βλέπουμε, για άλλη μια φορά στα χείλη βασικών παραγόντων της διεθνούς οικονομικής ζωής, να υπάρχει ανησυχία για χώ­ρες που κλείνουν τα σύνορα τους.

Τι συμβαίνει; Απλούστατα μερικές από τις ξεπατωμένες χώρες παίρνουν κάποια μέτρα, ανακοινώνουν ότι δεν μπορούν να πλη­ρώσουν τις δόσεις του εξωτερικού χρέους ή και παίρνουν μέ­τρα. Πιο ενδεικτική μέχρι τώρα περίπτωση είναι αυτή της Μα­λαισίας που καταγγέλλει δια της κυβέρνησης της το ΔΝΤ και τη Διεθνή Τράπεζα για όλα τα δεινά που τραβάει η χώρα αυτή. Αυ­τό δεν γίνεται εύκολα. Πρέπει να συλληφθεί ο υπουργός των οικονομικών που είναι παιδί του ΔΝΤ και να γίνουν μια σειρά α­πό αναταραχές στη χώρα. Μην νομίσουμε ότι οι "κακοί" κάθο­νται με σταυρωμένα τα χέρια και παρακολουθούν τις χώρες να φεύγουν από τη σειρά.

Για όποιον όμως καταλαβαίνει και βγάζει συμπεράσματα, πρό­κειται για πολύ σοβαρές διεργασίες που στην ουσία δείχνουν πως οι μονόδρομοι είναι μια τραγική επιβολή του διεθνούς ι­μπεριαλισμού και όχι μοναδικός δρόμος για τους λαούς. Οι μο­νόδρομοι πρέπει και μπορούν να συντριβούν.

Η κατάρρευση της Lehman Brothers, της τέταρτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ και η άρον-άρον κρατικοποίηση της παραπαίουσας αμερικανικής ασφαλιστικής εταιρείας AIG, έδειξαν ξεκάθαρα ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση βρίσκεται ακόμα στην αρχή. Ακόμα και οι γκουρού του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού δεν μπορούν να προβλέψουν ούτε το βάθος της κρίσης, ούτε και τις συνέπειές της, οι οποίες απειλούν ολόκληρες χώρες και λαούς.

Στο αφιέρωμα που ακολουθεί συγκεντρώσαμε πρόσφατα και παλιότερα κείμενα για την παγκόσμια οικονομική κρίση:

Ποιο φάντασμα πλανιέται στον κόσμο; του Νίκου Γαλάνη, εφημερίδα Αριστερά!, τ.254, 31/10/2008

"Ποιος θα πληρώσει την κρίση; Θα την πληρώσουν οι καπιταλιστές ή θα την πληρώσει ο λαός;" Συνέντευξη με τον Ότο Βάργκας, εφημερίδα Αριστερά!, τ.254, 31/10/2008

Το γλωσσάρι της κρίσης, του Διονύση Διβάρη, εφημερίδα Αριστερά!, τ.254, 31/10/2008

"Μια πολύπλευρη, παρατεταμένη κρίση", αποσπάσματα κειμένων του Γιάννη Χοντζέα, εφημερίδα Αριστερά!, τ.254, 31/10/2008

Τρομακτικές οι συνέπειες του κραχ στους λαούς, του Μιχάλη Σιάχου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.253, 17/10/2008

Παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και παγκοσμιοποιημένη κρίση, του Μιχάλη Σιάχου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.253, 17/10/2008

Με ποια γραμμή η αριστερά απέναντι στην κρίση; του Σπύρου Παναγιώτου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.253, 17/10/2008

Το διάγραμμα της κρίσης, του Διονύση Διβάρη, εφημερίδα Αριστερά!, τ.253, 17/10/2008

Διεθνής κατακραυγή για τη χρηματοπιστωτική ληστεία, εφημερίδα Αριστερά!, τ.253, 17/10/2008 

Κρίση και Ελλάδα, του Χρίστου Καραμάνου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.252, 03/10/2008

Φάκελος: Οικονομική κρίση, το σύστημα στο χείλος της κατάρευσης, με άρθρα των Μιχάλη Σιάχου, Κώστα Μελά, Σπύρου Γάκη, εφημερίδα Αριστερά!, τ.252, 03/10/2008

Το απρόβλεπτο βάθος της κρίσης, του Χρίστου Καραμάνου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.250-251, 19/09/2008

Δελτίο Τύπου για την κατάρρευση τραπεζικών κολοσσών, 16/09/2008

Το χρηματιστηριακό τσουνάμι: Το επόμενο μεγάλο βήμα συντρίβει τη Fannie Mae, τη Freddie Mac και τον ενυπόθηκο δανεισμό στις ΗΠΑ, του Φ.Γουίλιαμ Ένγκνταλ, σελίδες της Αριστεράς, τ.15, 25/07/2008

Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση και το μέλλον του παγκόσμιου καπιταλισμού, του Μάικλ Χάινριχ, σελίδες της Αριστεράς, τ.15, 25/07/2008

Η Παγκόσμια Κρίση. Τροφή, Νερό και Κάυσιμα: Τρία απαραίτητα στοιχεία της ζωής σε κίνδυνο, του Μισέλ Τσοσουντόφσκι, σελίδες της Αριστεράς, τ.15, 25/07/2008

 

Κρίση συστήματος – Κρίση στα Διεθνή Χρηματιστήρια, του Σπύρου Παναγιώτου, εφημερίδα Αριστερά!, τ.235, 25/01/2008

H κρίση και ο οικονομικός πόλεμος φέρνουν τον αληθινό πόλεμο, του Γιώργου Τσίπρα, εφημερίδα Αριστερά!, τ.232, 30/11/2007

Παγκόσμια κρίση ή κραχ; του Παναγιώτη Λαφαζάνη, εφημερίδα Αυγή, 25/11/2007

 

Δείτε επίσης τα πιο αναλυτικά παλιότερα κείμενα:

Η παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής υπενθυμίζει την παρουσία της: Προς ένα νέο 29-31; Άρθρο στην εφημερίδα Αριστερά!, τ.34, Οκτώβριος 1998

Η παγκόσμια οικονομική κρίση: Με θύμα τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του πλανήτη, Άρθρο στην εφημερίδα Αριστερά!, τ.35, Νοέμβριος 1998

αναζήτηση

Πανελλαδικό Σώμα 2017

Πανελλαδικό Σώμα 2017

εφημερίδα

Βρείτε μας στα Social Media

  • Facebook Page: 23080895907
  • Twitter: KOEgr
  • YouTube: koe2003

εκδόσεις